Συνέντευξη με Δρ. Pavan Chaurasia, Ερευνητικός Συνεργάτης, India Foundation
Ως ειδικός στη δυτική Ασία, μπορείτε να αξιολογήσετε τον αντίκτυπο της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν;
Ο αντίκτυπος του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν υπήρξε καταστροφικός για την Ινδία, καθώς η σύγκρουση αυτή όχι μόνο αύξησε το κόστος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, αλλά επιβάρυνε και το συνολικό κόστος της ουδέτερης διπλωματίας της χώρας, μέσω της οποίας είχε καταφέρει να διατηρεί καλές σχέσεις με όλα τα κράτη της περιοχής, όσο ταραχώδης κι αν είναι η Δυτική Ασία.
Τα τρία κέντρα ισχύος της περιοχής — τα κράτη του Κόλπου, το Ισραήλ και το Ιράν — έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ινδία για διαφορετικούς λόγους, και η Ινδία έχει διατηρήσει φιλικές σχέσεις με όλα, παρά τις έντονες πιέσεις από εξωτερικές δυνάμεις. Ακόμη και εντός του Κόλπου, έχουμε δει δύο βασικούς παίκτες — τα ΗΑΕ και τη Σαουδική Αραβία — να απομακρύνονται μεταξύ τους για διάφορους λόγους και συγκρούσεις συμφερόντων. Ωστόσο, η Ινδία έχει διατηρήσει εξαιρετικά στενούς δεσμούς και με τις δύο χώρες. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση της με τα ΗΑΕ έχει περάσει σε νέο επίπεδο και η χώρα εξελίσσεται πλέον στον ισχυρότερο πυλώνα της πολιτικής της Ινδίας στον Κόλπο, κυρίως λόγω της μεγάλης ινδικής διασποράς, αλλά και της οικονομικής συνεργασίας και των επενδύσεων.
Καθώς ο πόλεμος έφτασε στη γειτονιά της Ινδίας, έχει καταστεί πρόκληση για το Νέο Δελχί να παραμείνει ουδέτερο και να μη λάβει θέση υπέρ κάποιας πλευράς. Η Ινδία ακολούθησε μια λεπτή ισορροπία, αποφεύγοντας να επικρίνει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ για τις αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν. Παράλληλα, δεν κατονόμασε ούτε καταδίκασε το Ιράν για ζητήματα που σχετίζονται με τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ. Αν ο πόλεμος συνεχιστεί, η Ινδία θα αντιμετωπίσει έλλειψη τριών αγαθών που θεωρούνται απολύτως απαραίτητα για την οικονομική της ανάπτυξη και την κοινωνική της σταθερότητα — πετρέλαιο, φυσικό αέριο και λιπάσματα. Το τελευταίο εισάγεται σε μεγάλο βαθμό από την περιοχή και παράγεται επίσης εγχώρια από φυσικό αέριο που εισάγεται από τη Δυτική Ασία. Επομένως, η συνέχιση του πολέμου θα αποτελέσει σημαντική πρόκληση για τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και της βιωσιμότητας της Ινδίας.
Πιστεύετε ότι η τρέχουσα κατάσταση στη Μέση Ανατολή θα ενισχύσει της σχέσεις της Ινδίας με την Ευρώπη;
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις μεταξύ Ινδίας και ΕΕ/Ευρώπης ενισχύονταν ήδη σε πρωτοφανές επίπεδο τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μετά την πανδημία COVID-19, η οποία προκάλεσε τεράστιες διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού. Η Ινδία και η Ευρώπη μοιράζονται κοινές αξίες και αντιλήψεις, είτε πρόκειται για τη δημοκρατία, τα δικαιώματα, την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, την ελεύθερη οικονομία της αγοράς ή μια διεθνή τάξη βασισμένη σε κανόνες.
Πολλές ευρωπαϊκές χώρες δεν αισθάνονται άνετα με την υπερβολικά ισχυρή παρουσία της Κίνας στην περιοχή και επιδιώκουν, σε κάποιο βαθμό, να την εξισορροπήσουν με τη βοήθεια της Ινδίας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει ευρωπαϊκές χώρες να αποκλίνουν η μία από την άλλη σε διάφορα ζητήματα, ιδίως σε θέματα ασφάλειας, διαχείρισης συνόρων και, σε κάποιο βαθμό, κινεζικών επενδύσεων. Αυτό δημιουργεί σύγχυση και στέλνει ένα λανθασμένο μήνυμα στον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ινδίας, η οποία πάντοτε έβλεπε την Ευρώπη ως μία μεγάλη αλλά ενωμένη οικογένεια. Επιπλέον, ορισμένες πολιτικές της ΕΕ, ιδιαίτερα όσον αφορά τις εξαγωγές — που συνδέονται με περιβαλλοντικές ανησυχίες και εργασιακά ζητήματα — φαίνονται διακριτικές και προκατειλημμένες απέναντι στα ινδικά προϊόντα, προκαλώντας ανησυχία στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στο Νέο Δελχί. Επιπλέον, τα περιττά σχόλια ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών για τα εσωτερικά ζητήματα της Ινδίας και η κριτική τους για το ιστορικό ανθρωπίνων δικαιωμάτων της χώρας δυσχεραίνουν περαιτέρω τις συνθήκες.
Ο «βομβαρδισμός» δασμών από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump είχε ένα παράπλευρο πλεονέκτημα: έφερε την Ινδία και την Ευρώπη πιο κοντά, προκειμένου να προστατεύσουν τις οικονομίες τους από τους δασμολογικούς κραδασμούς και να αναζητήσουν νέες αγορές για τα προϊόντα τους. Αυτό οδήγησε στην υπογραφή της μακροχρόνια εκκρεμούς Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου Ινδίας–ΕΕ, η οποία θεωρείται πλέον συμφωνία-ορόσημο.
Η τρέχουσα κρίση ενδέχεται να μην έχει άμεσο αντίκτυπο στην περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεων Ινδίας–Ευρώπης, όμως η αύξηση του κόστους καυσίμων και ενέργειας έχει καταστεί κοινό πρόβλημα. Και οι δύο πλευρές έχουν πλέον ισχυρότερα κίνητρα να επιταχύνουν τη μετάβαση σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, όπως οι ανανεώσιμες, και να διαφοροποιήσουν τις πηγές LNG και πετρελαίου. Μπορούν επίσης να συνεργαστούν στενότερα για την επιτάχυνση της οικονομικής διαφοροποίησης και την εξερεύνηση νέων τομέων συνεργασίας, εάν ο πόλεμος συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα. Ωστόσο, οι στενές σχέσεις της Ινδίας με τη Ρωσία ενδέχεται να αποτελέσουν σημείο τριβής, καθώς η Ευρώπη θεωρεί τη Ρωσία τη μεγαλύτερη απειλή της.
Ποιο είναι το μέλλον του IMEC;
O IMEC είναι ένα σχέδιο με τεράστιες δυνατότητες να μεταμορφώσει το οικονομικό τοπίο της Ινδίας, της Δυτικής Ασίας — ιδιαίτερα της περιοχής του Κόλπου — και της Ευρώπης. Και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, όλοι οι εμπλεκόμενοι αποφάσισαν να το εγκαινιάσουν κατά τη διάρκεια μίας από τις σημαντικότερες συναντήσεις των παγκόσμιων οικονομικών δυνάμεων, της Συνόδου Κορυφής της G20, που πραγματοποιήθηκε στο Νέο Δελχί το 2023. Ωστόσο, για πρακτικούς λόγους, το έργο δεν κατάφερε ακόμη να προχωρήσει ουσιαστικά λόγω της κατάστασης που επικρατεί στη Δυτική Ασία, ιδιαίτερα εξαιτίας της σύγκρουσης Ισραήλ–Παλαιστίνης.
Η καθυστέρηση του IMEC επιβεβαίωσε ένα κρίσιμο γεγονός: δεν μπορεί να υπάρξει ομαλό γεωοικονομικό σύστημα χωρίς επίλυση της γεωπολιτικής κατάστασης στην περιοχή. Παρά τις καλύτερες προσπάθειες της Ινδίας, το IMEC παραμένει ουσιαστικά ανενεργό εξαιτίας παραγόντων που δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχό της. Ωστόσο, η καλύτερη λύση θα ήταν ίσως μια μικρότερη εκδοχή του έργου — οι χώρες μπορούν να ολοκληρώσουν τα έργα συνδεσιμότητας που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους και να περιμένουν την πλήρη υλοποίηση του τελικού σχεδίου όταν η κατάσταση ομαλοποιηθεί στο μέλλον.
Είναι η Ελλάδα μέρος αυτής της εξίσωσης; Ποιες είναι οι προβλέψεις σας για το μέλλον των ελληνοϊνδικών σχέσεων;
Ναι, η Ελλάδα αποτελεί αναμφίβολα μέρος της εξίσωσης — και μάλιστα ολοένα πιο κεντρικό — στον τρόπο με τον οποίο η αστάθεια στη Δυτική Ασία αναδιαμορφώνει και ενισχύει τις σχέσεις Ινδίας–Ευρώπης. Η στρατηγική γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, σε συνδυασμό με την ενεργή διπλωματία της, την καθιστούν φυσική γέφυρα για ανθεκτικούς εμπορικούς, ενεργειακούς και αμυντικούς διαδρόμους, εν μέσω των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, των εντάσεων στην Ερυθρά Θάλασσα και της ευρύτερης περιφερειακής αστάθειας.
Πέρα από τον ρόλο ενός περιφερειακού μέλους της ΕΕ, η Ελλάδα έχει προωθήσει ενεργά τον εαυτό της ως «η πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη», αξιοποιώντας λιμάνια όπως ο Πειραιάς, η Θεσσαλονίκη και η Αλεξανδρούπολη για να αποτελέσουν το ευρωπαϊκό σκέλος του IMEC. Η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί από έναν απλώς θετικό διμερή εταίρο σε βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής της Ινδίας. Μέχρι το 2030–2035, μπορούμε να αναμένουμε βαθύτερη συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, επενδύσεις πολλών δισεκατομμυρίων που θα συνδέονται με τον διάδρομο, διευρυμένη αρχιτεκτονική θαλάσσιας ασφάλειας και εμπορικούς όγκους που θα αντανακλούν τον ρόλο της Ελλάδας ως σταθερής και αξιακά συμβατής πύλης προς την Ευρώπη.





