Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα έντονο ιστοριογραφικό ενδιαφέρον για την περίοδο του Βυζαντίου (ή ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας όπως θα έπρεπε ορθότερα να αποκαλείται). Διάσημοι Έλληνες και ξένοι μελετητές προσθέτουν στην άλλοτε ισχνή βιβλιογραφική παρουσία, έργα που συνεισφέρουν στην περαιτέρω ανάδειξη των βυζαντινών σπουδών παγκοσμίως, ερευνώντας παράλληλα τον βαθμό συνεισφοράς του Βυζαντίου στη νεώτερη Ελλάδα και όχι μόνο.

Το ενδιαφέρον αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί φυσικό και δικαιολογημένο. Το Βυζάντιο υπήρξε ένα υπερχιλιετές κράτος που πρωταγωνίστησε κυρίως στην ανατολική λεκάνη της Μεσογείου, αλλά και ευρύτερα στην παγκόσμια σκηνή. Δεν θα αποτελούσε υπερβολή να χαρακτηρίσουμε το κράτος αυτό στην ακμή του ως το κέντρο του τότε γνωστού κόσμου και την πρωτεύουσά του ως τη βασιλίδα των πόλεων. Αντλώντας δυνάμεις από το πλούσιο αρχαίο ελληνικό παρελθόν και από το πρόσφατο ρωμαϊκό, και με κυρίαρχο ενοποιητικό στοιχείο τον χριστιανισμό στην ορθόδοξη εκδοχή του, κατόρθωσε να διαμορφώσει έναν πλούσιο όσο και πρωτότυπο πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπινου βίου και να ασκήσει έντονη και γόνιμη επίδραση, όχι μόνο στους βαλκανικούς και ανατολικούς λαούς που το συναπάρτιζαν, αλλά και στους περισσότερους λαούς με τους οποίους ήρθε σε επαφή.

Πέραν αυτού, η εποχή την οποία διανύουμε, έχει εκτός από πολλές διαφορές, και πολλά κοινά με εκείνη του Βυζαντίου· τη θέση των παλιότερων κρατών-εθνών καταλαμβάνουν υπερεθνικές οντότητες, μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον που από μονοπολικό, τείνει να γίνει πολυπολικό. Το Βυζάντιο υπήρξε ένα τέτοιο υπερεθνικό κράτος, μονοπολιτισμικού όμως χαρακτήρα, το οποίο κινήθηκε τους περισσότερους αιώνες της ύπαρξής του, σε ένα πολυπολικό περιβάλλον.
Ιδιαίτερη σημασία έχει αυτή η περίοδος για τους Έλληνες, αφού αποτελεί το μεσοδιάστημα ανάμεσα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και τον νεότερο. Μέσα από το Βυζάντιο και τον πολιτισμό του, μπορεί ο σύγχρονος Έλληνας να βρει τις ρίζες του, δηλαδή τη θρησκευτική του πίστη, τη γλώσσα, τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμά του, το σύνολο σχεδόν του υλικού και πνευματικού του βίου.

Ένας από τους νέους ερευνητές του χώρου που εκτείνεται από τα πρώτα βήματα του Βυζαντίου ως τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, είναι και ο Μάριος Αθανασόπουλος, μέλος ΕΔΙΠ στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Με μια σειρά σημαντικών μονογραφιών για την μελετώμενη περίοδο, συνεισφέρει σε αυτή την άνθιση των βυζαντινών σπουδών που αναφέρθηκε νωρίτερα.
Τα τελευταία έργα του «Οι απόψεις των ιστορικών της Άλωσης για την Ιστορία», «Εισαγωγικά μελετήματα στη βυζαντινή φιλολογία» των εκδόσεων Ηρόδοτος καθώς και «Η ελληνική ποίηση κατά τη βυζαντινή της περίοδο», «Η βυζαντινή ιστοριογραφία κατά την παλαιολόγεια περίοδο» και «Τα χειρόγραφα της μονής Μαρδακίου. Συμβολή στην πολιτική και εκκλησιαστική ιστορία της Μεσσηνίας» των εκδόσεων Ηδυέπεια, αποτελούν απτή απόδειξη αυτής της συνεισφοράς.

- «Οι απόψεις των ιστορικών της Άλωσης για την Ιστορία»
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας επιχειρεί επιτυχημένα να ανιχνεύσει τον τρόπο σκέψης και κρίσης των ιστορικών προσώπων που ασχολήθηκαν με το θέμα της αλώσεως της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους και έγραψαν για το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός· τον Δούκα, τον Κριτόβουλο, τον Σφραντζή και τον Χαλκοκονδύλη.
Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, οι τέσσερις αυτοί ιστορικοί δεν κατέγραψαν μόνο τα ιστορικά συμβάντα αλλά και τον πόνο και την απόγνωση που ένιωσαν σε μια εποχή τόσο ταραγμένη και συνεχώς μεταβαλλόμενη κι ακόμα εξέφρασαν την αγωνία τους για το μέλλον του ελληνισμού. Έτσι, ο Δούκας καθιστά υπεύθυνους τους ομοεθνείς του για την ήττα από τους Τούρκους, επειδή αρνήθηκαν τη βοήθεια από τη Δύση με τίμημα την ένωση των Εκκλησιών, τη μελλοντική δηλαδή συνένωση των χριστιανικών δυνάμεων, διότι θεώρησαν ότι αυτό θα ήταν υποταγή της Ορθόδοξης στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Κριτόβουλος θεώρησε πως η απειλή της κυριαρχίας των Οθωμανών δεν θα ήταν ευκαιριακή, αλλά ότι αυτό το ζήτημα θα υφίστατο και στο μέλλον. Ο Σφραντζής κατέφυγε στην απάρνηση των εγκοσμίων, απελπισμένος από όσα έβλεπε στο παρόν και από όσα προέβλεπε για το μέλλον, υποτασσόμενος στη θεϊκή θέληση που δοκιμάζει τους πιστούς. Τέλος, ο Χαλκοκονδύλης, μαθητής του Πλήθωνα, αναζητούσε λύση καταφεύγοντας στο ένδοξο αρχαίο παρελθόν και αισιοδοξούσε πως μετά την καταστροφή του χριστιανικού Βυζαντίου και με όπλα την ελληνική γλώσσα και παιδεία θα αναγεννιόταν και θα δοξαζόταν ξανά ο ελληνισμός.

Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει το έργο αυτό, είναι το γεγονός πως τα ερωτήματα που θέτουν οι τέσσερις ιστορικοί για το μέλλον του ελληνισμού, μπορούν να χαρακτηριστούν διαχρονικά· ακόμα και σήμερα υπάρχουν πολλοί διανοητές που είτε προβάλλουν τη δυτικόστροφη πολιτική ως μόνη λύση (όπως ο Δούκας), είτε ζητούν συμβιβασμούς με όσους απειλούν την ύπαρξη του ελληνισμού (όπως ο Κριτόβουλος), είτε τέλος προκρίνουν την επιστροφή στο ένδοξο παρελθόν (το αρχαίο ελληνικό όπως ο Χαλκοκονδύλης ή το βυζαντινό όπως ο Σφραντζής). Παρά την επικράτηση της πρώτης, στην ελληνική κοινωνία υφίστανται και οι υπόλοιπες τάσεις, άλλοτε διευρυνόμενες και άλλοτε συρρικνούμενες, ανάλογα με τις περιστάσεις.
- «Εισαγωγικά μελετήματα στη βυζαντινή φιλολογία»
Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια ευσύνοπτη εισαγωγή στην απέραντη βυζαντινή φιλολογία και απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που ενδιαφέρεται να πληροφορηθεί εν συνόψει για τα επιτεύγματα των έργων του λόγου στο υπεριχιλιετές Βυζάντιο αλλά και σε φοιτητές που διδάσκονται το συγκεκριμένο μάθημα στα ελληνικά πανεπιστήμια και στα πανεπιστήμια της αλλοδαπής. Αποτελείται από δέκα κεφάλαια, εκ των οποίων τα δύο πρώτα περιλαμβάνουν μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία του βυζαντινού κράτους και της φιλολογίας του, το τρίτο τη συνάντηση ελληνισμού και χριστιανισμού, και τα υπόλοιπα επτά, τους χαρακτηριστικότερους σταθμούς στη μελέτη της βυζαντινής φιλολογίας (εκκλησιαστική ιστορία, ρητορική, επιστολογραφία, ιστοριογραφία, αγιολογία, χρονογραφία, μουσική και υμνογραφία). Σε κάθε ένα από αυτά τα κεφάλαια, περιλαμβάνονται κείμενα από το πρωτότυπο σε νεοελληνική απόδοση, τα οποία βοηθούν στην κατανόηση και αναδεικνύουν την αξία του κάθε κεφαλαίου ξεχωριστά.
- «Η ελληνική ποίηση κατά τη βυζαντινή της περίοδο»
Το έργο αυτό εδράζεται κυρίως σε ένα μοναδικό φαινόμενο στα παγκόσμια χρονικά, την ελληνική ποίηση. Επειδή οι Έλληνες έχουν το προνόμιο να μπορούν να αναγνώσουν και να απαγγείλουν ποίηση που έχει γραφτεί τουλάχιστον από την αρχαϊκή εποχή μέχρι τις μέρες μας, λησμονούν να αντιληφθούν πως πρόκειται για την αρχαιότερη ποίηση που γράφεται και απαγγέλλεται αδιαλείπτως όλους αυτούς τους αιώνες. Και μόνο αυτό το γεγονός αρκεί για να κατανοήσει κανείς τη σπουδαιότητά της. Τα έπη του Ομήρου για παράδειγμα, αποτελούν το δημοφιλέστερο και αρχαιότερο μάθημα που διδάσκονται οι μαθητές στα σχολεία, ενώ τα ονόματα του Αρχίλοχου, της Σαπφώς, των μεγάλων τραγικών και πολλών ακόμη αρχαίων Ελλήνων ποιητών, δεν μας είναι οπωσδήποτε άγνωστα. Το ίδιο ισχύει και για τα νεώτερα χρόνια∙ κανείς δεν μένει ασυγκίνητος στο άκουσμα του ονόματος του Ελύτη και του Σεφέρη, των δύο σπουδαίων Ελλήνων ποιητών που βραβεύτηκαν με το βραβείο Νόμπελ, αλλά και άλλων επίσης αναγνωρισμένων Ελλήνων ποιητών, όπως του Ρίτσου, του Παλαμά, του Καβάφη και τόσων άλλων. Τι συμβαίνει όμως με την περίπτωση του Βυζαντίου; Πόσοι μπορούν να αναγνωρίσουν το όνομα του Ρωμανού του Μελωδού, ο οποίος, αν και όχι Έλληνας εκ καταγωγής, αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος ποιητής που γράφει ποίηση στα ελληνικά για μια περίοδο που ξεπερνά τα χίλια χρόνια; Ποιος γνωρίζει τον Γεώργιο Πισίδη, τον Θεόδωρο Πρόδρομο, την Κασσιανή; Αυτό το κενό στη γνώση της ελληνικής ποίησης κατά τη βυζαντινή εποχή της, φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το βιβλίο. Μέσα από την παρουσίαση των ειδών της και αποσπασμάτων από τις πιο χαρακτηριστικές ποιητικές δημιουργίες, ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με αυτόν τον άγνωστο στους περισσότερους, αλλά υπέροχο κόσμο της βυζαντινής ποίησης.
- «Η βυζαντινή ιστοριογραφία κατά την παλαιολόγεια περίοδο»
Το έργο αυτό ασχολείται αποκλειστικά με μια σειρά εξαιρετικών ιστοριογράφων, οι οποίοι παρουσιάζονται κατά την παλαιολόγεια περίοδο. Η παλαιολόγεια, είναι η τελευταία περίοδος του Βυζαντίου, η οποία αρχίζει από το 1261 και την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Βυζαντινούς και ολοκληρώνεται το 1453 με την άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους. Είναι η περίοδος κατά την οποία το βυζαντινό κράτος, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες ορισμένων βασιλέων της ομώνυμης δυναστείας, φαίνεται πως φτάνει σταδιακά στα όριά του, για να οδηγηθεί στο τραγικό τέλος του. Βασικό χαρακτηριστικό της είναι οι συχνοί και ιδιαίτερα καταστρεπτικοί εμφύλιοι πόλεμοι και η προϊούσα αποκέντρωση του κράτους. Η κεντρική εξουσία χάνει την κυρίαρχη θέση που κατείχε πριν και καταρρέει σχεδόν σε κάθε τομέα (διοίκηση, οικονομία, στρατός). Ωστόσο η εποχή αυτή είναι και εποχή ζωηρών διεργασιών και μετεξελίξεων στη βυζαντινή κοινωνία, στην οποία πλέον το ελληνικό στοιχείο έχει μετασχηματίσει την άλλοτε πολυεθνική αυτοκρατορία σε ένα καθαρά ελληνικό κράτος. Οι θεολογικές/εκκλησιαστικές έριδες δεν σταματούν να απασχολούν κάθε ενεργό πολίτη στο Βυζάντιο, η πνευματική παραγωγή συνεχίζεται αμείωτη με λαμπρούς εκπροσώπους και η καλλιτεχνική δημιουργία εκπλήσσει ακόμα και σήμερα με το σθένος και τη δυναμικότητά της. Αυτή η τόσο αντιφατική εποχή, περιγράφεται με εξαιρετική σαφήνεια και ιδιαίτερο τρόπο από τους ιστορικούς της, οι οποίοι συμβάλλουν με τον δικό τους μοναδικό τρόπο στην ανάδειξη αυτής της τόσο ενδιαφέρουσας αλλά και μεταβατικής περιόδου του ελληνισμού.
- «Τα χειρόγραφα της μονής Μαρδακίου. Συμβολή στην πολιτική και εκκλησιαστική ιστορία της Μεσσηνίας»
Το τελευταίο έργο του Μ.Α. αφορά την περίοδο που ξεκινά από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, περιλαμβάνοντας την Τουρκοκρατία, την επανάσταση του 1821 και τα πρώτα βήματα του νεώτερου ελληνικού κράτους. Η πορεία αυτή του νεώτερου ελληνισμού, περιγράφεται μέσα από την ιστορία μιας μεσσηνιακής μονής, αυτής του Μαρδακίου. Η μονή Μαρδακίου (μαζί με αυτήν του Γαρδικίου, το οποίο αποτελούσε αρχικά εξάρτημά της και στη συνέχεια έδρα της), ιδρύθηκε χάρη στη γενναιοδωρία ενός τοπικού άρχοντα, του Θεόδωρου Χανδρινού, στα μέσα του 17ου αιώνα και διατηρήθηκε ως την περίοδο του Μεσοπολέμου. Βρίσκεται η μεν μονή του Μαρδακίου στον ΒΔ Ταΰγετο, στην περιοχή της Αλαγονίας, η δε του Γαρδικίου στην περιοχή της Θουρίας, λίγα χιλιόμετρα έξω από την πόλη της Καλαμάτας. Μέσα από μια ενδελεχή έρευνα, μελέτη, ανάλυση και σχολιασμό του πλούσιου αρχείου χειρογράφων που βρίσκεται στο Ιστορικό Αρχείο της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας (πάνω από εκατό πρωτότυπα και πάνω από χίλια φωτοτυπημένα χειρόγραφα, καθώς και χειρόγραφα βιβλία του αρχείου της Μονής) και άλλων εγγράφων («Μοναστηριακά Αρχεία» των ΓΑΚ, εφημερίδες εποχής κ.ά.), αναδεικνύεται η πλούσια ιστορία της Μονής και άγνωστες πτυχές της ζωής των μοναχών της, και παράλληλα, επίσης άγνωστες πτυχές της εκκλησιαστικής ιστορίας τόσο της Μεσσηνίας, όσο και της Ελλάδας των προεπαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων.
Συνολική αποτίμηση
Τα έργα του Μάριου Αθανασόπουλου, συνθέτουν ένα (όσο είναι αυτό δυνατό) πλήρες επιστημονικό πλαίσιο για τη μελέτη του Βυζαντίου και της επιρροής που άσκησε και εξακολουθεί να ασκεί στον νεώτερο ελληνισμό. Η συμβολή του συγγραφέα έγκειται κυρίως στην ανάδειξη της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου του ελληνισμού ως του ενδιάμεσου κρίκου που ενώνει γόνιμα το αρχαίο παρελθόν με τη σύγχρονη Ελλάδα.
Μέσα από αυτά τα έργα καθίσταται σαφές ότι το Βυζάντιο δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση μια «νεκρή» περίοδος για τον ελληνισμό η οποία απλώς μετέδωσε αλώβητο το αρχαίο πνεύμα στους νεοέλληνες, αλλά μια εποχή γονιμότατη, η οποία προσέφερε και εξακολουθεί να προσφέρει στον ελληνισμό τις πολύτιμες υπηρεσίες της.
Συμπέρασμα
Εν κατακλείδι, τα πρόσφατα έργα του Μάριου Αθανασόπουλου αποτελούν σημαντική συμβολή στη σύγχρονη επιστημονική σκέψη. Μέσα από τη μελέτη και την ανάλυση του φαινομένου «Βυζάντιο», προσφέρει νέες προοπτικές στην εξελικτική πορεία του σύγχρονου ελληνισμού.





