
Παρουσίαση του βιβλίου του Μάριου Χατζόπουλου «‘Ιεροί’ μύθοι και εθνικές ιδέες στη νεότερη Ελλάδα» (Ινστιτούτο του Βιβλίου – Καρδαμίτσα, 2025)
Γράφει ο Ιωάννης Ηλ. Κολοβός*
«’Εμείς, καπετάν Άμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους· άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά είς γενεά· ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε· η φρουρά του είχε παντοτεινόν πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα’. Με είπε: ‘Ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποια είναι τα φρούρια;’. ‘Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι κλέφτες, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά’», διηγείται ο Θ. Κολοκοτρώνης (χ.χ., σελ. 159)
Η φράση αυτή του Γέρου του Μοριά προς τον Άγγλο ναύαρχο Χάμιλτον δείχνει ότι, ακόμα και τέσσερις αιώνες μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, η πίστη στον θρύλο του Μαρμαρωμένου Βασιλιά παρέμενε τόσο ζωντανή για τους Έλληνες ώστε ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε τον εαυτό του και τους Κλέφτες ως την φυσική συνέχεια της βασιλικής φρουράς του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου.
Την αλληλεπίδραση μεταξύ αυτών των προνεωτερικών μύθων, συμβόλων και μνημών και της εθνικής ιδεολογίας στην πρώιμη νεότερη Ελλάδα διερευνά με διεξοδικό και αναλυτικό τρόπο ο επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Μάριος Χατζόπουλος στην μονογραφία του με τίτλο «‘Ιεροί’ μύθοι και εθνικές ιδέες στη νεότερη Ελλάδα», η οποία εκδόθηκε το 2025 από τις εκδόσεις «Καρδαμίτσα». Η μονογραφία αυτή αποτελεί επικαιροποιημένη εκδοχή της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα στο London School of Economics υπό την εποπτεία του διαπρεπούς μελετητή του εθνικισμού καθηγητή Anthony D. Smith. O Smith θεωρείται ως ο κύριος θεωρητικός της σχολής του «εθνο-συμβολισμού» (ethno-symbolism).
Μία κεντρική πτυχή της θεωρίας του «εθνο-συμβολισμού» αφορά στον σημαντικό ρόλο που παίζει η κοινή μνήμη και τα σύμβολά της στις συλλογικές πολιτισμικές ταυτότητες, καθώς η καλλιέργειά της αποτελεί βασική παράμετρο για την διατήρηση τέτοιων συλλογικών ταυτοτήτων (ενδεικτικά, Smith 2005). Μάλιστα, ο Smith επισήμαινε την ανάγκη ώστε η μελέτη της κοινής μνήμης των εθνών να καλύπτει μεγάλες χρονικές περιόδους της ιστορίας τους.
Ακολουθώντας την θέση αυτή του Smith, o Χατζόπουλος ορίζει ως μύθο «ένα ευρέως διαδεδομένο αφήγημα σχετικά με το παρελθόν μιάς ανθρώπινης κοινότητας – κατά προτίμηση ένα ιερό ή ηρωικό παρελθόν – το οποίο υπηρετεί τις ανάγκες του παρόντος και προδιαγράφει τις στοχοθεσίες του μέλλοντος της εν λόγω κοινότητας» (σελ. 20). Ο μύθος, δηλαδή, «υπηρετεί την ανάγκη συλλογικού προσανατολισμού στο παρόν και στο μέλλον» (σελ. 20).
Ο συγγραφέας, βασιζόμενος κυρίως στα προφητικά κείμενα της «Αποκάλυψης» του (Ψευδο)Μεθόδιου, στους «Χρησμούς» του Λέοντος του Σοφού, στην «Ερμηνεία» του Πατριάρχη Γενναδίου και στην «Οπτασία» του Αγαθάγγελου, διερευνά τον ρόλο αυτού του προνεωτερικού πλέγματος μύθων και συμβόλων στην διάχυση των εθνικών ιδεών και στην δόμηση εθνικής ταυτότητας στην πρώιμη νεότερη Ελλάδα. Τα ευρήματα της ανάλυσής των κειμένων αυτών οδηγούν σε χρήσιμα συμπεράσματα για την ανάπτυξη και τις κατευθύνσεις της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας.
Κατά τον συγγραφέα, η προνεωτερική παράδοση της αποκατάστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με τους μύθους και τα σύμβολά της ευνόησε την διάδοση της εθνικής ιδέας η οποία, αλληλεπιδρώντας με τον ελληνικό εθνικισμό, επανερμηνεύθηκε και ανασημασιοδοτήθηκε στα πλαίσια των συνθηκών και των επιδιώξεων της εποχής και επηρέασε την διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας στην νεότερη Ελλάδα. Η θέση αυτή του Χατζόπουλου συμβαδίζει με την θεωρία του «εθνο-συμβολισμού» σύμφωνα με την οποία ο εθνικισμός τροφοδοτείται από προνεωτερικές μνήμες, μύθους και σύμβολά από την ιστορική και θρησκευτική διαδρομή της κάθε εθνικής κοινότητας.
Κατά τους αιώνες μετά την Άλωση, η απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης αποτέλεσε σύνηθες θέμα της λόγιας και της δημώδους νεοελληνικής λογοτεχνίας, η οποία διατήρησε ζωντανό τον μύθο, ιδιαιτέρως μέσα από κείμενα βυζαντινών και μεταβυζαντινών συγγραφέων που κατέγραφαν προφητείες σχετικά με το μέλλον. Τα κείμενα αυτά είχαν ευρεία κυκλοφορία και διάδοση από την εποχή της Άλωσης μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα και λειτούργησαν ως «όχημα» μεταλαμπάδευσης αυτών των μύθων και των συμβόλων μέσα στους αιώνες.
Η παράδοση των προφητειών και των χρησμών προσέφερε θάρρος και ελπίδα στους Χριστιανούς κατά την διάρκεια της Οθωμανικής κατάκτησης καθώς, παρά την καταστροφή της Αλώσεως, διαβεβαίωνε ότι η Αυτοκρατορία θα αποκαθίστατο σε κάποια άδηλη στιγμή του μέλλοντος. Όπως επισημαίνει ο Χατζόπουλος «η χρησμολογική παράδοση λειτούργησε ως όχημα μέσω του οποίου παραδίδονταν από γενιά σε γενιά κοινά διαδεδομένες πίστεις αναφορικά με συγκεκριμένα εδάφη ή τόπους που θεωρούνταν ως ιεροί και, κατά συνέπεια, αναπόσπαστοι» (σελ. 264).
Κατά την διάρκεια των αιώνων, οι φορείς αυτής της πίστης μπόρεσαν να συνθέσουν μέσα σε αυτήν την παράδοση και ένα σύνολο ανατρεπτικών ιδεών το οποίο μετεξελισσόμενο υπηρέτησε το αίτημα για εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση των Ελλήνων εναντίον του Σουλτάνου, με κύριο οργανωτικό μοχλό την Φιλική Εταιρεία. Παρ’ όλο που οι φορείς προέρχονταν κυρίως από τα εγγράμματα στρώματα της κοινωνίας, η πίστη περί αποκατάστασης της Αυτοκρατορίας ήταν ευρύτατα διαδομένη και στα χαμηλότερα και λαϊκά στρώματα. Το γεγονός αυτό έκανε το πρόταγμα της αποτίναξης του Οθωμανικού ζυγού οικείο σε αυτά και εύκολο να το ενστερνιστούν. Όπως άλλωστε καταγράφει ο καθηγητής και λαογράφος Νικόλαος Γ. Πολίτης (2015), πολλές παραδόσεις γύρω από την Πόλη και την Αγία Σοφία δεν ήταν εντοπισμένες σε συγκεκριμένες περιοχές του ελληνικού χώρου αλλά καταγράφονταν σε πολλά σημεία του («πολλαχού»).
Συνεπώς, η λαϊκή υποστήριξη στις εξεγέρσεις κατά των Οθωμανών μπορεί να εξηγηθεί κατά σημαντικό μέρος από την ευρεία απήχηση που είχαν αυτές οι προφητικές παραδόσεις. Ο προφητικός λόγος λειτούργησε, δηλαδή, ως κιβωτός «μνήμης» για τις συλλογικές προσδοκίες των Ελλήνων όλων των τάξεων για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και της Αγίας Σοφίας, που αποτελούσαν την «ιερή και αναπαλλοτρίωτη ‘περιουσία’ του ελληνικού έθνους» (Χατζόπουλος 2025, σελ. 269).
Όπως περιγράφει ο Χατζόπουλος «μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα, η Άλωση ήταν το πλέον καθοριστικό γεγονός της ιστορίας της ελληνικής εθνικής κοινότητας· η Αγία Σοφία ήταν τόπος υπέρτατης ιερότητας που δεν θα μπορούσε παρά να είναι ελληνικός· και ο τελευταίος βυζαντινός αυτοκράτορας δεν ήταν παρά ένα πρότυπο αυτοθυσίας για το έθνος …[Μ]όλις το σύνολο αυτό ανασημασιοδοτήθηκε με εθνικούς όρους άρχισε να ωθεί την ελληνική εθνική ιδεολογία προς τις δικές του κατευθύνσεις …[οι οποίες] διαμορφώθηκαν από συλλογικές προσδοκίες προερχόμενες από το εσωτερικό, όχι από συρμούς της εποχής προερχόμενους από το εξωτερικό» (σελ. 269-270).
Η τελευταία αυτή επισήμανση του συγγραφέα αποτελεί και την σημαντικότερη συνεισφορά στην γνώση μας για την διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας στα νεότερα χρόνια. Η μονογραφία του Χατζόπουλου καταρρίπτει την ευρύτατα διαδεδομένη στους εγχώριους διανοούμενους άποψη ότι η νεοελληνική ταυτότητα είναι μία νεωτερική ιδεολογική κατασκευή η οποία προήλθε από την Δύση όταν ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός εισήγαγε τις ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού οδήγησαν τις εκδυτικισμένες ελληνόφωνες ελίτ στην σύλληψη της ιδέας της ύπαρξης ενός ελληνικού λαού ο οποίος ήταν πολιτισμικά διακριτός από τους υπόλοιπους υπηκόους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και οι ελίτ αυτές μύησαν κατόπιν τους «συμπατριώτες» τους σε αυτήν την ιδέα. Συνεπώς, κατά την κυρίαρχη αυτή προσέγγιση, ο ελληνικός εθνικισμός τόσο ως ιδεολογία όσο και ως κίνημα διαμορφώθηκε από εξωτερικές επιδράσεις και αποτελεί ένα νεωτερικό και κοσμικό ιδεολόγημα. Ο συγγραφέας καταδεικνύει γιατί αυτή η άποψη δεν είναι ακριβής.
Επιπλέον, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Χατζόπουλος, «η επίγνωση των επιτευγμάτων του αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η αίσθηση μιας εθνοτικής καταγωγής δεν είχε πάψει να χαρακτηρίζει τα ελληνόφωνα εγγράμματα στρώματα μετά την Άλωση, οδηγώντας τα, κατά καιρούς, να καυχώνται ότι ανήκαν σε ένα παλιό και ένδοξο γένος» (σελ. 24). Πάντως, ο συγγραφέας στην μονογραφία του δεν καταπιάνεται με το θέμα της ύπαρξης ή μη μιάς ελληνικής εθνοτικής ταυτότητας πριν την έλευση του εθνικισμού, καθώς στους υπό μελέτη χρησμούς και προφητείες δεν προτάσσεται το εθνοτικό στοιχείο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι μία ακόμα σημαντική συνεισφορά της θεωρίας του «εθνο-συμβολισμού» στην μελέτη της εθνικιστικής ιδεολογίας είναι η πεποίθηση ότι τα θεμέλια των εθνών και του εθνικισμού είναι εθνοτικά (ethnic). Όπως χαρακτηριστικά τόνιζε ο Smith «στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας περισσότερο ή λιγότερο ισχυρός δεσμός μεταξύ των σύγχρονων εθνών και προ-υπαρχουσών, και συχνά προ-νεωτερικών, εθνοτικών κοινοτήτων (ethnies)» (2005, σελ. 25)
Για τον λόγο αυτόν, έχει επιστημονική αξία για την μελέτη του εθνικισμού η ενσωμάτωση των ευρημάτων και άλλων επιστημών πέραν της ιστορίας, της λαογραφίας, της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας. Μία τέτοια επιστήμη είναι η εξελικτική ψυχολογία προκειμένου να ληφθούν υπ’ όψιν οι «επίμονες ψυχολογικές βάσεις του φυλετισμού (tribalism)», όπως υπογραμμίζει ο καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Stanford Robert Sapolsky (2019, σελ. 43). Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν τα ευρήματα και της βιολογίας πληθυσμών ως προς ανθρώπινη φύση (ενδεικτικά, Wilson 1976).
Άλλη μία παράμετρος την οποία αρκετοί μελετητές του εθνικισμού αποφεύγουν να εξετάσουν είναι αυτή της βιολογικής συγγένειας, γι’ αυτό και επιχειρούν να εξηγήσουν τις εθνικές ταυτότητες και τις εθνικές ιδεολογίες προσεγγίζοντάς τες μόνο μέσα από κοινωνικές, ιστορικές ή οικονομικές παραμέτρους. Όμως, όπως τονίζει ο καθηγητής Walker Connor – ένας άλλος διαπρεπής μελετητής του εθνικισμού ο οποίος είναι εν πολλοίς άγνωστος στην χώρα μας – «με το να παραβλέπουν ή να αρνούνται την αίσθηση της συγγένειας που διαποτίζει το έθνος, οι μελετητές κλείνουν τα μάτια …[στο γεγονός ότι] στον πυρήνα της εθνοψυχολογίας είναι η αίσθηση του κοινού αίματος» (1994, σελ. 197).
Σε ό,τι αφορά στην διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής ταυτότητας και του ελληνικού εθνικισμού χρήσιμη θα ήταν η ενσωμάτωση στην θεώρηση των μελετητών και των ευρημάτων της γενετικής και ιδίως της αρχαιογενετικής. Μία αναλυτική παρουσίαση των σύγχρονων μελετών γύρω από την σχέση των σύγχρονων Ελλήνων με τους παλαιότερους κατοίκους του ελληνικού χώρου κάνει στο σχετικό βιβλίο του ο ομότιμος καθηγητής Γενετικής στο ΑΠΘ Κωνσταντίνος Τριανταφυλλίδης (2020).
Τέλος, θα είχε ενδιαφέρον μία μελέτη ως προς την επιρροή των ίδιων προ-νεωτερικών συμβόλων και μύθων στην διαμόρφωση της ελληνικής εθνικιστικής ιδεολογίας στην σύγχρονη εποχή. Η αίσθησή μου είναι ότι θα εντοπισθεί μία αξιοσημείωτη συνέχεια στην παρουσία τους παρά την χρονική απόσταση και παρά το ότι η μετάδοση αυτών των συμβόλων και μύθων μέσα από τους επίσημους θεσμούς και την δημόσια σφαίρα έχει ατονήσει.
Αξίζει ενδεικτικά να αναφερθεί ότι ο διαπρεπέστερος εκπρόσωπος του ελληνικού εθνικισμού κατά την μεταπολεμική περίοδο, ο καθηγητής Πολιτειολογίας Δημήτριος Βεζανής υπογράμμιζε ότι «ο Κωνσταντίνος [Παλαιολόγος] με τον θάνατόν του εδημιούργησε και εθεμελίωσε την Μεγάλην Ιδέαν του ελληνισμού, η οποία αποτελεί και απετέλεσε το βάθρον της υπάρξεώς μας ως Έθνους …[Ά]νευ αυτής είμεθα προωρισμένοι να εξαλειφθώμεν από του προσώπου της γης» (1956, σελ. 7).
Κατά τον Βεζανή «η Μεγάλη Ιδέα εύρηται ήδη μέσα εις την Ελληνικήν Επανάστασιν, η οποία αποτελεί έναρξιν της πραγματοποιήσεως ενός ονείρου το οποίον εγεννήθη εις την ψυχήν του Λαού μας ευθύς ως έπεσεν η Πόλις» (1962, σελ. 63). Μάλιστα, επισήμαινε ότι «η Ελληνική Επανάστασις δεν έληξεν … αλλά συνεχίζεται ως αγών διά την ελευθερίαν όλης της Ελλάδος και όλων των Ελλήνων» (1962, σελ. 56). Τέλος, τόνιζε ότι «υπό τας σημερινάς συνθήκας η Μ. Ιδέα δεν δύναται να επιτευχθή διά μιάς …Εάν όμως δεν δυνάμεθα να φθάσωμεν αμέσως το τέρμα τούτο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραιτηθώμεν του δρόμου» (1962, σελ. 66).
* Ο Ιωάννης Ηλ. Κολοβός είναι απόφοιτος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος των τίτλων Master of Arts in Public Relations από το Manchester Metropolitan University και Master of Arts in Political Communication από το University of Sheffield. Από το 2003 μελετά την ιδεολογία του ελληνικού εθνικισμού και τις πολιτικές του εκφράσεις και έχει συγγράψει τα βιβλία «Άκρα δεξιά και ριζοσπαστική δεξιά στην Ελλάδα και στην Δυτική Ευρώπη 1974-2004» (εκδόσεις Πελασγός, 2005), «Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός: η ιδεολογία, οι εκλογές και οι ψηφοφόροι» (εκδόσεις Πελασγός, 2016) και «Εθνικισμός, ένα κίνημα κατ’ εξοχήν λαϊκόν: οι ιδέες και η κοσμοθεωρία του καθηγητή Δημητρίου Σ. Βεζανή» [εκδόσεις Πελασγός, 2019 και 2022 (Β’ – εμπλουτισμένη – έκδοση)]. Το 2024 αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Τμήματος Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Χρυσή Αυγή: από τον εθνικοσοσιαλισμό στον “λαϊκό εθνικισμό”» (εκδόσεις Επίκεντρο, 2025) βασίζεται στη διδακτορική του διατριβή.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Βεζανής, Δ. (1956). Τρεις μεγάλοι σταθμοί του Ελληνισμού. Αθήναι: Εθνικιστικός Σύνδεσμος
Βεζανής, Δ. (1962). Υπό το φως του Εθνικισμού. Αθήναι: Εθνικιστικός Σύνδεσμος
Κολοκοτρώνης, Θ. (χ.χ). Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής. Αθήνα: Πάπυρος / ΒΙΠΕΡ 64
Πολίτης, Ν. Γ. (2015). Οι παραδόσεις του ελληνικού λαού [τόμος Α]. Αθήνα: Το Βήμα
Τριανταφυλλίδης, Κ. (2020) Η γενετική ιστορία των Ελλήνων. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Κυριακίδη
Connor, W. (1994). Ethnonationalism: the quest for understanding. Princeton, NJ: Princeton University Press
Sapolsky, R. (2019) “This is your brain on nationalism: the Biology of Us and Them”, Foreign Affairs [March / April 2019], vol. 98, no. 2, pp. 42-47
Smith, A. D. (2005) “Ethno-symbolism and the study of nationalism”. In P. Spencer and H. Wollman (eds), Nations and Nationalism: a reader. Edinburgh: Edinburgh University Press, pp. 23-31
Wilson, Ε. Ο. (1976) Academic Vigilantism and the Political Significance of Sociobiology, BioScience, vol. 26, no. 3, pp. 183, 187-190. DOI: https://doi.org/10.2307/1297247





