Σάββας Ε. Τσιλένης- Δρ αρχιτέκτων πολεοδόμος[1]
Κατ’ αρχή ευχαριστώ πολύ την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιστορίας Αρχιτεκτονικής, Κα Μαρία Δούση για την πρόσκληση να κάνω αυτή την διάλεξη στα πλαίσια του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών Προστασία, Συντήρηση και Αποκατάσταση Μνημείων Πολιτισμού του ΑΠΘ. Επιτρέψτε με πριν περιγράψω κάποια παραδείγματα προστασίας της δημόσιας αρχιτεκτονικής κληρονομίας της Ρωμέϊκής δηλ. Ελληνορθόδοξης Κοινότητας να αναφερθώ στην προσωπική μου πορεία λόγω όχι μόνο συνάφειας μου με το θέμα αλλά και καταγωγής. Γεννήθηκα το 1951 και έζησα μέχρι τα 25 χρόνια της ζωής μου στην Πόλη. Μετά από ένα μακροχρόνιο υποχρεωτικό διάλλειμα 19 ετών λόγω ανεκτέλεστων στρατιωτικών υποχρεώσεων ως παρεπόμενο της ιθαγένεια μου άρχισα να πηγαίνω πάλι το 1996 συστηματικά λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων.
Διετέλεσα για μια δεκαετία παράλληλα με τα δημοσιοϋπαλληλικά μου καθήκοντα στην ΓΓΕΤ, για μία δεκαετία μεταξύ 2000-2010 αρχικά μέλος της Επιστημονικής Γνωμοδοτικής Επιτροπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την αποκατάσταση των κτιρίων και των κινητών έργων της ομογένειας Κωνσταντινουπόλεως, με επιστημονικό υπεύθυνο τον Καθηγητή Χαράλαμπο Μπούρα, ως το 2005 και το κυριότερο έργο αποκατάστασης τον ναό της Αγίας Τριάδος στην πλατεία Τακσίμ[2] [2]. Ακολούθως ήμουν Τεχνικός Σύμβουλος της ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΑ, μη κυβερνητικής οργάνωσης, επί τεχνικών θεμάτων αποκαταστάσεων ναών της Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, ως το 2010. Στα πλαίσια αυτά πραγματοποιήθηκε η αποκατάσταση του ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου της Κοινότητας Σταυροδρομίου, στο Πέρα [3], του οποίου η επαναλειτουργία τελέστηκε την 21/11/2009, με τον Καθηγητή Νίκο Καλογέρα και τον πολιτικό μηχανικό Χρήστο Παυλάτο. Πρέπει να αναφερθώ επίσης και στον φίλο αρχιτέκτονα του Πατριαρχείου και Αν. Καθηγητή του Παν. Εσένγιουρτ Απόστολο Πορίδη, του οποίου η παρουσία επί τόπου των έργων αποκατάστασης του Οικ. Πατριαρχείου είναι καθοριστική και άκρως βοηθητική. Θα αναφερθώ εν συντομία στις αποκαταστάσεις αυτές παρακάτω.
Η γειτονιά όπου μεγάλωσα, το Παγκάλτι [4] βόρεια από την πλατεία Τακσίμ ήταν αλλά συνεχίζει να είναι μια κοσμοπολίτικη περιοχή που συγκεντρώνει μειονοτικό πληθυσμό ακόμη με κυρίαρχους Αρμένιους, Γρηγοριανούς αλλά παλαιότερα και Καθολικούς στο θρήσκευμα, Λεβαντίνους αλλά και Εβραίους των οποίων ο αριθμός βαίνει μειούμενος. Οι παλαιοί Τούρκοι κάτοικοι θεωρούνται μεσαίας και ανώτερης τάξης λόγω γειτνίασης με το παλάτι του Ντολμάμπαχτσε και του Γιλντίζ, αλλά και την σχολή Ευελπίδων, το Χαρμπιγιέ, που τόσο εύγλωττα παρουσιάζει ο Ορχάν Παμούκ [5], στο Ιστανμπούλ, πόλη και αναμνήσεις, (Ωκεανίδα 2005) αλλά και στο μυθιστόρημα του Ο Τζεβντέτ μπέη και οι γιοί του (Ωκεανίδα 2012¹, νέα εκδ. Πατάκης, 2022). Πριν πάω στο δημοτικό το φθινόπωρο 1957, στην Αστική Σχολή του Φερίκοϊ [6], όπως ονομάζεται η συνοικία μας στα τουρκικά χάρη στο όνομα του Γάλλου ιατρού Φρειδρίχου Φερύ, συμβαίνει το πογκρόμ της 6ης και 7ης Σεπτεμβρίου του 1955, όπου η μεν ενοριακή εκκλησία σώζεται με την παρέμβαση Τουρκοαλβανών κηπουρών που κατοικούσαν στα πέριξ και εκτελούσαν χρέη νυχτοφύλακα στην συνοικία αλλά και λόγω των καλών σχέσεων του Δημητρίου Παπαδόπουλου με τους περιοίκους της Ενορίας, του μετέπειτα Οικ. Πατριάρχη. Το νέο κτήριο του σχολείου που είχε κτισθεί το καλοκαίρι του 1953 εντός 4 μηνών [7] έμελλε να πληγεί. Ευτυχώς χάρη στη κατασκευή του από οπλισμένο σκυρόδεμα δεν κάηκε όπως άλλα πολλά κτήρια, κυρίως κατοικίες και καταστήματα αλλά επίσης ναοί των μειονοτήτων, Ορθοδόξων και Αρμενίων. Δυστυχώς λόγω έλλειψης μαθητών διακόπηκε η λειτουργία του το 2002. Όταν ήμουν στην 5η τάξη, το 1960-61, υπήρχαν 440 μαθητές και μαθήτριες ενώ το 1985-86 ο αριθμός τους ήταν μόλις 19. Το 2013 αφού λειτούργησε περιστασιακά ως εκθεσιακός χώρος του IKSV αποφασίσθηκε από την επιτροπή της Κοινότητας να δοθεί με την μορφή μακροχρόνιας μίσθωσης σε ιταλικό σχολείο Μ.Ε. εξαρτημένο από το ιταλικό δημόσιο με την προϋπόθεση προσθήκης 4 ορόφων.
Αξίζει να αναφερθεί ότι καταστράφηκαν 73 ναοί από ένα σύνολο 93, οι 38 κάηκαν και οι 35 ερειπώθηκαν αφού λεηλατήθηκαν, σύμφωνα με τον Δημήτρη Καλούμενο,[3] [8] τον φωτογράφο που αποτύπωσε με κίνδυνο της ζωής του, το επαχθές έργο του όχλου και χάρη στο έργο του δικηγόρου Χριστόφορου Χρησίδη [9] έχουμε μια αναλυτική περιγραφή όλων των γεγονότων τεκμηριωμένη από ανταποκριτές ξένου τύπου και εκθέσεις διπλωματών ή πολιτικών που βρέθηκαν στην Πόλη από σύμπτωση.
Χάρη στο αρχείο του αρχιτέκτονα Συμεών Συμεωνίδη έχουμε ένα κατάλογο όταν εργάσθηκε στην Επιτροπή Ανακαινίσεως Ιερών Ναών, η οποία υπαγόταν στην Γενική Διεύθυνση Βακουφίων, για 5 έτη μεταξύ 01/12/1956-30/11/1961 [10]. Σε πιστοποιητικό του Ελληνικού Προξενείου με τις εργασίες του αναφέρεται: «Κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα και υπό την ιδιότητα του ταύτην συνειργάσθη μετά των αρχιτεκτόνων της Γενικής Διευθύνσεως Βακουφικών Κτημάτων δια την ανοικοδόμησιν και επανόρθωσιν των ζημιών 37 συνολικώς Ιερών Ναών και Ευαγών καθιδρυμάτων, κατάλογος των οποίων παρατίθεται κατωτέρω. Εξ αυτών τα διαλαμβανόμενα εις την Α’ στήλην ο ειρημένος ησχολήθη μόνον εις την κατάρτησιν των πινάκων καταμετρήσεως και προκαθορισμόν των σχετικών δαπανών. Εις την Β’ στήλην διαλαμβάνονται εκείνα εις τα οποία όχι μόνον ειργάσθη δια τον προκαθορισμόν των σχετικών δαπανών, την κατάρτησιν των πινάκων καταμετρήσεως και των τεχνικών προγραμμάτων αλλά συγχρόνως παρηκολούθησε μέχρι τέλους και την διεκπεραίωσιν του όλου έργου. Εις την Γ’ στήλην αναγράφονται τα ακίνητα εκείνα εις τα οποία η έκθεσις προκαθορισμού δαπανών συνετάγη υπό ετέρου αρχιτέκτονος, ο δε κ. Συμεών Συμεωνίδης παρηκολούθησε και εξηλλέγξε μέχρι τέλους την εκτέλεσιν του έργου».
Από το έγγραφο προκύπτει ότι συνέτασσε αναλυτικά τιμολόγια εργασιών, επιπλέον εκτελούσε εργασίες προμέτρησης και είχε καθήκοντα επιβλέποντος μηχανικού. Συγκεκριμένα σε 21 ναούς [11] και το κτήριο της μητρόπολης Χαλκηδώνος ασχολήθηκε με προμετρήσεις εργασιών αποκατάστασης και σε 27 ναούς και ένα σχολείο την ΜΓΣ, είχε τα καθήκοντα της επίβλεψης. Για τις επιμέλεια των εργασιών αποκατάστασης του Μετοχίου της Ι. Μονής Σινά [12] και του ναού του Αγίου Ιωάννη στον Μπαλατά, ανακηρύχθηκε μεγάλος ευεργέτης αυτής[4]. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι ανακαινισθέντες ναοί με πολύ πενιχρότατες αποζημιώσεις δεν μπόρεσαν να ανακτήσουν τα ιστορικά τους κειμήλια τα οποία χάθηκαν δια παντός.
O Ελληνισμός της Πόλης σήμερα, αριθμεί περίπου χίλιους πεντακόσιους κατοίκους εκ των οποίων οι περισσότεροι είναι υπερήλικες [13]. Οι μαθητές σε όλες τις βαθμίδες των πέντε σχολείων δεν ξεπερνούν τους 250 και οι μισοί είναι αραβόφωνοι ορθόδοξοι αντιοχείς, από το νομό του Χατάι (Hatay, Αντιόχεια), η δεύτερη πολυπληθέστερη ομάδα είναι τα παιδιά μεικτών γάμων με συνέπεια τα παιδιά της μειονότητας να χάνουν την ελληνοφωνία τους. Παρόλα αυτά υπάρχει άποψη σε κάποιους ιθύνοντες της πολίτικης Ρωμιοσύνης ότι ίσως αλλάξουν τα πράγματα και θα επανέλθει ο κόσμος, από την Ελλάδα που θα ενστερνισθεί ό,τι άφησαν ως παρακαταθήκη οι παλαιότερες γενιές. Ωστόσο σήμερα ο αστικός τουρισμός είναι σημαντική πηγή εσόδων για την εθνική οικονομία της Τουρκίας, έλκεται όχι μόνο από τις αρχαιότητες, τα μουσεία και τα φεστιβάλ, αλλά και από το περιβάλλον των νεότερων ιστορικών υποσυνόλων της μεγαλούπολης των 20 εκ. κατοίκων, κυρίως των «παραδοσιακών» γειτονιών του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Εννοώντας τις περιοχές του Γαλατά-Πέρα, του Βοσπόρου και των Πριγκηπονήσων που είναι πλέον στα δρομολόγια «ψαγμένων» ομάδων τουριστών. Ως εκ τούτου παρατηρούμε διάφορες παρεμβάσεις τέχνης και μουσικών δρώμενων σε διάφορους χώρους, όπως η χρήση του παλαιού ελληνικού δημοτικού σχολείου του Γαλατά [14], το οποίο πρόσφατα έχει ανακαινισθεί ριζικά [15, 16, 17, 18] και σύντομα αποπερατώνεται το εστιατόριο στο δώμα και ένα καφέ μπαρ στο ισόγειο, για να στεγάσει όχι μόνο κάποιες δράσεις του Ιδρύματος Πολιτισμού και Τεχνών της Κωνσταντινούπολης, το λεγόμενο με τα τουρκικά αρχικά IKSV, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την κυβέρνηση και διοργανώνει κάθε δύο χρόνια την Μπιενάλε, αλλά επιπλέον εκδηλώσεις Ελληνικού ενδιαφέροντος, όπως του χρόνου μια έκθεση για όλα τα σχολεία της Πόλης.
Γνωστή επίσης είναι η συζήτηση μεταξύ των ιθυνόντων της χώρας για την προστασία του περιγράμματος και του απαράμιλλου αστικού τοπίου, τμήματος της περιτειχισμένης ιστορικής χερσονήσου της παλαιάς Πόλης [19], όπου το κυρίαρχο οπτικό στοιχείο εκτός από τους τρούλους και τους μιναρέδες είναι τα διασωθέντα τμήματα των τειχών της Προποντίδας, έναντι της επέλασης των ουρανοξυστών.
Τα τελευταία χρόνια η έντονη διαμαρτυρία του Τύπου, των διάφορων μη κυβερνητικών οργανώσεων και των αρχιτεκτόνων για την μετατροπή της παράκτιας ζώνης του Χαϊντάρπασα [20] και του Γαλατά σε διεθνές εμπορικό κέντρο, λιμάνι για κρουαζιερόπλοια και κέντρο αναψυχής κατέδειξε τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι υπεύθυνοι για τη διαχείριση των πόλεων, που συχνά μετατρέπονται σε προβλήματα υπερτοπικά καθώς προσελκύουν το ενδιαφέρον επενδυτών από όλο τον κόσμο. Οι ανεξέλεγκτες αυξήσεις στις αξίες της γης, σε ζώνες υψηλής απόδοσης γαιοπροσόδου, μπορεί να γίνουν αιτία προστασίας των μνημείων αλλά συντελούν στην καταστροφή του περιβάλλοντος και στην αλλαγή της σύνθεσης του πληθυσμού. Το παράδειγμα του ιστορικού Γαλατά [21], αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μετατροπής μιας μικροαστικής περιοχής κατοικίας σε περιοχή κατοικίας υψηλών εισοδημάτων και κέντρου τουριστικής αναψυχής, με την αποπεράτωση του Μέγκα-πρότζεκτ του Γκαλάτα Πορτ και την εκμετάλλευση και επανάχρηση των αποθηκών του λιμανιού.
Επίσης ο πολιτιστικός-θρησκευτικός τουρισμός [22] είναι ένα είδος ανερχόμενης πηγής εσόδων για τη γείτονα χώρα. Οι Έλληνες τουρίστες είναι μεταξύ της 10ης ως της 15ης θέσης ποσοτικά ομάδα επισκεπτών στην Κωνσταντινούπολη τα τελευταία χρόνια, ενώ οι 5 πρώτοι είναι Ρώσοι, Γερμανοί, Πέρσες, Βορειοαμερικάνοι και κάτοικοι του ΗΒ. Η κατάταξη αλλάζει αν λάβει κανείς υπόψη την αναλογία σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας προέλευσης. Εκτός από τους ενοριακούς ναούς του 19ου αιώνα, τα κοσμικά κτήρια, όπως σχολεία, κοινοτικά γραφεία, μορφωτικοί και αθλητικοί σύλλογοι καθώς και τα κοιμητήρια, χαρακτηρίζουν τη γεωγραφική διασπορά των Ελληνορθόδοξων ενοριών μέσα στη μητροπολιτική της περιοχή και αποτελούν τόπους επίσκεψης και ολιγοήμερων αλλά επαναλαμβανόμενων διακοπών. Οι τόποι αυτοί αποτυπώνουν την πρόσφατη ιστορία μιας Ρωμιοσύνης με ένδοξο παρελθόν, αλλά με ασαφές και όμως πολλά υποσχόμενο μέλλον, κάτω από το πρίσμα της πορείας πλέον, μίας ειδικής σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κλειδί της ύπαρξης της ομογένειας στην κρίσιμη τούτη καμπή της πορείας της αποτελεί η εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του θρησκευτικού κέντρου της Ορθοδοξίας, που σηματοδοτείται από τη μακρά διάρκεια της ύπαρξής του, για περισσότερο από τετρακόσια χρόνια, στην ανακαινισθείσα περιοχή του Φαναρίου-Μπαλατά [23]. Το σχέδιο ανάπλασης προετοιμάστηκε υπό την αιγίδα της ΟΥΝΕΣΚΟ, εκτελέστηκε οικονομικοτεχνική μελέτη και ξεκίνησε με χρηματοδότηση της ΕΕ κατά 30% του συνολικού προϋπολογισμού. Το έργο στόχευε στην αναχαίτιση της κοινωνικής κατάρρευσης και σ’ ένα σύστημα αποκατάστασης των κτηρίων. Πρώτος στόχος είναι η ριζική επισκευή 200 οικιών, δεύτερος η ανάπλαση της αγοράς του Μπαλατά και τρίτος η δημιουργία κοινωνικού κέντρου προσανατολισμένου στις γυναίκες και τα παιδιά, καθώς και η οργανωμένη διαχείριση απορριμμάτων. Η συμμετοχή του κόσμου υπήρξε βασικός σκοπός ο οποίος εν μέρει επιτεύχθηκε και σήμερα δε συναντά κανείς την προ εικοσιπενταετίας εικόνα της απόλυτης εξαθλίωσης. Επιπλέον οι ανάγκες του Οικουμενικού Πατριαρχείου για συνεχή επέκταση των δραστηριοτήτων του δημιούργησε την ανάγκη της αναβάθμισης της πρώην Αστικής Σχολής του Μαράσλειου Αρρεναγωγείου [24] και την χρήση του ως κέντρο διαλέξεων και γραφείων, το οποίο βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο Πατριαρχείο [25].
Ο Οικ. Πατριαρχής στα εγκαίνια είπε: «Αξίως και δικαίως, εκφράζουμε, πρώτα, την Πατριαρχική μας ευαρέσκεια προς τους χορηγούς του έργου, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αμερικής, την Αγιωτάτη Εκκλησία Κύπρου, την Ιερά Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρεταννίας, προς την Ευγενεστάτη κυρία Αργυρώ Σοφιανού και τον Εντιμολογιώτατο ‘Αρχοντα κύριο Νικόλαο Πατέρα. Πολλές ευχαριστίες ανήκουν στον υπεύθυνο του όλου εγχειρήματος Εντιμότατο Πρόεδρο του ΣΥΡΚΙ [Συνδέσμου Ρωμέικων Κοινοτήτων] κύριο Γεώργιο Παπαλιάρη και τους προθύμους συνεργάτες του, τους μηχανικούς και όλους τους εργασθέντες για την επιτυχή πορεία της ανακαίνισης του κτιρίου. Ξαναζωντανεύει η Μαράσλειος Σχολή. Δημιουργείται ένας νέος πνεύμονας για το Πατριαρχείο μας, με ωραίους χώρους για εκδηλώσεις, γραφεία, δωμάτια φιλοξενίας, τραπεζαρία για επίσημα γεύματα του Πατριαρχείου[5]». Εδώ κρίνω σκόπιμο να προβάλω κάποιες διαφάνειες της αρχιτέκτονος και ειδικού στις αποκατάστασης κτηρίων Κας Eda Uğur Kılınç, του γραφείου LERA Mimarlık που εκπόνησε την μελέτη και είχε την ευγενή καλοσύνη να μου τις στείλει για αυτήν την διάλεξη ευχαριστώντας την δημόσια. Το Μαράσλειο πήρε το όνομα του από τον χορηγό που ήταν ο Γρηγόριος Γρηγορίου Μαρασλής, μεγαλέμπορος και δήμαρχος της Οδησσού (1831-1907) και ονομάζεται από το 1901 Πατριαρχική Αστική Σχολή Μαρασλή, δίχως να ξέρουμε τον αρχιτέκτονα του κτηρίου. Παρόλη την μεγαλοπρέπεια της εισόδου είναι ένα απλό κτήριο σε κάτοψη πεπλατυσμένου κεφαλαίου γράμματος Πι, [26-27] όπου τις τάξεις διατάσσονται στις τρεις όψεις του πρώτου ορόφου προς τις παρακείμενες οδούς και τον κήπο [28-31].
Σε περίληψη το κείμενο της έκθεση αποκατάστασης του ιστορικού ελληνικού σχολείου στην Κωνσταντινούπολη βασίζεται στην υπάρχουσα κατάσταση του κτηρίου αλλά κυρίως στην λεπτομερή αποτύπωση και τα σχέδια ανακατασκευής [32] και αποκατάστασης, με στόχο τόσο τη διατήρηση της αυθεντικής μορφής του όσο και την προσαρμογή του στις σύγχρονες ανάγκες [33]. Προβλέπονται επεμβάσεις για τη δημιουργία σύγχρονων χώρων υγιεινής, την εγκατάσταση συστημάτων θέρμανσης και ψύξης, καθώς και ανελκυστήρα για άτομα με αναπηρία και ηλικιωμένους. Το σύστημα κλιματισμού που επιλέγεται είναι τύπου VRF, ώστε να περιοριστεί η οπτική και κατασκευαστική επιβάρυνση του ιστορικού κτιρίου.
Η έκθεση περιγράφει αναλυτικά τις εργασίες συντήρησης των υλικών. Όλα τα ξύλινα στοιχεία θα καθαριστούν, θα εμποτιστούν και θα προστατευθούν με φυσικά βερνίκια ή γομαλάκα, ενώ τα σιδερένια στοιχεία θα καθαριστούν από τη σκουριά και θα βαφτούν με αντισκωριακά υλικά. Οι μαρμάρινες επιφάνειες θα καθαριστούν και όπου υπάρχουν ρωγμές θα ενισχυθούν με ειδικές εποξειδικές ρητίνες.
Προβλέπεται επίσης η απομάκρυνση νεότερων και μη αυθεντικών προσθηκών [34], όπως εσωτερικά ξύλινα χωρίσματα, πίνακες και ένα μεταγενέστερο τσιμεντένιο κτίσμα τουαλετών στην πίσω αυλή. Οι εσωτερικοί τοίχοι θα καθαριστούν από μεταγενέστερες βαφές και σοβάδες και θα αποκατασταθούν με παραδοσιακά ασβεστοκονιάματα. Οι ξύλινες πόρτες και τα παράθυρα θα αφαιρεθούν, θα επισκευαστούν ή θα ανακατασκευαστούν σύμφωνα με την αρχική μορφή τους. Σε ορισμένα σημεία θα επανέλθουν ανοίγματα που είχαν κλειστεί μεταγενέστερα. Ιδιαίτερη μέριμνα δίνεται και στον χώρο του «Αγίασματος του Αγ. Αθανασίου[6]» (Ayazma) στην αυλή του κτιρίου, ο οποίος θα καθαριστεί και θα επανέλθει σε λειτουργική κατάσταση. Στο υπόγειο θα απομακρυνθούν μπάζα και χώματα, θα επισκευαστούν οι φθορές από υγρασία και θα ενισχυθούν τα μεταλλικά στοιχεία. Στους ορόφους θα συντηρηθούν τα ξύλινα δάπεδα και θα αντικατασταθούν όσα έχουν καταστραφεί από υγρασία και φθορά. Η στέγη θα αποξηλωθεί ώστε να ελεγχθεί ο ξύλινος φέρων οργανισμός· όπου χρειάζεται θα γίνουν επισκευές με παραδοσιακές τεχνικές. Οι πλαστικές υδρορροές θα αντικατασταθούν με ψευδάργυρο και οι κατεστραμμένες καμινάδες θα αποκατασταθούν στην αρχική μορφή τους. Τέλος, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις εξωτερικές όψεις: θα αφαιρεθούν νεότερες επεμβάσεις, θα καθαριστούν οι λίθινες και επιχρισμένες επιφάνειες και θα αποκατασταθούν ρωγμές, κίονες, γείσα και διακοσμητικά στοιχεία σύμφωνα με τις αρχές της επιστημονικής αποκατάστασης μνημείων.
Επίσης παράλληλα αναβαθμίσθηκαν όλα τα κτήρια του Οικουμενικού Πατριαρχείου από τότε που ανακατασκευάσθηκε με την μελέτη του Αριστείδη Πασαδαίου του 1986 [35], με την δωρεά των αδελφών Αγγελόπουλων, το 1989, διότι όλα τα ξύλινα κτήρια της Μονής αποτεφρώθηκαν στην μεγάλη πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου 1941 [36]. Σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα Απόστολο Πορίδη, υπάλληλο του Οικ. Πατριαρχείου: «Η απόφαση της γενικής ανακαίνισης των πατριαρχείων ξεκίνησε με τα προβλήματα της γενικής υδραυλικής εγκατάστασης των κτηρίων. Συγκεκριμένα οι σωληνώσεις των υδραυλικών εγκαταστάσεων λόγο ποιότητας ή τρόπου κατασκευής πολύ σύντομα, περίπου μέσα σε μία δεκαετία από την κατασκευή των κτηρίων, δηλαδή στα μέσα της δεκαετίας του 1990 παρουσίασαν μεγάλα προβλήματα. [37] Σε όλους τους υγρούς χώρους όπου περνούσαν σωλήνες σκούριασαν τρύπησαν με αποτέλεσμα να πρέπει να αλλάξουν. Εν τω μεταξύ συν τω χρόνω, μετά από 25 έτη πάλιωσε και το σύστημα θέρμανσης ψύξης τα οποίο έπρεπε να αποκατασταθεί. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 2012-13, με την ανακαίνιση και τον εκσυγχρονισμό του μαγειρείου το οποίο βρίσκεται στο ονομαζόμενο κτήριο των Κωνσταντινιανών. Παράλληλα χτίστηκε ένα νέο μηχανοστάσιο στο υψηλότερο σημείο του οικοπέδου που φέρει τον κωδικό d ή Mec. Επίσης εκσυγχρονίστηκαν οι μονώσεις και ενισχύθηκε ο προκατασκευασμένος οικίσκος στην αυλή όπου τοποθετήθηκε μία γεννήτρια με ανάλογη ηχομόνωση και κεντρικό ηλεκτροστασίο τύπου bms». Παράλληλα τροποποιήθηκαν οι δαπεδοστρώσεις και οι ψευδοροφές στα κτήρια του Οικουμενικού Θρόνου, αρμολογήθηκαν οι όψεις του Αγ. Γεωργίου και του Πύργου, που στεγάζει το αρχείο και το σκευοφυλάκειο.
Ένα τμήμα του κτισμένου περιβάλλοντος των γειτονιών όπου συνεχίζουν να ζουν κάποιοι Ρωμιοί στην Πόλη, συμπεριλαμβάνεται στο Πέρα και το Τζιχανγκίρ, στα Ταταύλα/ νυν Κουρτουλους και σε κάποιες ενορίες του Βοσπόρου, όπως προαναφέρθηκε [38]. Δυστυχώς στο εντειχισμένο τμήμα της παλιάς Σταμπούλ, όπου ήταν ενεργές πολλές Ενορίες Ελληνορθοδοξών μέχρι το 1955, σήμερα ζουν ελάχιστοι παρόλο που στο Πατριαρχείο εργάζεται αρκετός αριθμός δεκάδων Ρωμιών. Γενικά το ιστορικό πολεοδομικό συγκρότημα έχει τροποποιηθεί και αλλοιωθεί κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενηνταετίας πιεζόμενο από την αστυφιλία κυρίως από την ΝΑ Τουρκία και την περιοχή του Πόντου, τις διαπλατύνσεις των οδικών αξόνων [39], όπως της λεωφόρου Ταρλάμπασι και από την έντονη εκμετάλλευση της γης [40]. Πολλές φορές γινόμαστε μάρτυρες μη αντιστρέψιμων καταστροφών που επέρχονται και στα μειονοτικά κτήρια είτε λόγω πυρκαγιών είτε λόγω τροποποιήσεων του σχεδίου πόλης, όπως η κατεδάφιση του ναού του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά το 1958, με την διαπλάτυνση της λεωφ Καράκιοϊ. [41] ή την κοπή του ναού Αγ. Γεωργίου στο Τσενγκέλκιοϊ. Παράλληλα δευτερεύουσας σημασίας ζημιές προκαλούνται από φυσικές καταστροφές, όπως οι σεισμοί, από καθιζήσεις εδαφών, από αστοχίες επιλογής υλικών στις αντικαταστάσεις σκεπών, από ανερχόμενη υγρασία και εν γένει από την έλλειψη συντήρησης των κτηρίων. Ακόμη παρατηρείται μια προϊούσα γήρανση των μη χρησιμοποιούμενων σχολικών κτηρίων λόγω έλλειψης μαθητών, βλ. τα παραδείγματα των σχολών Αγ. Κων/νου και του Αγναλίτσεσμε τα οποία μετέτρεψε η Κοινότητα Σταυροδρομίου για βραχυχρόνια μίσθωση επισκεπτών [42], επίσης η Σχολή Ταταούλων πρόσφατα αποφασίσθηκε να στεγάσει τους μαθητές της Μ.Γ.Σ. λόγω αντισεισμικής θωράκισης του κτηρίου της στο Φανάρι. Έτσι μοιραία έχουμε αλλαγές στην εσωτερική διαρρύθμιση, αλλοιώσεις των κατασκευαστικών λεπτομερειών, κυρίως στην αντικατάσταση των κουφωμάτων, αλλά και της διακόσμησης λόγω των νέων αναγκών και των τεχνολογικών καινοτομιών που προέκυψαν με την πάροδο του χρόνου στα χρησιμοποιούμενα κτήρια των σχολείων και στο νοσοκομείο του Μπαλουκλή.
Την τελευταία τριακονταετία υπάρχει έντονο ενδιαφέρον του Πατριαρχείου για τη συντήρηση των εκκλησιών και των μονών, των εικόνων και των αγιογραφιών, καθώς και των άλλων κινητών έργων τέχνης. Γνωστό είναι ότι τα παλαιότερα κτίσματα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της ελληνορθόδοξης Κοινότητας στην Πόλη είναι οι ναοί που κτίστηκαν μεταξύ 1830-1950, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις όπως η Μουχλιώτισσα, [43] που είναι γνωστή από το 13ο και 14ο αιώνα, αλλά και αυτή είναι αλλοιωμένη και παραμορφωμένη.[7] Δυστυχώς αρχικά την δεκαετία 1985-95, πολλές από αυτές τις εκκλησίες επισκευαζόντουσαν με πρόχειρο τρόπο, με περιορισμένη επιστημονική και τεχνική φροντίδα και με πλημμελή ή ανύπαρκτη επίβλεψη των ειδικών εκ μέρους κάποιων χορηγών. Προφανώς υπήρξαν εξαιρέσεις όπως οι εργασίες που έγιναν πριν από 24 χρόνια στην Αγία Τριάδα της πλατείας Τακσίμ [43], η οποία είναι μια από της μεγαλύτερες και επιβλητικότερες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης. Σημαντικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του ναού είναι ο τρούλος και τα κωδωνοστάσια. Ο τρούλος, η στέγη του ναού όπως και οι μικροί τρούλοι των κωδωνοστασίων είναι σκεπασμένα με φύλλα μολύβδου. Τα δύο τετραγωνισμένα λιθόκτιστα κωδωνοστάσια υψώνονται σε δύο επίπεδα, συμμετρικά επάνω από τη στέγη, στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική πλευρά του ναού, δίπλα στον νάρθηκα. Τυπολογικά είναι βασιλική μετά τρούλου σε σχήμα εγγεγραμμένου σταυρού. Είναι λιθόκτιστος με όψεις από ευθύγραμμους λαξευτούς λίθους. Εσωτερικά αποτελείται από τρία κλίτη που τα ορίζουν οι τέσσερις πεσσοί που φέρουν τον κεντρικό τρούλο και οι μαρμάρινοι κίονες του γυναικωνίτη. Το κέντρο του μεσαίου κλίτους είναι σκεπασμένο με έναν ημισφαιρικό τρούλο με υψηλό τύμπανο, ο οποίος μέσω τεσσάρων σφαιρικών τριγώνων κάθεται επάνω σε τέσσερεις πεσσούς που συνδέονται μεταξύ τους με τόξα. Το υπόλοιπο τμήμα του κεντρικού κλίτους, τα δύο παράπλευρα κλίτη, το ιερό βήμα και ο νάρθηκας είναι σκεπασμένα με σταυροθόλια. Στο τύμπανο του τρούλου περιμετρικά τοποθετούνται 12 παράθυρα που φωτίζουν τον σολέα. Οι τέσσερις πεσσοί που φέρουν τον τρούλο έχουν κάτοψη σχήματος «Γ» και ακολουθούν την τοιχοποιία του κτιρίου. Ο τρούλος και τα σταυροθόλια είναι κατασκευασμένα από οικοδομικά υλικά παραγωγής της πρώιμης βιομηχανικής εποχής, με τη χρήση οπτόπλινθων σε συνδυασμό με μεταλλικά σιδερένια δοκάρια.[8] [44] Η επιλογή των κατασκευαστικών υλικών και οι τεχνικές κατασκευής διαφέρουν από αυτές των ναών της περιόδου πριν από το Τανζιμάτ, των οποίων οι θόλοι και τα σταυροθόλια είναι ξύλινης κατασκευής και επιχρισμένα με ασβεστοκονίαμα επάνω σε ξύλινες πήχες χρησιμοποιώντας την τεχνική του «μπαγδατί».[9] Ο γυναικωνίτης με άξονα την δυτική πλευρά του ναού, σε κάτοψη «Π» επεκτείνεται ξεκινώντας επάνω από τον νάρθηκα, παράπλευρα στο νότιο και βόρειο κλίτος, στηριζόμενος σε μαρμάρινους κίονες, έως τους ανατολικούς πεσσούς του κεντρικό τρούλου.
Οι προσόψεις του ναού, ο νάρθηκας και οι πεσσοί είναι από γυμνούς ευθύγραμμους λαξευτούς λίθους, πιθανόν με προέλευση τα λατομεία της περιοχής του Μακροχωρίου. Η λιθοδομή στη νότια πρόσοψη έχει κίτρινες και κρεμ αποχρώσεις, ενώ στα υπόλοιπα τμήματα είναι σε ανοιχτόχρωμες γκρίζες αποχρώσεις. Περιμετρικά του ναού, από το έδαφος έως τη βάση των παραθύρων υπάρχει ορθομαρμάρωση από μάρμαρο της Προικοννήσου σε ανοιχτόχρωμες γκριζογάλανες αποχρώσεις, παρόμοιο με τις μαρμάρινες βαθμίδες των σκαλοπατιών της εισόδου. Ο ναός είναι κτισμένος στα πρότυπα του εκλεκτικισμού στην αρχιτεκτονική, συνδυάζοντας νεορομανικά, νεογοτθικά, νεοβυζαντινά, νεοκλασικά και νεομπαρόκ στοιχεία. Η εσωτερική διακόσμηση είναι σε ρυθμό νεομπαρόκ και αμπίρ, με συνδυασμό ανατολικών ή οθωμανικών μοτίβων, ακολουθώντας την διακοσμητική τάση που επικρατούσε εκείνη την εποχή στην Κωνσταντινούπολη. Παρόμοια δείγματα «οθωμανικού μπαρόκ» συναντάμε και σε άλλους ελληνορθόδοξους ναούς άλλα και σε μουσουλμανικά τζαμιά, όπως και σε διάφορα δημόσια και ιδιωτικά αστικά κτίρια εκείνης της εποχής. Στην τεχνική της εικονογράφησης των ιερών εικόνων επίσης διακρίνεται έντονα η αναγεννησιακή τάση.
Επίσης συνεργασθήκαμε με τον Πορίδη στον Άγιο Ιωάννη Πρόδρομο της νήσου Αντιγόνης αλλά και στην αποκατάσταση των Εισοδίων της Παναγίας του Σταυροδρομίου. [45-46] Αλλά τα παραδείγματα αυτά δε μεταβάλλουν τη γενική εικόνα, δεικνύουν όμως μία τάση που αργά αλλά σταθερά επέρχεται στους κρατούντες και διαχειριστές των εκκλησιαστικών και κοινοτικών πραγμάτων στην Πόλη. Για την τεκμηρίωση θα αναφερθούμε κλείνοντας σε τρία παραδείγματα, στα «κελιά της Παναγίας» που πρόσφατα μετατράπηκαν σε ξενώνες [47], την ανακαίνιση και επέκταση της Ι. Θεολογικής σχολής Χάλκης για την οποία αναφέρθηκε στο Μεταπτυχιακό σας πρόγραμμα ο Κος Γρηγόρης Πενέλης [48-49] και για την κατεδάφιση των δύο τελευταίων ορόφων του σχολείου μου του Ζωγραφείου Λυκείου για την αντισεισμικλη θωρακίση του {50}, σύμφωνα με τον Καθ. Χαρ. Μουζάκη, του ΕΜΠ.
____________
Στον επίλογο αυτό θα επικεντρωθούμε σε κάποια θεωρητικά ζητήματα για την προστασία και την αποκατάσταση κτηρίων της μειονότητας, δημόσιου χαρακτήρα που βρίσκονται στη δικαιοδοσία των ενοριών, καθώς επίσης των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων αφού πρώτα διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις για την αισθητική τους αξία. Στα κτίσματα αυτά πρέπει να συμπεριλάβουμε εκτός από τα σχολικά κτήρια, που ως κατασκευές ανάγονται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ως τα μέσα του 20ου και το θεραπευτικό συγκρότημα του Μπαλουκλή, τα παρεκκλήσια και τα μαυσωλεία των νεκροταφείων, καθώς και τα βοηθητικά κτήρια που βρίσκονται στις αυλές των ναών.
Ο κατάλογος των θεμάτων που θα θιγούν είναι ενδεικτικός και δε θα εξαντληθούν όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με την προστασία των διατηρητέων ή των κατασκευών που έχουν καλλιτεχνική και όχι μόνο αξία. Δε θα ήταν δυνατόν να υπεισέλθουμε σε μια λεπτομερή αξιολόγηση των οικοδομικών εργασιών που έχουν ήδη συντελεστεί και να παραλληλίσουμε τρόπους και υλικά αποκατάστασης δύο γειτονικών χωρών, με ανόμοιο θεσμικό, οικονομικό και κατασκευαστικό πλαίσιο. Ας μην ξεχνάμε ότι το κτισμένο περιβάλλον αντανακλά την κοινωνία που στεγάζει. Συνοψίζοντας:
- Το κυριότερο ζήτημα που νομίζουμε ότι πρέπει να διευκρινιστεί είναι αν και κατά πόσο το κτηριακό απόθεμα που έχει απομείνει, ως «δημόσιου χαρακτήρα μειονοτική αρχιτεκτονική κληρονομιά», χαρακτηρίζεται ως άξιο διατήρησης και έχει κάποια αισθητική και καλλιτεχνική αξία, καθώς διέπεται και από μια άυλη αξία μνήμης, δεδομένου ότι πρόκειται για νεότερα κτίσματα. Ωστόσο παρόλο που συζητούμε για κτήρια που τα παλαιότερα ανάγονται στη δεκαετία του 1830, λόγω της θέσης τους στον αστικό ιστό και της σημασίας που έχουν, χαρακτηρίζονται από μια παγκόσμια μοναδικότητα.
Προφανώς το θυμικό έχει μεγαλύτερη βαρύτητα και η χωροθέτησή τους σημειολογικά πιστοποιεί την ύπαρξή μας σε ένα βάθος χρόνου, αφού ως γνωστόν τα λατρευτικά κτήρια κτίζονταν σε τόπους που είχαν προϋπάρξει σε παλαιότερες εποχές παρόμοιας χρήσης κτίσματα. Ακόμη και αν κάποια κτήρια έχουν υποστεί αλλοιώσεις και η αξία τους έχει υποβαθμιστεί, νομίζω ότι στο μέτρο του δυνατού πρέπει να διατηρηθούν και να αποκατασταθούν τεκμηριωμένα, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν. Επίσης όλοι -και οι ενενήντα τρεις σε αριθμό- ναοί, δε διέπονται από τον ίδιο βαθμό κατασκευαστικών και διακοσμητικών λεπτομερειών άξιων προσοχής. Είναι λοιπόν απαραίτητο να υπάρξει μια κατάταξη τυπολογική και να ομαδοποιηθούν ανάλογα με την παλαιότητα και τα πιθανά προβλήματα συντήρησης που αντιμετωπίζουν. Αλλά πρώτα απ’ όλα θα πρέπει να συγκροτηθούν ηλεκτρονικές καρτέλες για κάθε ναό σε πρώτη φάση, όπου πέρα από τα τεχνικά του χαρακτηριστικά και το ιστορικό του, να καταγράφονται κάθε είδους επιδιορθώσεις και επεμβάσεις που γίνονται σε αυτόν. Δυστυχώς δεν μπορούμε να γυρίσουμε το χρόνο πίσω και να πετύχουμε το αποτέλεσμα που βλέπουμε στις παλιές καρτ-ποστάλ, διότι αυτός ο οικοδομικός πλούτος έχει παρέλθει δια παντός. Οι παλιές όμως απεικονίσεις μάς βοηθούν στις αποκαταστάσεις και θα πρέπει να συγκροτηθεί ένα αρχείο φωτογραφιών της κοινοτικής περιουσίας στην Πόλη.
- Ένα δεύτερο ζήτημα είναι, το πώς προσεγγίζουμε τα θέματα αποκατάστασης ή και «αναπαλαίωσης» (ο όρος χρησιμοποιείται για κατεστραμμένη, σε μεγάλο βαθμό, κατασκευή) ενός κτηρίου αφιερωμένου στη λατρεία, σε σχέση με τα υπόλοιπα κτήρια κοσμικής αρχιτεκτονικής και αν μπορούμε να έχουμε ναούς-μουσεία. Με δυο λόγια να εξετασθεί η συμβατότητα ή μη των νέων χρήσεων. Ας τολμήσω να διατυπώσω ένα παράδειγμα, πώς θα αντιμετωπίζαμε την Παναγία Παραμυθιάς, που ήταν μετόχι του Μεγάλου Σπηλαίου, το γνωστό και ως Βλαχ Σαράι (Εικ. 17.04), που κάηκε το 1970 και που έχουν απομείνει μόνο οι τοίχοι του κτίσματος. Θα ξανακτίζαμε το ναό με τη βοήθεια των φωτογραφιών που δημοσίευσε ο Ακύλας Μήλλας, μεταχειριζόμενοι τα ίδια υλικά και δίνοντας την ίδια μορφή και στο Ιερό Βήμα ή θα πηγαίναμε σε μια φθηνότερη και απλούστερη, περισσότερο σύγχρονη κατασκευή; “Το αυτονόητο θα ήταν να καλύψουμε τα ερείπια με ένα υπόστεγο, διότι σε λίγα χρόνια μπορεί να έχουν καταστραφεί ολοσχερώς. Αλλά όμως αξίζει να δαπανηθούν κονδύλια αν δεν εξετάσουμε τη φέρουσα ικανότητά τους και το κυριότερο, αν δεν είναι εξασφαλισμένη η εκ νέου χρήση του ακίνητου;” έγραφα πριν από 16 χρόνια.[10] Σήμερα το Έργο Τεκμηρίωσης και Προστασίας του ναού Παναγίας Παραμυθίας (Panayia Paramythia Kilisesi Belgeleme ve Koruma Projesi) ξεκίνησε το 2022 υπό την εποπτεία του καθηγητή Dr. Alessandro Camiz της Σχολής Αρχιτεκτονικής και Σχεδιασμού του Πανεπιστημίου Özyeğin. Στο πλαίσιο των εργασιών, που χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, με το υπ’ αριθμό STU15022GR0043 πρόγραμμα, αρχικά έγινε η τρισδιάστατη ψηφιακή αποτύπωση του χώρου. Στη συνέχεια, το 2023, υπό την καθοδήγηση της Επιτροπής (Steering Committee), η οποία αποτελείται από τους καθηγητές Dr. Aslıhan Ünlü, Dr. Alper Ünlü και την Ayşegül Özer, οι εργασίες αναπροσαρμόστηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία του Ιδρύματος Ανώτατης Εκπαίδευσης (YÖK) και τις ανάγκες του μνημείου.
Προφανώς όλα αυτά τα θέματα προσλαμβάνονται ως «τεχνικά» αλλά είναι επιλογές που θέτουν το βασικό ερώτημα «γιατί σώζουμε», πριν από το «πώς σώζουμε». Πόσοι από μας θα αξιολογούσαν ως ένα βασικό λόγο διάσωσης τη στέγαση του Πατριαρχείου εκεί κατά το 16ο αιώνα για δέκα χρόνια, όταν δεν είναι καταγεγραμμένος ο ναός στην πρόσφατη μνήμη των ανθρώπων, ως ενοριακός ναός; Το πρόβλημα που προκύπτει είναι οι λειτουργίες που καλούνται να στεγάσουν τα νεοανακαινιζόμενα κτήρια κυρίως αυτά που έχουν δημόσιο χαρακτήρα. Διότι στα μέρη μας, δε θα τολμούσαμε να μετατρέψουμε σε πολιτιστικό κέντρο, σε αίθουσα τέχνης ή σε χώρο συναυλιών μια εκκλησία ή να την πουλήσουμε για να γίνει κατοικία και χώρος γραφειακής εργασίας, όπως συμβαίνει στη Δύση. Είναι μάλιστα γνωστή η διαμάχη για την τέλεση λειτουργιών σε πρώην εκκλησιαστικούς χώρους που μετατράπηκαν σε μουσεία, π.χ. στη περίπτωση της Ροτόντας στη Θεσσαλονίκη. Η μετατροπή των ναών και των τζαμιών σε χώρους αποθηκευτικούς, βιοτεχνικούς ή σε καταστήματα, μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, πιθανόν να τα διέσωσε καθώς οι κενές και αφρόντιστες κατασκευές καταρρέουν γρηγορότερα, θα πρέπει όμως στην εποχή μας, να στεγάζουν δραστηριότητες συμβατές με τον αρχικό σκοπό ανέγερσής τους και να επιβαρύνονται λιγότερο από οχλούσες λειτουργίες. Όταν πρόκειται για τόπους λατρείας, δεν είναι σωστή η αλλαγή της χρήσης τους, στην πιο ακραία περίπτωση θα τους μετατρέπαμε σε μουσεία του εαυτού τους.
- Το είδος αντιμετώπισης που θα ακολουθούμε στα νεότερα, κτήρια συνοδείας που βρίσκονται στον αύλειο χώρο των ναών, εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου και στο χαρακτηρισμό τους ή όχι από την πολιτεία ως διατηρητέων, αλλά πρέπει να σημειώσουμε ότι πέρασε η εποχή όπου αυτά κατεδαφίζονταν, για να αναδειχθούν τα μνημεία. Το γεγονός ότι οι περισσότερες εκκλησίες στην Πόλη είναι εσωστρεφή κτήρια, μέσα σε αυλές και προφυλαγμένες από την άμεση ματιά των περαστικών, ίσως ακούγεται αναχρονιστικό, αλλά δε θα πρέπει να χαθεί. Αυτός ο χαρακτήρας τους, αποτελούσε το χαρακτηριστικό της οθωμανικής πολεοδομίας και της ζωής ανεξάρτητα θρησκεύματος στην Ανατολή. Έχει υποστεί κριτική η μελέτη του Γάλλου πολεοδόμου Χένρυ Προστ, που στο όνομα της ανάδειξης και της προβολής των μεγάλων έργων τέχνης όπως η Αγία Σοφία και το τέμενος του Σουλτάν Αχμέτ εισηγήθηκε την «αποκάθαρση» από τα πέριξ κτίσματα. Έτσι εξαφανίστηκε όχι μόνο ολόκληρη η γειτονιά, που περιέβαλε αυτά τα μνημεία, αλλά και το τεράστιο κτήριο του Πανεπιστημίου, το Νταρ-ουλ Φουνούν, αργότερα Υπουργείο Δικαιοσύνης, έργο των αδελφών Φοσάτι, Ιταλοελβετών αρχιτεκτόνων που έδρασαν στην Πόλη το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ήταν οι πρώτοι που ασχολήθηκαν συστηματικά με την αποκατάσταση της Αγίας Σοφίας. Το ιστορικό πολεοδομικό περιβάλλον βοηθά στην κατανόηση και στη σύγκριση, ενώ η καταστροφή του έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των μνημείων ξεκομμένων και γυμνών εν μέσω ελεύθερου χώρου, πρασίνου ή μη, χωρίς τα στενά δρομάκια από τα οποία ξεπρόβαλλαν διαδοχικά και τμηματικά τα κτίσματα αυτά. Το πρόβλημα είναι η συντήρηση αυτού του οικιστικού πλούτου και ο έλεγχος στις νέες λειτουργίες που θα επιτρέπεται να εγκατασταθούν εκεί.
- Το πρόβλημα που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η Κοινότητα μας είναι η αξιοποίηση των χειμαζόμενων νεότερων κοσμικών κτηρίων, δηλαδή όλων εκτός των θρησκευτικού περιεχομένου κτισμάτων και κατά πόσον οι νέες χρήσεις που θα κληθούν αυτά να στεγάσουν, θα πρέπει να συμπορεύονται με την εικόνα μνήμης που θέλουμε να διατηρηθεί. Μήπως θα επιτρέπαμε τη μετάλλαξη των κατόψεων και όψεων κτηρίων του 20ου αιώνα, που δε διέπονται από διατάξεις προστασίας και ακόμη παραπέρα, θα ζητούσαμε τον αποχαρακτηρισμό τους ως ιδιοκτήτες, αν έχουν κηρυχθεί διατηρητέα; Για παράδειγμα θα πάρω την αστική σχολή του Φερίκιοϊ, ένα σύγχρονο κτίσμα με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα, που ήταν, όπως προαναφέρθηκε, εκτός λειτουργίας παραπάνω από 10 χρόνια. Αν κάποιος επενδυτής ζητούσε το κτήριο για μακροχρόνια ενοικίαση, κάνοντας τις αναγκαίες μεταβολές, θα βάζαμε ως όρο συμβολαίου τη μη αλλοίωση των όψεων του;
Γνωρίζω ότι η νομοθεσία που διέπει τα σχολικά κτήρια δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ενέργειες μέχρι σήμερα, αλλά φαίνεται ότι η διοίκηση επέτρεψε την προσθήκη 4 ορόφων. Αλλά το γεγονός ότι είναι μια κατασκευή του 1953, δεν θα έπρεπε να κάνει τους αδειοδοτούντες περισσότερο προσεκτικούς στο θέμα προστασίας αυτού του μοντέρνου κτίσματος. Η διεθνής πρακτική και η βιβλιογραφία θεωρεί ότι αποτελούν και αυτά τα κτήρια τμήμα του αστικού περιβάλλοντος που αλλοιώνεται ιδιαίτερα στις μεγαλουπόλεις με μεγάλη ταχύτητα. Η ίδρυση του διεθνούς οργανισμού «Τεκμηρίωσης και προστασίας των κτηρίων, τόπων και γειτονιών του Μοντέρνου Κινήματος», που εν συντομία αποκαλείται DOCOMOMO [11] θεσπίζει αρχές προστασίας που πρέπει να διέπουν τις επεμβάσεις σε αυτά. Δεν ξέρω αν τις ενστερνίζεται η γείτων χώρα.
- Τέλος αν για λόγους στατικής επάρκειας, δεν ήταν δυνατόν να ξανακτισθεί μια κατασκευή όπως ήταν στην προηγούμενή της μορφή, θα ήταν ορθότερο να αλλάξουμε την μορφή της ή θα έπρεπε να την αναπαράξουμε κατά τρόπο ώστε να μιμείται την προγενέστερη κατάσταση και επομένως δε θα είναι πλέον ίδια; Θεωρώ το ερώτημα ρητορικό, διότι είναι σε όλους γνωστό ότι οι μεγάλες ξυλόκτιστες κατασκευές με τον παραδοσιακό τρόπο που ανεγέρθηκαν είναι ασύμφορο να συντηρηθούν. Αντιθέτως είναι πιο εύκολο να κατεδαφιστούν και να κατασκευαστούν από μπετόν αρμέ σε ίδιες ακριβώς διαστάσεις και η εξωτερική τοιχοποιία τους να επενδυθεί από ξύλο. Αυτό όμως είναι ένας μιμητισμός και μια σκηνογραφία. Η εποχή μας επιτρέπει να γίνουν τα πάντα ανάλογα με την κάλυψη του κόστους, το ερώτημα όμως είναι αν το προσδοκώμενο όφελος εξαρτάται από την παλαιότερη μορφή του κτηρίου και κατά πόσο η αισθητική παλαιότερης τεχνοτροπίας λειτουργεί για να έλξει τη μελλοντική του πελατεία.
Ο λόγος που τίθεται σε συζήτηση ένα παρόμοιο θέμα δε σχετίζεται μόνο με τη μελλοντική χρήση του Ορφανοτροφείου, που στην περίπτωση της μετατροπής του σε ξενοδοχείο, προφανώς οι επενδυτές θα ακολουθήσουν την πεπατημένη, όταν στην Αττάλεια κατασκευάζονται μονάδες αντίγραφα των ανακτόρων του Τόπκαπι και του Κρεμλίνου. Αλλά και για κτήρια ξύλινα που καταστράφηκαν από φωτιά, όπως η ξύλινη οικία του ιερέα στην Παναγία της Σούδας στο Εντιρνέκαπι, όπου υπήρχε η σκέψη να ξανακτιστεί για να στεγάσει πολιτιστικές δραστηριότητες του Ελληνικού και Τουρκικού Τμήματος του ΙCOMOS. Πρέπει να σκεφτούμε προσεκτικά αν θα θέλαμε να ακολουθήσουμε μια μορφή που θα αντέγραφε την παλιά κατοικία ή θα σχεδιάζαμε μια σύγχρονη κατασκευή προφανώς ενταγμένη στο ιστορικό περιβάλλον της συνοικίας που βρίσκεται δίπλα στα τείχη.
Η λειτουργία και το κτηριολογικό πρόγραμμα αλλά και το υπάρχον ιστορικό περιβάλλον διαδραματίζουν ίσως το σοβαρότερο ρόλο στον καθορισμό της επιλογής της μορφολογίας παρόμοιων κτηρίων και ίσως θα έπρεπε ανάλογες περιπτώσεις να αποτελέσουν θέμα διεθνών ή και τοπικών αρχιτεκτονικών διαγωνισμών, που θα έφερναν σε επαφή το δυναμικό των σχεδιαστών. Διότι μεγαλύτερη σημασία σε μια παντελώς καταστραμμένη κοινοτική ιδιοκτησία, δεν έχει το υλικό κατασκευής ή η μορφή και η κάτοψή της, αλλά η αναζωογόνηση ενός κελύφους σε συνδυασμό με τις ανάγκες της μειονότητας. Η αφετηρία εκκίνησης της «αυθαιρεσίας του σχεδιασμού» και κατά πόσο είναι επιθυμητή εξ ονόματος της παράδοσης, βρίσκεται στη δικαιοδοσία του αγωνοθέτη να το ορίσει. Η συμβατότητα των χρήσεων, η διάκριση και η αναστρεψιμότητα των επεμβάσεων, είναι γενικές αρχές που πρέπει να τηρούνται και ν’ αποτελούν την πυξίδα των εργασιών στα διατηρητέα της ομογένειας.
Αυτό που θεωρείται για μας «εθνοτοπική» αρχιτεκτονική και μνημειακή κληρονομιά, δεν είναι απαραίτητο να έχει ισότιμη αξία για όλους τους πολίτες της χώρας. Αποτελεί όμως και για αυτούς, μέρος της κοινής πρόσφατης οικιστικής ιστορίας του τόπου άρα και της μνήμης, και κατ’ επέκταση συνιστά κοινή αξία για διατήρηση. Εφόσον ένα μεγάλο μέρος του κτισμένου περιβάλλοντος της γενέτειράς μου, μιας από τις ιστορικότερες πόλεις της υφηλίου, προστατεύεται από την Παγκόσμια Κληρονομιά της UNESCO, και η ανάδειξη της πολυπολιτισμικότητάς της τονίζει την ανοχή προς τον «άλλον» και την ειρηνική συμβίωση, ας προσπαθήσουμε με τις πράξεις μας να συμβάλλουμε στην ορθή και αψεγάδιαστη προστασία του.
[1] [email protected], ORCID: 0009-0003-7194-8114.
[2] Σάββας Τσιλένης, «Ζάππειο Παρθεναγωγείο και η αρχιτεκτονική της κοινοτικής εκπαίδευσης στην Κων/πολη του 19ου αι.», Ηλιαία, επιθεώρηση αδέσμευτης κριτικής, αρ. 93 (Ιούλιος 2016), 18-21.
[3] Δημήτρης Καλούμενος, Η Σταύρωση τoυ Χριστιανισμού/ The Crucifixion of Christianity (δίγλωσση εκδ. του συγγραφέα), Αθήνα 1966 & 2001, σ. 31. Επίσης Alexis Alexandris, The Greek minority of Istanbul and the Greek Turkish relations, 1918-1974, Athens 1992, Emine Gürsoy Nakşkali, 6-7 Eylül Olayları Davası, Yassıada Zabıtları-II, İstanbul, 2007, Dilek Güven, Cumhuriyet dönemi azınlık politikaları bağlamda 6-7 Eylül Olayları, İstanbul, 2005, 142-147 και Σπύρος Βρυώνης, Ο μηχανισμός της καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόμ της 6ης –7ης Σεπτεμβρίου 1955 και η καταστροφή της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, Λευτέρης Γιαννακουδάκης (μετ.) Παναγιώτης Σουλτάνης (επιμ.), Αθήνα, 2007.
[4] Στο αρχείο της οικογένειας Συμεωνίδη σώζoνται δύο απόκομματα εφημερίδων της Πόλης, μάλλον της Απογευματινής και της Εμπρός (δίχως να γράφεται ο τίτλος τους), με ημερομηνία 4.11.1965, όπου αναφέρονται σχεδόν πανομοιότυπα στο γεγονός με την ίδια επικεφαλίδα: «Τιμητική διάκρισις ομογενούς αρχιτέκτονoς». Το μικρό κείμενο είναι σχεδόν όμοιο και στα δύο έντυπα, αντιγράφω το πληρέστερο «Ο Σεβ. Αρχιεπίσκοπος κκ Παρφύριος [μήπως Πορφύριος], της εν βαθυτάτη ερήμω της Πετραιάς Αραβίας παλιφάτου και περιπίστου Μονής του Θεοβαδίστου Όρους Σινά Μετοχίου Καΐρου εκτιμών τας εκτάκτους υπηρεσίας του ομογενούς αρχιτέκτονος κ. Συμεων Ι. Συμεωνίδου ανεκήρυξεν αυτόν μέγαν ευεργέτην εγγράψας εις τας δέλτους της Ι. Μονής το όνομα αυτού ίνα μνημονεύηται εις αιώνα τον άπαντα μετά των μεγάλων ευεργετών.»
[5] «Το ανακαινισμένο κτήριο της ιστορικής Μαράσλειου Σχολής εγκαινίασε ο Βαρθολομαίος», εφ. Πρώτο Θέμα, 11.4.2024, https://www.protothema.gr/greece/article/1507980/to-anakainismeno-ktirio-tis-istoriki-marasleiou-sholis-egainiase-o-vartholomaios/
[6] Νίκου Ατζέμογλου, Τ’ αγιάσματα της Πόλης, εκδ. Ρήσος, Αθήνα 1990, 26-27 [σημείωση ομιλητού]
[7] Βλ. Χαράλαμπος Μπούρας, «Η αρχιτεκτονική της Παναγίας του Μουχλίου στην Κωνσταντινούπολη», Δελτίο της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, περίοδος Δ΄, τόμ. ΚΣΤ΄, Αθήνα 2005, σ. 35-50
[8] Damla Acar, «19. Yüzyılın İkinci Yarısında İstanbul’da Ahşap Yapım Sistemlerinin Değişimi: Gelenekselin Rasyonelleştirilmesi (Αλλαγή στα ξύλινα κατασκευαστικά συστήματα στην Κωνσταντινούπολη κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα: Ο εξορθολογισμός του παραδοσιακού)», İstanbul Teknik Üniversitesi Fen Bilimleri Enstitüsü, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Ιστάνμπουλ 2015, σ. 46-56.
[9] Karaca, ό.π. σ. 609..
[10] Σάββας Τσιλένης, «Η καλλιτεχνική αξία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της ελληνορθόδοξης κοινότητας της Πόλης και τα ζητήματα προστασίας της», Πρακτικά συνεδρίου Σύνδεσμος Αποφοίτων Ζωγραφείου, Συνάντηση στην Πόλη. Το παρόν και το μέλλον. Κείμενα για τη Ρωμαίικη κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, εκδ. Καλειδοσκόπιο και Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων (Κ.Ε.Μ.Ο.), Αθήνα 2009, 133-142.
[11] (Dοcumentation and Cοnservation of buildings, sites and neighborhoods of the Mοdern Mοvement)





