Του Σάββα Παυλίδη
Η διαγραφή Κωνσταντινόπουλου από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ από τον Νίκο Ανδρουλάκη πυροδότησε ένα νέο κύμα εσωκομματικής έντασης στη Χαριλάου Τρικούπη, φέρνοντας στο προσκήνιο υπόγειες διαφωνίες και πολιτικές ισορροπίες που εδώ και καιρό καταγράφονται στο εσωτερικό του κόμματος. Η κίνηση της ηγεσίας έρχεται σε μια περίοδο όπου το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να διευρύνει την επιρροή του και να εμφανιστεί ως βασικός πόλος της αντιπολίτευσης, την ώρα όμως που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν στασιμότητα.
Για ορισμένα στελέχη, η απόφαση Ανδρουλάκη ερμηνεύεται ως προσπάθεια να επιβληθεί πειθαρχία και να σταλεί μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι η δημόσια αμφισβήτηση της γραμμής του κόμματος δεν θα γίνεται ανεκτή. Για άλλους όμως πρόκειται για μια κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου, ιδίως καθώς λαμβάνει χώρα σε προσυνεδριακή περίοδο, όταν παραδοσιακά ενθαρρύνεται ο εσωκομματικός διάλογος.
Σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί σημειώνουν ότι η επιλογή της διαγραφής δύσκολα θα συμβάλει στη συσπείρωση του κόμματος, ιδιαίτερα τη στιγμή που ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται σε δημοσκοπικές μετρήσεις καταλληλότητας για την πρωθυπουργία να κατατάσσεται τέταρτος.
Η διαγραφή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου αποτέλεσε την κατάληξη μιας σειράς δημόσιων τοποθετήσεων του πρώην αντιπροέδρου της Βουλής που προκάλεσαν δυσφορία στην ηγεσία. Η πιο χαρακτηριστική ήταν η δήλωσή του ότι «αν το ΠΑΣΟΚ είχε σήμερα 20%, δεν θα συζητούσαμε για τον κ. Πελεγρίνη», η οποία έγινε μόλις μία ημέρα πριν από τη διαγραφή του και θεωρήθηκε από το προεδρικό περιβάλλον ως η «σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι».
Η αντίδραση του ίδιου ήταν άμεση και με σαφές πολιτικό μήνυμα. Ο Κωνσταντινόπουλος ανακοίνωσε ότι προτίθεται να παραδώσει την έδρα του στο ΠΑΣΟΚ, τονίζοντας ότι οι βουλευτές οφείλουν να υπηρετούν τον λαό και την παράταξη με την οποία εξελέγησαν. Παράλληλα, μέσω συνεργατών του ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να ενταχθεί σε άλλο κόμμα, δηλώνοντας πως «επιστρέφει στην κανονικότητα της ζωής του».
Ωστόσο, στο πολιτικό παρασκήνιο δεν λείπουν οι εκτιμήσεις ότι στο μέλλον θα μπορούσε να υπάρξει προσέγγιση με τη Νέα Δημοκρατία. Οι συζητήσεις αυτές ενισχύθηκαν όταν, λίγες ημέρες πριν από τη διαγραφή του, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης τον επαίνεσε δημόσια στα κοινωνικά δίκτυα, με αφορμή τη διαφοροποίησή του από τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ.
Η απόφαση της ηγεσίας προκάλεσε σειρά παρεμβάσεων από κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ, πολλά από τα οποία εξέφρασαν σαφείς επιφυλάξεις ή και ανοιχτή διαφωνία με τη διαγραφή. Ο ευρωβουλευτής Νίκος Παπανδρέου άφησε αιχμές προς την ηγεσία επισημαίνοντας ότι «το ΠΑΣΟΚ δεν είναι μονοπρόσωπο κόμμα». Όπως τόνισε, η παράταξη έχει αρχές, αξίες και διαδικασίες και αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ενότητα και διεύρυνση, όχι συρρίκνωση. Παράλληλα υπογράμμισε ότι η διαφορετική άποψη αποτελούσε διαχρονικά πλούτο για το ΠΑΣΟΚ και όχι λόγο πειθαρχικών κυρώσεων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και άλλες παρεμβάσεις. Ο Χάρης Δούκας σημείωσε ότι «με διαγραφές και απειλές διαγραφών δεν αντιμετωπίζονται τα προβλήματα και δεν βελτιώνεται η εικόνα του ΠΑΣΟΚ», υπενθυμίζοντας ότι ο Κωνσταντινόπουλος στήριξε την παράταξη ιδιαίτερα σε δύσκολες περιόδους. Παράλληλα τόνισε ότι σε ένα δημοκρατικό κόμμα οι διαφορετικές απόψεις πρέπει να εκφράζονται ελεύθερα, ειδικά σε περίοδο προσυνεδριακού διαλόγου.
Ο Παύλος Γερουλάνος χαρακτήρισε την απόφαση του Κωνσταντινόπουλου να παραδώσει την έδρα του «κίνηση υψηλού συμβολισμού και πολιτικής αξίας», σημειώνοντας ότι ελάχιστοι βουλευτές που διαγράφηκαν από το κόμμα τους έχουν πράξει το ίδιο. Όπως είπε, «δεν είναι ώρα να γινόμαστε λιγότεροι αλλά περισσότεροι».
Πιο κοντά στη γραμμή της ηγεσίας εμφανίστηκε η Άννα Διαμαντοπούλου, η οποία υποστήριξε ότι η αόριστη και διαρκής αμφισβήτηση του προέδρου χωρίς εναλλακτική πρόταση προκαλεί ζημιά στο κόμμα και πρέπει να σταματήσει.
Παράλληλα όμως αναγνώρισε ότι η απόφαση του Κωνσταντινόπουλου να παραδώσει την έδρα του αποτελεί ένδειξη πολιτικής αξιοπρέπειας και άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής επαναπροσέγγισης. Υπενθύμισε επίσης ότι το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται μπροστά σε μια σημαντική πολιτική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση για ένα ζήτημα που η ίδια χαρακτήρισε «Μαξίμου gate» και υπογράμμισε ότι δεν πρέπει το κόμμα να εγκλωβιστεί σε παρατεταμένες εσωτερικές αντιπαραθέσεις.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση Κωνσταντινόπουλου λειτουργεί ως καθρέφτης των εσωτερικών ισορροπιών στο ΠΑΣΟΚ και φέρνει στην επιφάνεια τον βαθμό αμφισβήτησης που αντιμετωπίζει η ηγεσία. Σε μια περίοδο όπου το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να παρουσιαστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, η νέα εσωκομματική κρίση κινδυνεύει να μετατρέψει την πολιτική ατζέντα από την αντιπολίτευση προς την κυβέρνηση σε μια συζήτηση για τα εσωτερικά του.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις κορυφαίων στελεχών δείχνουν ότι η διαγραφή δεν αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο πειθαρχικό ζήτημα αλλά ως ένδειξη βαθύτερης πολιτικής διαφωνίας για τη στρατηγική του κόμματος. Αν αυτή η τάση ενισχυθεί, η ηγεσία Ανδρουλάκη θα βρεθεί μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να επιδιώξει εκ νέου συνθέσεις και εσωκομματικές ισορροπίες είτε να συνεχίσει σε μια γραμμή αυστηρής πειθαρχίας. Σε κάθε περίπτωση, το πώς θα εξελιχθεί αυτή η κρίση τις επόμενες εβδομάδες – ιδίως ενόψει του συνεδρίου – θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ όχι μόνο για την ενότητα του ΠΑΣΟΚ αλλά και για την πραγματική πολιτική επιρροή του προέδρου του στο εσωτερικό της παράταξης.





