Του Κώστα Παππά
Η πρόσφατη άρνηση του Κιρ Στάρμερ να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ για στρατιωτική εμπλοκή στα Στενά του Ορμούζ σηματοδοτεί μια βαθιά μετατόπιση στις διατλαντικές σχέσεις. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο μια περιφερειακή κρίση, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της συνοχής της ΝΑΤΟ, σε μια περίοδο που οι γεωπολιτικές ισορροπίες είναι ήδη εύθραυστες.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους παγκοσμίως, καθώς από εκεί διέρχεται μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου. Οποιαδήποτε στρατιωτική σύγκρουση με το Ιράν θα είχε άμεσες συνέπειες στις αγορές ενέργειας και στην παγκόσμια οικονομία. Η επιφυλακτικότητα του Στάρμερ αντανακλά την ανησυχία ευρωπαϊκών κυβερνήσεων ότι μια σύγκρουση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανεξέλεγκτη περιφερειακή ή και διεθνή κρίση.
Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ φέρεται να έχει προειδοποιήσει ότι, σε περίπτωση που οι σύμμαχοι δεν στηρίξουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια πιθανή στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, η δέσμευση της Ουάσιγκτον στο ΝΑΤΟ θα τεθεί υπό αμφισβήτηση. Μια τέτοια δήλωση επαναφέρει στο προσκήνιο παλαιότερες αμφιβολίες για τη στάση του απέναντι στη Συμμαχία, την οποία έχει κατηγορήσει για άνιση κατανομή βαρών.
Το ενδεχόμενο αποδυνάμωσης ή ακόμη και διάλυσης του ΝΑΤΟ δεν είναι άμεσο, ωστόσο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αδιανόητο. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρουν την πολιτική και στρατιωτική τους στήριξη, η Συμμαχία θα χάσει τον βασικό της πυλώνα. Οι ευρωπαϊκές χώρες, αν και έχουν αυξήσει τις αμυντικές τους δαπάνες τα τελευταία χρόνια, εξακολουθούν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές δυνατότητες.
Η διαφωνία για το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ λειτουργεί ως καταλύτης για βαθύτερες ρωγμές: διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες, εσωτερικές πολιτικές πιέσεις και μια αυξανόμενη τάση προς στρατηγική αυτονομία στην Ευρώπη. Αν αυτές οι τάσεις ενισχυθούν, το ΝΑΤΟ ενδέχεται να μετατραπεί από έναν ενιαίο στρατιωτικό οργανισμό σε μια πιο χαλαρή πολιτική συμμαχία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η στάση του Στάρμερ δεν αποτελεί απλώς μια διαφωνία τακτικής, αλλά πιθανό προμήνυμα μιας νέας εποχής, όπου η διατλαντική ενότητα δεν θα θεωρείται δεδομένη. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν το ΝΑΤΟ μπορεί να επιβιώσει, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις θα συνεχίσει να υπάρχει.





