Τρίτη, 12 Μαΐου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Οι Έλληνες της Πόλης στο 19ο / 20 ο Αιώνα- Το νέο βιβλίο του πρέσβη επι τιμή Βασίλη Μούτσογλου

Του Νίκου Θ. Κόλμαν

Ο Βασίλης Μούτσογλου (ΒΜ) μας παρουσιάζει το δεκατοτρίτο βιβλίο του και το τρίτο στο οποίο εστιάζει στους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης.

Ο Διπλωμάτης ΒΜ με τον τρίτο τόμο τείνει να ολοκληρώσει την ιστορία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Το πρώτο βιβλίο εστιάζει στην περίοδο 1821-1923 (εκδ. Παπαζήση, 1998), το δεύτερο 1453-1821 (εκδ. Τσουκάτος, 2023) και με το τελευταίο επίσης των εκδόσεων Τσουκάτου (2026) καλύπτει την εποχή του 19ου και 20ού αιώνα.

Στο τελευταίο έργο του ο ΒΜ, αναλύει εμβριθώς τα τεκμήρια της αυταπάτης για την επανίδρυση της μεγάλης Ελλάδας και τα ανεξίτηλα αποτυπώματα που άφησε αυτή η εποχή. Πρόκειται για μια αισιόδοξη, φιλόδοξη και αμφίσημη διαδρομή η οποία ισορροπεί μεταξύ προοδευτικής και συντηρητικής πολιτικής ένθεν και εκείθεν. Ιδίως με την διεισδυτική και αναλυτική του μελέτη, ο ΒΜ στην αναζήτηση των βαθύτερων αιτιών που γεννούν τις συγκρουόμενες συνυπάρξεις, προσπαθεί να ερμηνεύσει πολυεδρικά τα γεγονότα. Άλλωστε, όπως έχει υπογραμμίσει ο συγγραφέας από τον πρώτο του τόμο, η ελληνική επανάσταση, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα βαλκανικά έθνη, δεν ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη, η οποία υπήρξε η τελευταία πρωτεύουσα του Ελληνισμού πριν την πτώση της το 1453. Επιπρόσθετα, η δημιουργία του Ελληνικού κράτους άφησε αρκετούς ελληνικούς πληθυσμούς έξω από τα πρώτα σύνορα του.

Η εποχή της ανάδειξης των εθνικών υποθέσεων, ειδικά στην περιοχή των Βαλκανίων, ήταν αναμενόμενο να επηρεάσει την πολιτική της Αυτοκρατορίας και τους Οθωμανούς πολίτες. Επίσης, η κυρίαρχη πολιτική των Οθωμανών, μέσα από τις αντιθέσεις, οδηγήθηκε σταδιακά από την συμπεριληπτική κοσμοπολίτικη στρατηγική απέναντι στις μειονότητες, αν όχι στην πλήρη ενσωμάτωσή τους, στην εξολόθρευσή τους. Η ιστορία έδειξε ότι τελικά ακολουθήθηκαν και οι δύο στρατηγικές, ανάλογα με τις πολιτικές περιόδους, με παλινδρομήσεις και διακυμάνσεις. Η παρακμή του ισλαμισμού ανέδειξε τις επιδιώξεις του οθωμανισμού και του εθνικισμού. Ο Οθωμανισμός εκφράστηκε με τα δύο Τανζιματ. Ο Ελληνισμός ενεθάρρυνε και, παρά τις όποιες παλινδρομήσεις, έκτισε σχολεία, εκκλησίες και πνευματικούς συλλόγους. Ιδρύθηκε η Θεoλογική Σχολή (1844), η Π.Μ. του Γένους Σχολή (1849/1453), το Ιωακείμειο (1882), το Ζάππειο (1875), το Κεντρικό (1844), το Ζωγράφειο (1893). Οικονομικά ισχυροί Έλληνες, όπως ο Γ. Ζαρίφης, ο Ε. Ζάππας, Κ. Ζάππας, Ε. Ζαφείρη, Χ. Ζωγράφος, συνέτρεξαν στην υποστήριξη της ελπίδας. Κατανόησαν και επένδυσαν στην ελληνική παιδεία. Διορατικοί και οξυδερκείς, γνώριζαν καλά ότι, αν υπάρχει ελπίδα να αναγεννηθεί ο ελληνισμός στα Πάτρια, αυτό δεν μπορεί να συμβεί χωρίς πρωτίστως να επενδύσουμε στην ελληνομάθεια. Ο ρόλος του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, παρά τις αντιθέσεις, αρχαίων και θρησκευτικών, εξισορροπώντας, εντέλει, στον ελληνοχριστιανισμό, μπόρεσε να περάσει στην ιστορία ως οιωνοί του Υπουργείου Παιδείας του Γένους. Η πατριωτική, φιλόδοξη αναγέννηση κάλυπτε σχεδόν όλους τους τομείς κοινωνικής δραστηριότητας. Οι επιβλητικοί ναοί του Πέρα, Παναγία (1804), Αγία Τριάδα (1860), Κωνσταντίνου και Ελένης (1864), Μεταμόρφωσης Σισλί (1865), εντυπωσιάζουν μέχρι σήμερα τους επισκέπτες του Πέρα, οι οποίοι προσπαθούν να αναλογιστούν τις φιλοδοξίες και τα όνειρα των Ρωμιών εκείνων των χρόνων στα Πάτρια. Ιδρύθηκαν επίσης τα Εθνικά Φιλανθρωπικά Καταστήματα (Νοσοκομεία του Μπάλουκλι), επιβεβαιώνοντας τη δόθηκε σημασία στην υγεία των ρωμιών, ενώ η οικονομική διεισδυτικότητα επαληθευόταν από το γεγονός ότι, από τις 140 τράπεζες, οι 12 ανήκαν σε Έλληνες…

Επίσης, ανθεί ο ελληνικός τύπος, αναδεικνύοντας προσωπικότητες των γραμμάτων και των εκδόσεων, με γνωστότερες τις εφημερίδες: «Τηλέγραφος του Βοσπόρου», «Οθωμανικός Μηνύτωρ», «Ο Ήλιος», «Μέλισσα», «Ανατολή», «Ανατολικός Αστήρ», «Ομόνοια», «Επτάλοφος», «Νεολόγος της Ανατολής», «Θεατής», «Αρμονία» κ.ά. Μετά το 1923, όπως μας ενημερώνει ο ΒΜ, οι περισσότερες εφημερίδες έκλεισαν ή τις έκλεισαν οι αρχές. Παρ’ όλα αυτά, το 1956 κυκλοφορούσαν ακόμη οι εφημερίδες «Εμπρός» (Τσίτου/Παπαδόπουλου), «Ελεύθερη Φωνή» (Λαμπίκη/Βενέτη), «Απογευματινή» (Κ. Βασιλειάδη) και «Ταχυδρόμος» (Μειμαρίδου).

Εκδίδονται επίσης τα λογοτεχνικά περιοδικά Βόσπορος, Πυρσός και Τέχνη. Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στη πνευματική κίνηση και στην αναλαμπή των Ελλήνων της Πόλης. Το έργο αναφέρεται σε συγκεκριμένες παραγράφους του στο Ορφανοτροφείο Πριγκήπου, στην Ελληνική Ένωση Κωνσταντινουπολιτών, στον Αθλητικό Σύλλογο Πέρα (Pera Kulübü / Beyoğluspor).

Με την διεισδυτική έρευνα του ΒΜ γνωρίζουμε τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις ακόμη και μεταξύ Πατριαρχών και της Ιεράς Συνόδου. Επίσης μαθαίνουμε ότι «τέσσερις φοιτητές της ιατρικής, ένας Αλβανός, ένας Κιρκάσιος και δύο Κούρδοι ιδρύουν τον πυρήνα μιας οργάνωσης που εξελίσσεται στον πανίσχυρο Οθωμανικό Σύλλογο Ενώσεως και Προόδου.» (Ittihat ve Terakki Cemiyeti). Το οθωμανικό σύνταγμα του 1908, όπως και οι προηγήθεισες μεταρρυθμίσεις (Hatt-i-sherif /1839, Hatt-i-humayun /1856), δημιούργησε ελπίδες και αναπτέρωσε το ηθικό των ρωμιών, και παρά τις διαψεύσεις των προηγούμενων νομοθετημάτων για το μέλλον του ελληνισμού της Πόλης, αρκετοί πιστεύουν ή οραματίζονται την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ιδρύθηκε η εθνική μυστική οργάνωση «Κωνσταντινούπολη». Από την άλλη πλευρά, οι «Ενωτικοί» αντιμετωπίζουν με καχυποψία τους Έλληνες της Πόλης. Γράφει ο ΒΜ: «Το 1908 στην Πόλη κατοικούν 400 χιλιάδες Έλληνες, 500 χιλιάδες Μουσουλμάνοι, 150 χιλιάδες Αρμένιοι και 60 χιλιάδες Εβραίοι». Την ώρα που οι Νεότουρκοι μεθόδευαν την εξολόθρευση των Ελλήνων της Πόλης, ο εθνικός διχασμός στην Ελλάδα μεταφέρθηκε στην Πόλη. Στο βιβλίο του αναλύονται με σαφήνεια και συνοπτικότητα οι ιστορικοί σταθμοί των συνθηκών Σεβρών και Λοζάνης και οι διακυμάνσεις των ελπίδων και οι διαψεύσεις των προσδοκιών που γέννησαν οι πρόσκαιρες νίκες. Το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γέννησε τη νέα Τουρκική Δημοκρατία (Türkiye Cumhuriyeti) με δεσπόζουσα ιδεολογία που συμπυκνώνεται στο σλόγκαν, η χώρα ανήκει μόνο στους Τούρκους: «Türkiye Türklerindir». Και το επακόλουθο μήνυμα με το οποίο όλοι οι μειονοτικοί έπρεπε να υμνούν στα σχολεία τους: «Ne mutlu Türküm diyene!»

Η υπογραφή συνθήκης φιλίας μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας το 1930, μετά τον πόλεμο και την επακόλουθη Μικρασιατική ήττα το 1922, από όσο αποδείχθηκε εκ των αποτελεσμάτων, όχι μόνο δεν τερμάτισε τη σταδιακή διαρροή των Ελλήνων της Πόλης, αλλά κυρίως αποδείχθηκε μια νέα αυταπάτη. Ο ΒΜ φωτογραφίζει εκείνη την εποχή, δίνοντάς μας τους αμείλικτους αριθμούς. Τότε ο Ελληνισμός διοικούνταν κατανεμημένος σε 48 ενορίες, στις οποίες λειτουργούσαν 6 λύκεια, 38 σχολεία με 7.667 συνολικό αριθμό μαθητών, 252 εκπαιδευτικούς και 54 εκκλησίες.

Ο μελετητής ΒΜ μας πλοηγεί στα αχαρτογράφητα νερά της τουρκικής πολιτικής απέναντι στην Αρχή της Ελληνικής μειονότητας, δηλαδή το Πατριαρχείο. Εστιάζει στις ιδιαιτερότητες και αντιφάσεις κάθε περιόδου των Πατριαρχών Ιωακείμ Γ΄, Γερμανού Ε΄, Βενιαμίν, Μάξιμου Ε΄, Αθηναγόρα Α΄ (Σεπτεμβριανά ΄55), Δημητρίου.

Ο ΒΜ παρακολουθεί διεξοδικά τις επιπτώσεις και τις επιδιώξεις των Ελλήνων από την εποχή Πατριαρχίας του Ιωακείμ Γ’ μέχρι τον Δημήτριο. Η Ελλάδα μετά το ’21 δεν σταμάτησε να οραματίζεται τη Μεγάλη Ιδέα, ενώ οι Πολίτες και το Οικουμενικό Πατριαρχείο παρέμεναν εγκλωβισμένοι στην Αυτοκρατορία. Το Πατριαρχείο συνέχιζε να διαδραματίζει τον εθναρχικό του ρόλο. Τονίζει ο συγγραφέας: «Η Κωνσταντινούπολη ως πολιτιστικός πόλος του Ελληνισμού καθίσταται κατά τον 19ο αιώνα εφάμιλλος της Αθήνας».

Στο σημαντικό αυτό βιβλίο του ΒΜ γίνεται εκτενής και διεισδυτική αναφορά στο Κυπριακό και στις επιπτώσεις του στην Ελληνική Μειονότητα και ο συσχετισμός του με το πογκρόμ του 1955.

Θα κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμά μου μεταφέροντας από το βιβλίο, το οποίο, εκτός από εμάς τους Κωνσταντινουπολίτες, θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό να διαβαστεί από κάθε Έλληνα όπου Γης: την υπογράμμιση του ΒΜ σχετικά με τη δραματική μείωση του αριθμού των Ελλήνων της Πόλης «λόγω απηνών διώξεων του τουρκικού κράτους… η ιστορία των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης διέρχεται περιόδους δυστυχίας και διωγμών, αλλά και εποχές πνευματικής ανάπτυξης και επίδειξης θάρρους.»

Αξίζει να τονίσω ότι όσοι διαβάσετε τα βιβλία του Βασίλη Μούτσογλου, τα οποία αναλύουν εύστοχα τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες, αφενός θα κατανοήσετε τους λόγους που προκάλεσαν τη συρρίκνωση του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης, αφετέρου θα αναστοχαστείτε για το αύριο των Ρωμιών της Πόλης.

Θα ήταν ίσως ελλιπές αυτό το σημείωμα αν δεν επανερχόμουν στον χαρακτηρισμό του λόγιου διπλωμάτη για τον συγγραφέα Βασίλη Μούτσογλου, ο οποίος υποστηρίζεται όχι μόνο από τη στοχαστικότητα με την οποία ερευνά τα ιστορικά και κοινωνικά αίτια, αναπτύσσοντας ένα ευρύ φάσμα θεμάτων με εστιασμένη και καθαρή γραφή, αλλά και γιατί εκτός από τα ερευνητικά έργα του, όπως «Βαλκανική Παράμετρος» (2002), «Αραβική Ανατροπή» (2014), «Η Προσωπικότητα του Τουρκικού Κράτους» (2016), «Ελληνική Μεταβολή του 1821» (2020), «Η Γεωγραφική συνάρτηση στο Γεωπολιτικό Αίνιγμα» (2019), έχει παρουσιάσει με τα μυθιστορήματά του «Τέλος Χρόνου» (2021) και «Σαχέλ» (2024) το ταλέντο του στην ευφάνταστη αφήγηση και πλοκή, ενώ με την ποίησή του «Παραπλανητικές Περιπλανήσεις» (2023) μας εξέπληξε με τον λυρισμό και την ιδιαίτερη ευαισθησία του.

Με το συνολικό του έργο, ο ΒΜ επιβεβαιώνει το βαθυστόχαστο κριτήριό του, το οποίο, συνδυασμένο με τη διπλωματική του εμπειρία και τη τεχνοκρατική του εμβέλεια, φτάνει στο κόκκαλο των αιτιών, σα νυστέρι μικροχειρουργικής πάνω στα υποκείμενα της ιστορίας.

Ο Βασίλης Μούτσογλου αναμφιβόλως είναι ένας πολυτάλαντος άξιος λόγιος Κωνσταντινουπολίτης. Αναμένουμε το επόμενο έργο του με προσμονή… Εν τω μεταξύ, να διαβάσουμε με την πρέπουσα προσοχή τους «Έλληνες της Κωνσταντινούπολης του 19ου και 20ού αιώνα», γιατί εκτός των άλλων, ανάμεσα στις λέξεις, θα αφουγκραστούμε τις αναπνοές δικών μας ανθρώπων… των προγόνων μας.