Πέμπτη, 14 Μαΐου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Για να διασωθεί ο φιλελευθερισμός από τη δημοκρατία: Μια πρόταση για ένα κομφουκιανό μικτό πολίτευμα

Tongdong Bai

Η μετασοβιετική ευφορία περί «τέλους της ιστορίας» φαίνεται πως έχει πλέον παρέλθει. H ανησυχία ότι η δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο έχει κυριαρχήσει σε πολλούς. Η πρόσφατη άνοδος δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων στις δυτικές δημοκρατίες — οι οποίες θεωρούνταν η ύστατη μορφή πολιτικής εξέλιξης — εκλαμβάνεται συχνά ως ένδειξη της παρακμής και πτώσης της δημοκρατίας. Ωστόσο, το παράδοξο είναι ότι πολλά από αυτά τα κόμματα εδραιώνονται μέσω δημοκρατικών εκλογών. Σε αρκετές χώρες, έχουν μάλιστα λάβει το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων, μόνο και μόνο για να αποκλειστούν από την εξουσία όταν σχηματίζονται κυβερνητικοί συνασπισμοί, όλα στο όνομα της υπεράσπισης της δημοκρατίας. Η επιτυχία τους δεν συνιστά τεκμήριο κατάρρευσης της δημοκρατίας αλλά απότοκό της. Αντιθέτως, η επιρροή τους ίσως να ήταν πολύ μεγαλύτερη εάν η δημοκρατική αντιπαράθεση ακολουθούσε πλήρως την πορεία της. Η σύγχυση που προκύπτει οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται η έννοια «δημοκρατία»: έχει μετατραπεί σε έναν φορτισμένο όρο που συχνά συγχέει δύο διακριτές έννοιες — τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία.

 

Η δημοκρατία αφορά την κυριαρχία της πλειοψηφίας, ενώ ο φιλελευθερισμός υποδηλώνει το κράτος δικαίου και την προστασία ορισμένων ελευθεριών. Εννοιολογικά, πρόκειται για διαφορετικά πράγματα. Ιστορικά, οι πρωτο- και πρώιμοι φιλελεύθεροι στοχαστές επιδίωξαν να προστατεύσουν τις ελευθερίες από καταπιεστικές εξουσίες. Για πρωτοφιλελεύθερους στοχαστές όπως ο Μοντεσκιέ, η απειλή προερχόταν από την άνοδο της απόλυτης μοναρχίας. Όμως τον 19ο αιώνα, πρώιμοι φιλελεύθεροι στοχαστές όπως ο Τζον Στιούαρτ Μιλ συνειδητοποίησαν ότι, με την εξάλειψη της απόλυτης μοναρχίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, η νέα απειλή για τις ελευθερίες ήταν η δημοκρατία, δηλαδή η τυραννία της πλειοψηφίας. Με άλλα λόγια, η ανάδυση του φιλελευθερισμού υπήρξε στην πραγματικότητα απάντηση στην πρόκληση της δημοκρατίας, διότι το κύριο κίνητρο του Μιλ ήταν να εισαγάγει και να υπερασπιστεί τον φιλελευθερισμό και συνακόλουθα να διασώσει τις ελευθερίες από την απειλή των απόψεων των πολλών. Σε αυτή τη σύγκρουση, φιλελευθερισμός και δημοκρατία επιτυγχάνουν μια ισορροπία — αυτό που αποκαλούμε φιλελεύθερη ή συνταγματική δημοκρατία.

 

Ωστόσο, καθώς η δημοκρατία και η πρώτη της εξαδέλφη, η ισότητα, προχωρούν διαρκώς, αυτή η εύθραυστη ισορροπία διαρρηγνύεται. Εκείνο που παρακμάζει δεν είναι η δημοκρατία αλλά ο φιλελευθερισμός. Οτιδήποτε αποκλίνει από αυτό το πλαίσιο, θεωρείται άνισο, ελιτίστικο και αντιδημοκρατικό. «Εμείς, ο λαός», νιώθοντας παραμελημένοι από την παγκοσμιοποίηση, επιθυμούμε να ανατρέψουμε το status quo με τη δύναμη της πλειοψηφίας, ελπίζοντας μάλιστα χωρίς νομικούς περιορισμούς. Αν αυτό ισχύει, και αν προκρίνει κανείς τον φιλελευθερισμό, τότε η μόνη ελπίδα είναι να περιοριστούν η δημοκρατία και η ισότητα, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία.

 

Αλλά γιατί να επιδιώκουμε την αποκατάσταση αυτής της ισορροπίας; Θα μπορούσαμε απλώς να διασώσουμε τον φιλελευθερισμό καταργώντας εντελώς τη δημοκρατία, και αυτό είναι εφικτό. Άλλωστε, σε μια αριστοκρατία, οι λίγοι, οι οποίοι διαθέτουν αυτό το προνόμιο από τη γέννησή τους, απολαμβάνουν την ελευθερία, ενώ οι πολλοί εργάζονται για αυτούς. Αν όμως πιστεύουμε ότι η κοινωνική θέση ενός ανθρώπου δεν πρέπει να καθορίζεται από την καταγωγή του και ότι το κράτος οφείλει για να υπηρετεί την ευημερία όλων, τότε πρέπει να απορρίψουμε αυτή την εναλλακτική.

 

Αντιμέτωποι με έναν κόσμο όπου η παλαιά τάξη, βασισμένη στην αριστοκρατία, είχε καταρρεύσει, οι πρώιμοι Κομφουκιανοί (περίπου μεταξύ 500 π.Χ. και 200 π.Χ.) πρέσβευαν ότι το κράτος υπάρχει για να υπηρετεί τον λαό. Η υπηρεσία προς τον λαό προσφέρει την ύψιστη νομιμοποίηση του κράτους. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηριχθεί ότι πίστευαν πως το κράτος είναι και του λαού. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κράτος πρέπει να λογοδοτεί. Το αν ο λαός εξυπηρετείται ή όχι πρέπει να το αποφασίζει ο ίδιος, και μια ανεπαρκής κυβέρνηση που αποτυγχάνει να ικανοποιήσει τις ανάγκες του πρέπει να αποχωρεί από την εξουσία.

 

Μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ Κομφουκιανών και δημοκρατών, ωστόσο, είναι ότι οι πρώτοι δεν πιστεύουν πως το κράτος πρέπει να κυβερνάται από τον λαό. Όπως και οι δημοκράτες, πιστεύουν ότι όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν ίσες δυνατότητες να αυτοκυβερνηθούν και ότι είναι οι καλύτεροι κριτές του πώς βιώνουν τη ζωή τους. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους δημοκράτες, οι Κομφουκιανοί διατείνονται ότι στην πραγματικότητα μόνο λίγοι μπορούν να πραγματώσουν τις ηθικές και πνευματικές τους δυνατότητες ώστε να κυβερνήσουν προς όφελος όλων, ενώ οι μάζες δεν είναι σε θέση να λαμβάνουν πολιτικές αποφάσεις ούτε καν προς ίδιον όφελος. Επομένως, οι Κομφουκιανοί θα τάσσονταν υπέρ ενός μικτού πολιτεύματος που συγκεράζει δημοκρατικά συστατικά (ώστε ο λαός να μπορεί να εκφράζει την ικανοποίησή του ή τη δυσαρέσκειά του προς την κυβέρνηση) με αξιοκρατικά στοιχεία (ώστε να λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις που είναι ορθές για όλους). Ένα παράδειγμα αυτού είναι ένα διθάλαμο νομοθετικό σώμα με μια δημοκρατικά εκλεγμένη κάτω βουλή και μια αξιοκρατικά επιλεγμένη άνω βουλή.

Σε αυτό το μικτό καθεστώς εμπνευσμένο από τον Κομφουκιανισμό, υπάρχουν τρεις μέθοδοι επιλογής των μελών της άνω βουλής. Πρώτον, οι αξιοκράτες των ανώτερων επιπέδων μπορούν να εκλέγονται από μέλη του αμέσως κατώτερου νομοθετικού επιπέδου. Δεύτερον, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η επιτυχία σε συγκεκριμένες εξετάσεις είτε ως προϋπόθεση για τους ψηφοφόρους που θα ψηφίζουν για την άνω βουλή είτε ως προϋπόθεση για τους υποψηφίους της. Τρίτον, μπορούν να εντοπισθούν έμμεσοι δείκτες που να υποδηλώνουν την αρετή του υποψηφίου. Για παράδειγμα, μια μοναδική θητεία στην άνω βουλή σε εθνικό επίπεδο θα μπορούσε να απονέμεται σε έναν κυβερνήτη δύο θητειών ο οποίος διατήρησε ποσοστό αποδοχής 40% κατά τη διάρκεια της θητείας του, δεν ενεπλάκη σε εγκληματικές δραστηριότητες και σχεδιάζει να αποσυρθεί από την  πολιτική ζωή. Και οι τρεις αυτοί τρόποι δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενοι και μπορούν να λειτουργούν συμπληρωματικά.

 

Αυτό το καθεστώς θα πρέπει να εδράζεται σε φιλελεύθερα θεμέλια, δηλαδή στον συνταγματισμό που προασπίζεται δικαιώματα και ελευθερίες. Ο συνταγματισμός είναι ίσως η πραγματική συμβολή της Δύσης στην ανθρώπινη αναζήτηση του ιδανικού πολιτεύματος. Όπως έχω καταδείξει στο βιβλίο μου Against Political Equality, οι Κομφουκιανοί μπορούν να τον αποδεχθούν. Για παράδειγμα, προκειμένου να ακούγονται οι φωνές των ανθρώπων και να λαμβάνονται συνετές αποφάσεις, πρέπει να κατοχυρώνεται το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου. Αν και τα παραδοσιακά κινεζικά καθεστώτα δεν ήταν πλήρως συνταγματικά, οι παραδοσιακοί Κινέζοι στοχαστές προειδοποιούσαν ενάντια στην καταπίεση της φωνής του λαού. Σε ένα αρχαίο κείμενο, ο συγγραφέας αναφέρει ότι το να σφραγίσεις το στόμα του λαού είναι χειρότερο από το να εμποδίσεις τη ροή ενός ποταμού (κάτι που θα οδηγούσε σε καταστροφικά αποτελέσματα).

Γιατί όμως αυτό το κομφουκιανό υβριδικό καθεστώς, θεμελιωμένο στον συνταγματισμό, μπορεί να χαλιναγωγήσει τις υπερβολές της δημοκρατίας; Πρέπει να αντιληφθούμε ότι οι σημερινοί δημοκρατικοί θεσμοί, και ιδιαίτερα η αρχή «ένα άτομο, μία ψήφος», εμφανίζουν τέσσερα προβλήματα.

1) Ενθαρρύνουν τον ριζοσπαστικό ατομικισμό και τον αντιδιανοουμενισμό.

2) Παραχωρούν όλη την πολιτική εξουσία στους σημερινούς ψηφοφόρους, αν και οι εσωτερικές πολιτικές, όπως οι περιβαλλοντικές, μπορούν να επηρεάσουν μη ψηφοφόρους, όπως ξένους και μελλοντικές γενιές.

3) Συχνά ενθαρρύνουν την πλειοψηφία να καταπιέζει και να φιμώνει τις μειονότητες, διαβρώνοντας τις ελευθερίες σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία και οδηγώντας ακόμη και σε εθνοκαθάρσεις σε νεοσύστατες δημοκρατίες.

4) Απορρέουν από τη μη ρεαλιστική παραδοχή ότι οι ψηφοφόροι είναι ορθολογικοί ως προς τα ίδια τους τα συμφέροντα — μια αντίληψη  που πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες θεωρούν μύθο. Είναι μη ρεαλιστική για δύο λόγους. Πρώτον, σχεδόν όλα τα σύγχρονα κράτη είναι υπερβολικά μεγάλα και σύνθετα ώστε οι απλοί άνθρωποι να μπορούν να κατανοήσουν τις κρατικές υποθέσεις. Δεύτερον, η πλειονότητα των ανθρώπων, απασχολημένη με την εργασία της, δεν διαθέτει καν τον χρόνο να τις κατανοήσει. Περιορίζοντας εκ των πραγμάτων τη φωνή του λαού, το κομφουκιανό μικτό καθεστώς ενδέχεται να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα.

 

Συγχέοντας τη δημοκρατία με τον φιλελευθερισμό και θεωρώντας την ισότητα ιερή, πολλοί δημοκρατικοί διανοητές εξακολουθούν να επιθυμούν την ενίσχυση της δημοκρατίας και της ισότητας προκειμένου να επιλύσουν προβλήματα που στην πραγματικότητα προξενήθηκαν από τη δημοκρατία και την υπέρμετρη ισότητα. Ο Μοντεσκιέ είχε διατυπώσει  την ιδέα ότι η δημοκρατία θα καταστρεφόταν τόσο από την έλλειψη ισότητας όσο και από την υπερβολική ισότητα. Ο Μιλ πρότεινε οι ψήφοι των ατόμων που διέθεταν γνώση να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα. Οι Φεντεραλιστές σχεδίασαν πολλούς θεσμούς για να ελέγχουν και να εξισορροπούν τη δύναμη του λαού. Το αμερικανικό καθεστώς κατά την ίδρυσή του (παρά την έλλειψη καθολικής ψήφου και τις διακρίσεις εις βάρος γυναικών και μειονοτήτων) πλησίαζε περισσότερο από κάθε άλλο στην πράξη το κομφουκιανό υβριδικό καθεστώς, αν και αυτοί οι θεσμοί αποδυναμώθηκαν ή και καταργήθηκαν με την εξέλιξη της δημοκρατίας και της ισότητας. Συνεπώς, η πρόταση ενός κομφουκιανού μικτού καθεστώτος παραπέμπει σε μια δυτικής παράδοσης που έχει εξαφανιστεί οριστικά ή παραμεληθεί, εις βάρος της φιλελεύθερης δημοκρατίας που αναπτύχθηκε στη Δύση· και οι αναλογίες ανάμεσα στην Κίνα και τη (παραμελημένη) Δύση δείχνει την οικουμενικότητα αυτών των ιδεών.

 

Ο Δρ. Tongdong Bai είναι Καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Fudan της Κίνας και μέλος της Ποντιφικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα περιλαμβάνουν την κινεζική φιλοσοφία και την πολιτική φιλοσοφία. Έχει δημοσιεύσει δύο μονογραφίες στα αγγλικά: China: The Political Philosophy of the Middle Kingdom (Zed Books, 2012) και Against Political Equality: The Confucian Case (Princeton University Press, 2019). Στην παρούσα φάση, εστιάζει στη φιλοσοφία του Han Fei Zi (περ. 280–233 π.Χ.), σκληρού επικριτή των Κομφουκιανών, ο οποίος συχνά συγκρίνεται με τον Μακιαβέλλι και τον Χομπς. Είναι επίσης διευθυντής του αγγλόφωνου μεταπτυχιακού προγράμματος κινεζικής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Fudan, το οποίο αποσκοπεί στην προώθηση των σπουδών κινεζικής φιλοσοφίας.

 

Αρχική δημοσίευση: https://www.thinkchina.sg/contributors/tongdong-bai