Του Κώστα Παππά
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες εθνικές προκλήσεις των επόμενων δεκαετιών, αλλά συνεχίζει να αντιμετωπίζει το δημογραφικό περισσότερο με επιδόματα και λιγότερο με στρατηγική. Τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής Δημογραφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βύρων Κοτζαμάνης στο διεθνές συνέδριο «Η Ελλάδα σε Δημογραφική Καμπή» στην Ιθάκη αποτυπώνουν μια σκληρή πραγματικότητα: η χώρα γερνά, ο πληθυσμός μειώνεται και οι γεννήσεις δεν επαρκούν πλέον ούτε στοιχειωδώς για να καλύψουν τις απώλειες.
Μέχρι το 2060, η Ελλάδα αναμένεται να καταγράφει περίπου 60.000 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις ετησίως, ενώ ο αναπαραγωγικός πληθυσμός θα έχει μειωθεί κατά 35%. Αυτό σημαίνει πως ακόμη κι αν αυξηθούν οι γεννήσεις, δεν θα υπάρχουν αρκετοί νέοι άνθρωποι σε ηλικία τεκνοποίησης ώστε να αντιστραφεί η τάση.
Οι προβολές του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών δείχνουν ότι, με μηδενικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, ο πληθυσμός της χώρας θα μειωθεί έως και κατά 2,45 εκατομμύρια κατοίκους μέχρι το 2060. Στο δυσμενέστερο σενάριο, η Ελλάδα θα επιστρέψει πληθυσμιακά στα επίπεδα της δεκαετίας του 1950.
Την ίδια στιγμή, η γήρανση του πληθυσμού αποκτά εκρηκτικές διαστάσεις. Οι άνω των 65 ετών, που το 1951 αποτελούσαν μόλις το 6,8% του πληθυσμού, σήμερα φτάνουν το 23,5%, ενώ μέχρι το 2060 ενδέχεται να αγγίξουν ακόμη και το 38%. Αντίθετα, οι ηλικίες 0-19 ετών έχουν περιοριστεί από το 38,5% στο μόλις 18,5%.
Ωστόσο, ο Βύρων Κοτζαμάνης απορρίπτει τη λογική της κινδυνολογίας. «Δεν χρειάζεται φόβος. Δεν θα μας βοηθήσει ο πανικός», τόνισε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας πως η χώρα εισέρχεται απλώς σε μια νέα δημογραφική πραγματικότητα, για την οποία απαιτούνται διαφορετικές πολιτικές.
Και εκεί ακριβώς εντοπίζει το βασικό πρόβλημα: «Στην Ελλάδα κάνουμε δημογραφική πολιτική χωρίς τους δημογράφους». Σύμφωνα με τον καθηγητή, οι πολιτικές που εφαρμόζονται αγνοούν τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, τη νησιωτικότητα, την περιφερειακή ανισότητα και τη δραματική υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Γι’ αυτό και, όπως υποστηρίζει, τα ακριβά επιδόματα των 2.000 ή 5.000 ευρώ για τη γέννηση ενός παιδιού έχουν περιορισμένο αντίκτυπο. «Ένα επίδομα εξανεμίζεται γρήγορα όταν έχεις χαμηλό μισθό, ακριβή στέγη και ανασφάλεια για το μέλλον», σημείωσε.
Ο ίδιος επιμένει ότι η πραγματική λύση βρίσκεται αλλού: σε αξιόπιστα δημόσια σχολεία, σε καλύτερους μισθούς, σε κοινωνικές πολιτικές με διάρκεια και σε μια κοινωνία λιγότερο άνιση και περισσότερο φιλική προς την οικογένεια.
Παρά τη σκοτεινή εικόνα, ο καθηγητής βλέπει και δύο σημαντικά πλεονεκτήματα για τη χώρα. Το πρώτο είναι ότι οι Έλληνες του εξωτερικού διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με την πατρίδα, γεγονός που μπορεί να ενισχύσει την επιστροφή τους. Το δεύτερο είναι η αυξανόμενη κόπωση πολλών νέων από τη ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα, κάτι που δημιουργεί προϋποθέσεις επανακατοίκησης της περιφέρειας και δημιουργίας οικογενειών εκτός Αθήνας.
Το ερώτημα είναι αν η χώρα θα αποφασίσει επιτέλους να το αντιμετωπίσει σοβαρά πριν να είναι αργά για την κοινωνία και την οικονομία της.





