Πέμπτη, 30 Απριλίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Σκιές στην ακαδημαϊκή διαδρομή υποψήφιου Πρύτανη

Η υπόθεση Λαζαρίδη δεν φαίνεται να αποτελεί ένα μεμονωμένο φαινόμενο που αφορά αποκλειστικά τα υψηλά κλιμάκια της πολιτικής ζωής. Αντιθέτως, όλα δείχνουν πως ανάλογες  πρακτικές ενδέχεται να βρίσκουν μιμητές και σε άλλους κρίσιμους τομείς της δημόσιας σφαίρας — ακόμη και στον ευαίσθητο χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης. Η περίπτωση του υποψηφίου για το Συμβούλιο Διοίκησης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Χρυσοβαλάντη-Ιωάννη Τσούγκου, αναδεικνύει με τρόπο ανησυχητικό το πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί η αξιοπιστία των ακαδημαϊκών διαδικασιών.

Τα ερωτήματα που προκύπτουν δεν είναι ούτε δευτερεύοντα ούτε τυπικά. Στο επίσημο βιογραφικό που έχει αναρτηθεί στο σύστημα ΑΠΕΛΛΑ, ο υποψήφιος δηλώνει πτυχίο Φυσικής από το London Metropolitan University το 1998. Ωστόσο, τα έγγραφα του ΔΙΚΑΤΣΑ αναφέρουν ρητά ότι το πτυχίο προέρχεται από το University of North London. Η διαφορά δεν είναι απλώς ονοματολογική: το συγκεκριμένο ίδρυμα συγχωνεύθηκε το 2002 για να δημιουργηθεί το London Metropolitan University. Συνεπώς, η αναφορά σε ένα πανεπιστήμιο που δεν υπήρχε κατά τον χρόνο αποφοίτησης εγείρει εύλογες υποψίες για σκόπιμη «αναβάθμιση» του τίτλου.

Ακόμη πιο προβληματική είναι η χρονική αλληλουχία των σπουδών. Ο κ. Τσούγκος εμφανίζεται να λαμβάνει μεταπτυχιακό τίτλο το 2001 από το Πανεπιστήμιο Πατρών, ενώ η αναγνώριση του βασικού του πτυχίου από το ΔΙΚΑΤΣΑ ολοκληρώνεται μόλις το 2004. Το ερώτημα είναι απλό αλλά καίριο: πώς είναι δυνατόν να αποκτηθεί μεταπτυχιακός τίτλος χωρίς την προηγούμενη αναγνώριση του βασικού πτυχίου; Το ίδιο μοτίβο συνεχίζεται και με το διδακτορικό, το οποίο αποκτήθηκε το 2005 ,  μόλις έναν χρόνο μετά την αναγνώριση του βασικού τίτλου, γεγονός που προκαλεί εύλογες απορίες για τη διαδικασία και τη διάρκειά του.

Σαν να μην έφταναν αυτά, η ίδια η πράξη αναγνώρισης του ΔΙΚΑΤΣΑ περιπλέκει περαιτέρω την εικόνα. Η τελική απόφαση του 2004 ακυρώνει προηγούμενη πράξη του 2000, χωρίς να διευκρινίζεται ο λόγος της ακύρωσης, ούτε γιατί απαιτήθηκαν τέσσερα επιπλέον χρόνια για την έκδοση της νέας απόφασης. Πρόκειται για ένα κενό που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η ουσία της υπόθεσης δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αγγίζει τον πυρήνα της αξιοπιστίας των θεσμών. Όταν οι ακαδημαϊκοί τίτλοι , η βάση κάθε πανεπιστημιακής εξέλιξης,  συνοδεύονται από σκιές και ανακολουθίες, τότε το πρόβλημα γίνεται συλλογικό. Και τότε, πράγματι, η υπόθεση παύει να είναι εξαίρεση και μετατρέπεται σε ανησυχητικό σύμπτωμα μιας ευρύτερης παθογένειας