Του Κώστα Παππά
Με μια φράση που δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, τίναξε στον αέρα το βολικό αφήγημα της πολιτικής κανονικότητας: «Δεν θα με πείσει κανείς ότι η απάτη αποτελεί μέρος της δουλειάς ενός πολιτικού». Από το βήμα του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, δεν αρκέστηκε σε διπλωματικές ισορροπίες. Μίλησε ευθέως, στοχευμένα και με σαφή πρόθεση να επαναφέρει τη συζήτηση εκεί όπου πονά: στην ουσία του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η παρέμβασή της δεν ήταν απλώς μια θεσμική τοποθέτηση. Ήταν μια πολιτική καταγγελία με ευρωπαϊκή βαρύτητα. Οι επιθέσεις που δέχεται η ίδια και ο θεσμός που εκπροσωπεί από κυβερνητικά στελέχη, με αιχμή τον Άδωνι Γεωργιάδη, χαρακτηρίστηκαν χωρίς περιστροφές ως «αντιπερισπασμός». Στόχος, όπως υπαινίχθηκε, δεν είναι άλλος από το να θολώσει η εικόνα γύρω από το τι πραγματικά συνέβη στον ΟΠΕΚΕΠΕ μια υπόθεση που μυρίζει έντονα νεποτισμό και πελατειακές εξυπηρετήσεις.
Ακόμη πιο εκρηκτική ήταν η τοποθέτησή της για το ελληνικό πλαίσιο αντιμετώπισης της απάτης. «Αν κάποιος διαπράξει απάτη στην Ελλάδα, επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος. Πώς είναι δυνατόν αυτό;» Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι καταγγελία ενός συστήματος που, αντί να αποτρέπει, φαίνεται να ενθαρρύνει την παραβατικότητα, προσφέροντας ένα ιδιότυπο “συγχωροχάρτι” σε όσους πιαστούν.
Η Κοβέσι δεν χαρίζεται, αλλά ούτε και στοχοποιεί μονομερώς. Υπενθυμίζει ότι η διαφθορά δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. «Δεν υπάρχει ‘καθαρή’ χώρα», λέει. Υπάρχει, όμως, μια κρίσιμη διαφορά: κάποιες χώρες επιλέγουν να συγκρουστούν με το πρόβλημα, άλλες να το διαχειριστούν επικοινωνιακά. Η αναφορά της στη Ρουμανία δεν είναι τυχαία, είναι ένα έμμεσο μήνυμα ότι η αλλαγή είναι εφικτή, αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση.





