Νίκου Μαρκάτου, Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ, π. Πρύτανη
Όταν η «αριστεία» γίνεται φόβος και η αποτυχία κοινωνική καταδίκη
Η τραγωδία στην Ηλιούπολη, με τις δύο 17χρονες και το σημείωμα που φέρεται να άφησε η μία κοπέλα, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ούτε ως τηλεοπτικό θέαμα ούτε ως εύκολη ευκαιρία για ηθικολογία. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, στο σημείωμα αναφέρονται η κατάθλιψη, ο φόβος αποτυχίας στις Πανελλήνιες και η αγωνία για ένα μέλλον χωρίς αξιοπρέπεια και οικονομική ασφάλεια. Δεν γνωρίζουμε —και δεν δικαιούμαστε να ισχυριστούμε ότι γνωρίζουμε— όλη την αλήθεια αυτού του παιδιού. Οφείλουμε όμως να ακούσουμε τη σιωπηλή κραυγή που αφήνει πίσω της. Γιατί όταν μια έφηβη μιλά για κατάθλιψη, για φόβο αποτυχίας, για φτώχεια, για δουλειά χωρίς προοπτική και για έναν κόσμο που δεν τη χωράει, τότε δεν μιλά μόνο ένα πληγωμένο παιδί. Μιλά και η κοινωνία μας.
Το παιδί, όπως παρουσιάζεται από τα δημοσιεύματα, φοβόταν ότι αν δεν πετύχει στις Πανελλήνιες, δεν θα έχει μέλλον· ότι αν δεν ενταχθεί στην «καλή» διαδρομή, θα οδηγηθεί σε εργασία χωρίς αξιοπρέπεια· ότι χωρίς χρήματα δεν υπάρχει ζωή με νόημα. Αυτό δεν είναι απλώς προσωπική απαισιοδοξία. Είναι η γλώσσα μιας κοινωνίας που έχει μετατρέψει τη νεότητα σε εξεταστικό στρατόπεδο και την αξία του ανθρώπου σε οικονομικό αποτέλεσμα. Η πιο βαριά φράση δεν είναι μόνο το «δεν θέλω να ζω». Είναι το υπόρρητο μήνυμα: «αν δεν πετύχω, δεν αξίζω». Εκεί βρίσκεται η ηθική αποτυχία της εποχής μας.
Ας είμαστε προσεκτικοί: μια αυτοκτονία δεν εξηγείται ποτέ από έναν μόνο κοινωνικό παράγοντα. Δεν πρέπει να κάνουμε το λάθος να πούμε ότι «οι Πανελλήνιες σκότωσαν ένα παιδί». Υπάρχουν ψυχική οδύνη, πιθανή κατάθλιψη, προσωπικά, οικογενειακά, σχολικά και κοινωνικά βάρη. Η ψυχική υγεία δεν είναι σύνθημα. Χρειάζεται πρόληψη, θεραπεία, ειδικούς, σχολικούς ψυχολόγους, οικογενειακή στήριξη, κοινωνικές δομές. Όμως θα ήταν εξίσου λάθος να κρύψουμε το κοινωνικό υπόβαθρο πίσω από τη λέξη «ατομικό». Όταν ένα παιδί δεκαεπτά ετών νιώθει ότι η αποτυχία στις εξετάσεις σημαίνει κοινωνική εξόντωση, τότε δεν έχουμε μόνο προσωπική τραγωδία. Έχουμε συλλογική αποτυχία.
Ιδού, λοιπόν, η εικόνα της σημερινής κοινωνίας μας: ο «ανταγωνισμός», ο «εκσυγχρονισμός», η «αριστεία» — ή μάλλον η α(χ)ριστεία, όταν η λέξη γίνεται άλλοθι για κοινωνική σκληρότητα και για ανταλλαγή τίτλων και βραβείων μεταξύ δήθεν «αρίστων» κάτω του μετρίου, όπως συνεχώς γίνεται στη χώρα μας. Ο πρώτος είναι το παν. Ο δεύτερος δεν είναι τίποτε. Η γνωστή αμερικανιά της επιτυχίας, της αγοράς, της ατομικής νίκης, του χρήματος. Όλα μετριούνται. Όλα κατατάσσονται. Όλα «αξιολογούνται»: ο μαθητής, ο φοιτητής, ο εργαζόμενος, ο άνεργος, ο νέος άνθρωπος. Όποιος δεν ανεβαίνει, πέφτει. Όποιος δεν κερδίζει, χάνει. Όποιος δεν ξεχωρίζει, εξαφανίζεται.
Αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά της ψεύτικης «αριστείας». Όχι της πραγματικής προσπάθειας, όχι της γνώσης, όχι της δημιουργικότητας. Αυτά είναι πολύτιμα. Μιλώ για την α(χ)ριστεία του κοινωνικού κανιβαλισμού: την ιδεολογία που λέει στο παιδί ότι αξίζει μόνο αν νικήσει τους άλλους. Ότι η ζωή είναι πίστα αγώνα. Ότι οι εξετάσεις είναι υπαρξιακό δικαστήριο. Ότι ένα χαρτί, ένας βαθμός, μια σχολή, μια θέση, ένας μισθός καθορίζουν την ανθρώπινη αξία. Η κοινωνία μας έχει φτιάξει έναν ιδιότυπο ναό: στον θρόνο του κάθεται ο «πρώτος». Ο δεύτερος, ο τρίτος, ο μέτριος, ο ευαίσθητος, ο κουρασμένος, ο μπερδεμένος, ο φτωχός μαθαίνουν να βλέπουν τον εαυτό τους ως αποτυχία.
Ποια κοινωνία λέει σε ένα παιδί δεκαεπτά ετών ότι το μέλλον του κρίνεται οριστικά μέσα σε λίγες ώρες εξετάσεων; Ποια παιδεία μετατρέπει τη γνώση σε τρόμο; Ποιο κράτος αφήνει την εφηβεία μόνη απέναντι στην αγωνία, στην κατάθλιψη, στην οικονομική ανασφάλεια, στη ντροπή της «αποτυχίας»; Και ύστερα απορούμε όταν τα παιδιά δεν αντέχουν. Μα τα παιδιά δεν γεννήθηκαν για να αντέχουν τα πάντα. Γεννήθηκαν για να ζουν.
Μας είπαν ότι όλα αυτά λέγονται «εκσυγχρονισμός». Ότι η κοινωνία πρέπει να γίνει πιο ανταγωνιστική. Ότι το σχολείο πρέπει να παράγει «άριστους». Ότι η αγορά θα ανταμείψει τους ικανούς. Ότι όποιος προσπαθεί, πετυχαίνει. Τι ωραίο παραμύθι! Και πόσο σκληρό ψέμα. Γιατί ξέρουμε καλά ότι η αφετηρία δεν είναι ίδια για όλους. Άλλο παιδί έχει φροντιστήρια, ήρεμο σπίτι, ψυχολογική στήριξη, οικονομική ασφάλεια. Άλλο κουβαλά φόβο, πίεση, μοναξιά, αβεβαιότητα. Και όμως, όλα καλούνται να τρέξουν στον ίδιο στίβο, με τους ίδιους κανόνες, κάτω από το ίδιο απάνθρωπο σύνθημα: «Νίκησε ή χάσου».
Και στο βάθος υπάρχει πάντα το χρήμα. Η μεγάλη θεότητα της εποχής μας. Το παιδί δεν φοβάται μόνο ότι δεν θα περάσει σε μια σχολή. Φοβάται ότι δεν θα έχει ζωή. Ότι δεν θα έχει δουλειά με αξιοπρέπεια. Ότι δεν θα έχει ανεξαρτησία. Ότι θα εξαρτάται. Ότι θα είναι βάρος. Ότι δεν θα αξίζει. Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική κατηγορία: μετατρέψαμε την οικονομική ανασφάλεια σε υπαρξιακό τρόμο.
Εκεί βρίσκεται το βαθύτερο πρόβλημα. Η κοινωνία μας δεν μαθαίνει στα παιδιά να ζουν. Τα μαθαίνει να κατατάσσονται. Να αποδίδουν. Να συγκρίνονται. Να ντρέπονται. Να φοβούνται. Να θεωρούν ότι η αποτυχία δεν είναι ένα περιστατικό της ζωής, αλλά ταυτότητα. Και ο καθρέφτης δεν είναι κολακευτικός: δείχνει μια κοινωνία που χειροκροτεί τους πρώτους και ξεχνά τους υπόλοιπους· που μιλά για επιτυχία, αλλά όχι για ευτυχία· για δεξιότητες, αλλά όχι για ψυχή· για ανταγωνιστικότητα, αλλά όχι για αλληλεγγύη· για παιδιά παραγωγικά, όχι για παιδιά ζωντανά.
Ας το πούμε καθαρά: κανένα παιδί δεν περισσεύει. Κανένα παιδί δεν είναι ο βαθμός του. Κανένα παιδί δεν είναι η σχολή στην οποία πέρασε ή δεν πέρασε. Κανένα παιδί δεν πρέπει να πιστέψει ότι, επειδή δεν έγινε «πρώτο», δεν έχει θέση στον κόσμο. Η τραγωδία αυτή ας μη γίνει άλλο ένα δελτίο ειδήσεων που θα ξεχαστεί αύριο. Ας γίνει καμπάνα· όχι για να καταδικάσουμε γονείς, δασκάλους ή παιδιά, αλλά για να καταδικάσουμε μια κοινωνική ιδεολογία που μετρά την ανθρώπινη ζωή με μόρια, χρήματα και επιδόσεις.
Γιατί μια πολιτισμένη κοινωνία δεν είναι εκείνη που παράγει λίγους «άριστους» και πολλούς φοβισμένους. Είναι εκείνη που λέει σε κάθε παιδί, πριν από κάθε εξέταση, πριν από κάθε αποτυχία, πριν από κάθε επιτυχία: η ζωή σου αξίζει. Εσύ αξίζεις. Και δεν χρειάζεται να είσαι πρώτος για να έχεις θέση ανάμεσά μας.





