Του Βασίλη Σπυρόπουλου
Το δημοσίευμα του Bloomberg, πριν από μερικές ημέρες, έρχεται, δυστυχώς, να επιβεβαιώσει ότι η Τουρκία δεν περιορίζεται πλέον σε ρητορικές εξάρσεις ή αποσπασματικές κινήσεις αμφισβήτησης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά σκοπεύει να οικοδομήσει ένα μόνιμο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο κατοχύρωσης των αναθεωρητικών της αξιώσεων, πετώντας στο καλάθι των αχρήστων το αφήγημα των «ήρεμων νερών».
Η πληροφορία ότι η Άγκυρα ετοιμάζεται να καταθέσει νομοσχέδιο για την επίσημη οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών σε αμφισβητούμενες περιοχές δεν αποτελεί μια ακόμη επικοινωνιακή διαρροή· αποτελεί πιθανό προάγγελο μιας νέας φάσης στην τουρκική στρατηγική.
Η Τουρκία επιχειρεί ουσιαστικά να μετατρέψει την ρητορική σε όλους τους τόνους περί «Γαλάζιας Πατρίδας» από πολιτικό δόγμα σε εσωτερικό νομικό κεκτημένο. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί κάθε τέτοια κίνηση δημιουργεί ένα επιπλέον εργαλείο πίεσης απέναντι στην Ελλάδα, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο. Η σύνδεση των νέων διεκδικήσεων της με υπαρκτούς ή ανύπαρκτους ενεργειακούς πόρους δείχνει ότι η Άγκυρα δεν εγκαταλείπει ούτε τις βλέψεις της για έλεγχο κρίσιμων θαλάσσιων περιοχών ούτε την επιδίωξη να εμφανιστεί ως κυρίαρχη δύναμη στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, η στάση της Αθήνας συνεχίζει να προκαλεί ερωτήματα. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επιλέξει τα τελευταία επτά χρόνια μια τακτική χαμηλών τόνων απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις, αποφεύγοντας συστηματικά την ευθεία πολιτική και διπλωματική κλιμάκωση. Από τις υπερπτήσεις και το τουρκολιβυκό μνημόνιο μέχρι τις διαρκείς δηλώσεις περί αποστρατιωτικοποίησης νησιών και «γκρίζων ζωνών», η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται να επενδύει περισσότερο στη διατήρηση ενός ήρεμου κλίματος παρά στην ενεργητική αποτροπή.
Η διπλωματική αυτή ρότα παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως στρατηγική ψυχραιμίας και αποφυγής έντασης. Ωστόσο, όλο και πληθαίνουν οι φωνές, εντός και εκτός κόμματος και ψηφοφόρων της ΝΔ, που θεωρούν ότι η συνεχής απουσία ισχυρής αντίδρασης κινδυνεύει να δημιουργήσει την εικόνα μιας Ελλάδας, που όχι μόνο συνηθίζει, αλλά και θεωρεί αυτονόητες τις τουρκικές διεκδικήσεις αντί να τις αντιμετωπίζει δυναμικά. Και, είτε μας αρέσει, είτε όχι, στην εξωτερική πολιτική, ό,τι επαναλαμβάνεται χωρίς κόστος, συχνά παγιώνεται ως νέα πραγματικότητα.
Αν τελικά η Άγκυρα προχωρήσει στην επίσημη νομοθέτηση των θαλάσσιων αξιώσεών της, η Αθήνα θα βρεθεί μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε θα συνεχίσει τη γραμμή της ήπιας διαχείρισης, είτε θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη μέχρι σήμερα στάση αναμονής και να περάσει σε πιο ενεργητική πολιτική υπεράσπισης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Γιατί η Τουρκία δείχνει αποφασισμένη να δημιουργεί συνεχώς νέα τετελεσμένα — και τα τετελεσμένα, όταν δεν αμφισβητούνται έγκαιρα, αποκτούν βάθος και διάρκεια και υπάρχει ο κίνδυνος να παγιωθούν ανεπιστρεπτί.





