Του Κώστα Παππά
Ο Μάιος δεν είναι απλώς ένας ακόμη πολιτικός μήνας. Είναι το καμίνι μέσα στο οποίο δοκιμάζεται όχι μόνο η αντοχή της κυβέρνησης, αλλά και η ίδια η αρχιτεκτονική του πολιτικού σκηνικού. Για τη Νέα Δημοκρατία, το τριήμερο του 16ου Συνεδρίου και η κρίσιμη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας λειτουργούν ως διπλό crash test: συνοχής προς τα μέσα, αξιοπιστίας προς τα έξω.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να επιβάλει εκ νέου τους όρους του παιχνιδιού. Το μήνυμα είναι σαφές: τέλος στην «χαλαρή» πολιτική, τέλος στην αμφισβήτηση του επιτελικού κράτους. Όμως η πραγματικότητα εντός της γαλάζιας παράταξης είναι πιο σύνθετη. Οι βουλευτές, με το βλέμμα ήδη στραμμένο στην επόμενη κάλπη, ανεβάζουν τον τόνο και διεκδικούν χώρο, ρόλο και λόγο. Και όταν η εκλογική αγωνία συναντά τη θεσμική δυσφορία, η εσωστρέφεια δεν εξαφανίζεται με μια ομιλία — απλώς μετατίθεται.
Η αναζήτηση «χρυσής ισορροπίας» μοιάζει περισσότερο με πολιτική ακροβασία. Από τη μία, το Μαξίμου δεν μπορεί να αγνοήσει τη μουρμούρα. Από την άλλη, δεν μπορεί και να υποχωρήσει χωρίς να υπονομεύσει το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης που έχει επιλέξει. Υποθέσεις όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ και οι αιχμές προς πρόσωπα-κλειδιά του επιτελικού κράτους λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές έντασης, αποκαλύπτοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό — είναι βαθιά πολιτικό.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η συνταγματική αναθεώρηση προβάλλεται ως «όπλο» επανασυσπείρωσης. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, οι διαφωνίες καραδοκούν. Το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια· είναι πυρήνας της ίδιας της ισορροπίας εξουσιών. Και όταν τέτοια ζητήματα ανοίγουν, σπάνια κλείνουν χωρίς κόστος.
Την ίδια στιγμή, οι δημοσκοπήσεις φέρνουν ακόμα μεγαλύτερο προβληματισμό. Η πιθανή είσοδος κομμάτων υπό τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη μεταβλητή, είναι δυνητικός καταλύτης ανατροπών. Αν επιβεβαιωθούν τα σενάρια, το πολιτικό σκηνικό δεν θα αναδιαταχθεί απλώς· θα ανασυντεθεί από την αρχή.
Ο Μάιος, λοιπόν, δεν είναι μήνας διεκπεραίωσης. Είναι μήνας αποφάσεων και ρήξεων. Για την κυβέρνηση, είναι η στιγμή που θα φανεί αν μπορεί να μετατρέψει την πίεση σε δυναμική ή αν θα εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο εσωτερικών τριβών. Για το σύνολο του πολιτικού συστήματος, είναι το σημείο όπου οι ισορροπίες παύουν να θεωρούνται δεδομένες.
Σε αυτή τη συγκυρία, ένα είναι βέβαιο: όποιος υποτιμήσει τη «θερμοκρασία» του Μαΐου, κινδυνεύει να καεί πολιτικά.





