Manjari Singh

Η Δρ. Manjari Singh είναι ιδρυτικό μέλος του Greater West Asia Forum (Ινδία) και ερευνήτρια στο Centre for Joint Warfare Studies, μια διακλαδική δεξαμενή σκέψης που υπάγεται στο Αρχηγείο του Ολοκληρωμένου Επιτελείου Άμυνας / ΑΓΕΕΘΑ / Υπουργείο Άμυνας (HQ In-tegrated Defence Staff/Chief of Defence Staff/Ministry of Defence) της Ινδίας
Ο χαρακτήρας των συγκρούσεων στη Νότια Ασία έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές από την ανεξαρτησία της Ινδίας τον Αύγουστο του 1947. Ενώ οι πρώτες δεκαετίες της αντιπαράθεσης Ινδίας–Πακιστάν χαρακτηρίστηκαν από συμβατικούς πολέμους, κυρίως το 1948, το 1965, το 1971 και κατά τη σύγκρουση του Καργκίλ το 1999, ο στρατηγικός ανταγωνισμός μετατοπίστηκε σταδιακά στο πεδίο της υπο-συμβατικής σύγκρουσης. Σε αυτά τα συμφραζόμενα, η βία δεν προέρχεται ούτε ασκείται πάντα από επίσημες στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά μέσω δικτύων μαχητικών ομάδων, άτακτων μαχητών και ιδεολογικά καθοδηγούμενων οργανώσεων. Αυτές οι οντότητες, που συνήθως περιγράφονται ως μη κρατικοί δρώντες, έχουν χρησιμοποιηθεί από το Πακιστάν ως μέσα και εργαλεία στρατηγικής πίεσης κατά της Ινδίας. Με την πάροδο του χρόνου, τέτοιες ομάδες έχουν εξελιχθεί μία από τις πιο επίμονες προκλήσεις ασφάλειας για το ινδικό κράτος.
Ο υπο-συμβατικός πόλεμος επιτρέπει σε ένα κράτος να πλήξει έναν αντίπαλο, αποφεύγοντας τους κινδύνους κλιμάκωσης που συνδέονται με άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση. Η εξάρτηση ενός κράτους από ένοπλους «αντιπροσώπους» αντανακλά ακριβώς αυτή τη στρατηγική λογική. Τέτοια δίκτυα έχουν επωφεληθεί από υλικοτεχνική υποστήριξη, ασφαλή καταφύγια και δομές ιδεολογικής κινητοποίησης που επιτρέπουν συνεχή δράση κατά ινδικών στόχων. Στη σχετική βιβλιογραφία των σπουδών ασφάλειας, τέτοιες διατάξεις θεωρούνται ευρέως μορφές πολέμου δι’ αντιπροσώπων, όπου ένα κράτος χρησιμοποιεί άτακτους δρώντες για να προωθήσει στρατηγικούς στόχους διατηρώντας έναν βαθμό εύλογης άρνησης ευθύνης.
Οι πιο σημαντικές οργανώσεις που εμπλέκονται σε επιθέσεις κατά της Ινδίας είναι οι Lashkar-e-Taiba, Jaish-e-Mohammed, Hizbul Mujahideen και Harkat-ul-Mujahideen. Οι οργανώσεις αυτές διαφέρουν ως προς τον ιδεολογικό προσανατολισμό και τις επιχειρησιακές τακτικές τους, αλλά μοιράζονται τον στρατηγικό στόχο της στόχευσης ινδικών συμφερόντων και της διατήρησης αστάθειας στο Τζαμού και Κασμίρ. Τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν εξελιχθεί σε σύνθετα και δαιδαλώδη δίκτυα ικανά να συνδυάζουν τακτικές εξέγερσης με τρομοκρατικές επιχειρήσεις και διασυνοριακή προπαγάνδα.
Η Lashkar-e-Taiba συμμετείχε ε ορισμένες από τις πιο γνωστές τρομοκρατικές επιθέσεις κατά της Ινδίας. Οι συντονισμένες επιθέσεις κατά τις επιθέσεις στη Βομβάη το 2008 ανέδειξαν τόσο την επιχειρησιακή πολυπλοκότητα όσο και τη διασυνοριακή εμβέλεια τέτοιων δικτύων. Η Jaish-e-Mohammed πραγματοποίησε μεγάλες επιθέσεις, όπως την επίθεση στο Ινδικό Κοινοβούλιο το 2001 και την επίθεση στο Πουλουάμα τον Φεβρουάριο του 2019. Σύμφωνα με το South Asia Terrorism Portal (SATP), η τρομοκρατική βία στο Τζαμού και Κασμίρ από την κλιμάκωση της εξέγερσης το 1989 έχει προκαλέσει περισσότερους από 40.000 θανάτους, συμπεριλαμβανομένων αμάχων, μαχητών και προσωπικού ασφαλείας.
Ενώ η διασυνοριακή διείσδυση αποτελούσε παραδοσιακά καίρια πρόκληση, το σύγχρονο περιβάλλον απειλών έχει επεκταθεί με την εμφάνιση «κοιμώμενων πυρήνων» (sleeper cells) εντός της Ινδίας που υποστηρίζονται από το Πακιστάν. Αυτά τα κρυφά δίκτυα αποτελούνται από ριζοσπαστικοποιημένα άτομα ενσωματωμένα στον άμαχο πληθυσμό, τα οποία μπορούν να ενεργοποιηθούν για να πραγματοποιήσουν επιθέσεις, να παρέχουν υλικοτεχνική υποστήριξη ή να διαδώσουν προπαγάνδα. Οι ινδικές υπηρεσίες πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας έχουν, την τελευταία δεκαετία, εντοπίσει και εξαρθρώσει δεκάδες τέτοιες δομές που συνδέονται με οργανώσεις με έδρα το Πακιστάν. Οι υπηρεσίες ασφαλείας εκτιμούν ότι περισσότερα από 50 δίκτυα «κοιμώμενων πυρήνων» έχουν εντοπιστεί και εξουδετερωθεί σε διάφορες περιοχές της Ινδίας από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, ιδιαίτερα σε βόρειες και δυτικές πολιτείες. Παρά αυτές τις επιτυχίες, ο κίνδυνος επανασύστασης τέτοιων δικτύων παραμένει, καθώς οι ένοπλες ομάδες επιχειρούν να αναδομήσουν υπόγειες δομές μέσω ψηφιακής στρατολόγησης, τοπικής ριζοσπαστικοποίησης και διασυνοριακής καθοδήγησης.
Η πρόκληση αυτή έγινε ιδιαίτερα εμφανής μετά τη συνταγματική αναδιοργάνωση του Τζαμού και Κασμίρ τον Αύγουστο του 2019, όταν η κυβέρνηση της Ινδίας κατήργησε τα Άρθρα 370 και 35A. Αυτή η δραστική αλλαγή πολιτικής λειτούργησε ως καταλύτης για νέες προσπάθειες από δίκτυα που υποστηρίζονται από το Πακιστάν και αποβλέπουν στο να διαταράξουν τις πρωτοβουλίες σταθεροποίησης και ανάπτυξης στην περιοχή. Καθώς δεν είχαν τη δυνατότητα να βασιστούν αποκλειστικά στη διείσδυση πέρα από τη Γραμμή Ελέγχου, οι οργανώσεις στράφηκαν όλο και περισσότερο σε τοπικούς «κοιμώμενους πυρήνες» και υβριδικούς μαχητές για τη διεξαγωγή στοχευμένων δολοφονιών με απώτερο στόχο τη δημιουργία φόβου και την υπονόμευση της διακυβέρνησης.
Χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της στρατηγικής ήταν η εμφάνιση του The Resistance Front (TRF), που έχει χαρακτηριστεί από τις ινδικές υπηρεσίες ασφαλείας ως παρακλάδι της Lashkar-e-Taiba. Το TRF συστάθηκε τον Οκτώβριο του 2019 ύστερα τις συνταγματικές αλλαγές στο Τζαμού και Κασμίρ. Η οργάνωση υιοθέτησε μια μη θρησκευτική και φαινομενικά «κοσμική» ονομασία, προκειμένου να διατηρήσει την εύλογη άρνηση ευθύνης για το Πακιστάν και να αποκρύψει τις διασυνδέσεις της με καθιερωμένα τζιχαντιστικά δίκτυα. Η επιχειρησιακή στρατηγική του TRF βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε τοπικούς «κοιμώμενους πυρήνες» και υβριδικούς μαχητές που στρατολογήθηκαν μέσω ψηφιακής προπαγάνδας και του «σκοτεινού ιστού». Τα δίκτυα αυτά ευθύνονταν για ένα κύμα στοχευμένων δολοφονιών που αποσκοπούσαν στη διατάραξη της κανονικότητας και στον εκφοβισμό ευάλωτων κοινοτήτων. Σύμφωνα με στοιχεία ασφαλείας και βάσεις δεδομένων ανοικτών πηγών, περισσότερες από 70 τέτοιες δολοφονίες σημειώθηκαν στο Τζαμού και Κασμίρ μεταξύ 2020 και 2023, πολλές από τις οποίες αποδίδονται σε επιχειρησιακά στελέχη που συνδέονται με την TRF. Τα θύματα περιλάμβαναν τοπικούς πολιτικούς εκπροσώπους, μετανάστες εργαζόμενους, εκπαιδευτικούς, μέλη μειονοτήτων και άτομα που συνδέονταν με αναπτυξιακές πρωτοβουλίες στην περιοχή. Τέτοιες επιθέσεις αποσκοπούσαν στη δημιουργία κλίματος ανασφάλειας που θα μπορούσε να παρεμποδίσει έργα ανάπτυξης, να αποθαρρύνει τον τουρισμό και να υπονομεύσει τις προσπάθειες οικονομικής ενσωμάτωσης της περιοχής με την υπόλοιπη χώρα.
Το εξελισσόμενο φάσμα απειλών πλέον εκτείνεται πέρα από την παραδοσιακή εξέγερση. Η σύγχρονη υπο-συμβατική σύγκρουση ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο υβριδικές στρατηγικές που συνδυάζουν την τρομοκρατία με την κυβερνο-προπαγάνδα, την ψηφιακή ριζοσπαστικοποίηση και τα παράνομα χρηματοοικονομικά δίκτυα. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες επιτρέπουν σε ένοπλες οργανώσεις να διαδίδουν προπαγάνδα, να στρατολογούν υποστηρικτές και να συντονίζουν επιχειρήσεις με σχετική ανωνυμία. Οι κρυπτογραφημένες εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων δυσχεραίνουν την παρακολούθηση από τις υπηρεσίες πληροφοριών. Οι διασυνοριακές χρηματοροές που σχετίζονται με το εμπόριο ναρκωτικών και άτυπα τραπεζικά συστήματα δημιουργούν νέες πηγές χρηματοδότησης. Αυτό το πολυδιάστατο περιβάλλον έχει αναγκάσει την Ινδία να προσαρμόσει τη στρατηγική της ώστε να αντιμετωπίζει όχι μόνο τη φυσική βία αλλά και τον ιδεολογικό και πληροφοριακό πόλεμο.
Η απάντηση της Ινδίας έχει διαμορφωθεί σε αναλογία με το μεταβαλλόμενο περιβάλλον απειλών. Μετά την εξέγερση στο Τζαμού και Κασμίρ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, εντάθηκαν οι επιχειρήσεις αντιμετώπισης εξέγερσης και ενισχύθηκαν οι μηχανισμοί συντονισμού πληροφοριών. Νομοθετικά πλαίσια όπως ο Νόμος για την Πρόληψη Παράνομων Δραστηριοτήτων (UAPA) ενισχύθηκαν ώστε να στοχεύουν δίκτυα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και να διώκουν εξτρεμιστικές οργανώσεις. Η Ινδία έχει επίσης προβεί σε στοχευμένες στρατιωτικές απαντήσεις μετά από μεγάλες τρομοκρατικές επιθέσεις, επιδιδόμενη σε χειρουργικά πλήγματα ακριβείας κατά υποδομών ένοπλων ομάδων προκειμένου να περάσει το μήνυμα ότι η διασυνοριακή τρομοκρατία συνεπάγεται απτές συνέπειες.
Αυτή η στάση εκφράστηκε περαιτέρω κατά την Επιχείρηση Sindoor τον Μάιο του 2025, η οποία ήταν απότοκο μιας ευρύτερης «ολιστικής» προσέγγισης της κοινωνίας απέναντι σε υπο-συμβατικές απειλές. Η Ινδία αξιοποίησε διπλωματικά, οικονομικά και στρατιωτικά μέσα για την αντιμετώπιση της ένοπλης δραστηριότητας που υποδαυλίζει το Πακιστάν. Μεταξύ των πρώτων ενδείξεων ήταν η αναστολή συνεργασίας στο πλαίσιο της Συνθήκης για τα Ύδατα του Ινδού, κάτι που υπογράμμισε τη σοβαρότητα με την οποία το Νέο Δελχί αντιμετωπίζει τη διαρκή διασυνοριακή τρομοκρατία. Οι ινδικές δυνάμεις πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον εννέα κρησφύγετων και εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με δίκτυα στο Πακιστάν. Πέρα από αμιγώς στρατιωτικές ενέργειες, η Ινδία επιδόθηκε σε εκτεταμένη διπλωματική εκστρατεία: επτά αποστολές αποτελούμενες από ανώτερους πολιτικούς εκπροσώπους και στρατηγικούς αναλυτές ταξίδεψαν σε χώρες-εταίρους για να ενημερώσουν κυβερνήσεις και άλλους ενδιαφερόμενους σχετικά με την εξελισσόμενη απειλή της υπο-συμβατικής σύγκρουσης και τον ρόλο οργανώσεων με έδρα το Πακιστάν, επιδιώκοντας τη δημιουργία διεθνούς συναίνεσης κατά της κρατικά υποστηριζόμενης τρομοκρατίας.
Σε αυτό το στρατηγικό πλαίσιο, το Υπουργείο Εσωτερικών της Ινδίας διατύπωσε τον Φεβρουάριο μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική αντιτρομοκρατίας με την ονομασία PRAHAAR («πλήγμα»). Το πλαίσιο αυτό ενοποιεί πολλαπλές πτυχές της αντιτρομοκρατικής πρακτικής σε μια συνεκτική αρχιτεκτονική, σχεδιασμένη για την αντιμετώπιση υβριδικού πολέμου και διασυνοριακού εξτρεμισμού. Το PRAHAAR δομείται γύρω από επτά πυλώνες: πρόληψη, απάντηση, συγκέντρωση υποδομών, ανθρώπινα δικαιώματα και κράτος δικαίου, μείωση της ριζοσπαστικοποίησης, ευθυγράμμιση με διεθνείς εταίρους και ανάκαμψη μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης της κοινωνίας. Η συγκέντρωση δυνατοτήτων συνενώνει υπηρεσίες πληροφοριών, αστυνομικές δυνάμεις, θεσμούς κυβερνοασφάλειας και χρηματοοικονομικούς ρυθμιστές σε ένα συντονισμένο πλαίσιο.
Το δόγμα αναγνωρίζει επίσης τις ιδεολογικές και τεχνολογικές διαστάσεις της σύγχρονης τρομοκρατίας. Πρωτοβουλίες απο-ριζοσπαστικοποίησης, παρακολούθηση ψηφιακής προπαγάνδας και μεγιστοποίηση των κυβερνο-δυνατοτήτων αποτελούν αναπόσπαστο συστατικό της στρατηγικής. Σε μια εποχή, στην οποία τα εξτρεμιστικά αφηγήματα διαδίδονται με μεγάλη ταχύτητα μέσω των κοινωνικών δικτύων, η διαχείριση των οικοσυστημάτων πληροφόρησης καθίσταται εξίσου σημαντική με την εξουδετέρωση φυσικών δικτύων. Τα τρομοκρατικά δίκτυα αξιοποιούν ολοένα και περισσότερο κρυπτογραφημένες υπηρεσίες επικοινωνίας, εκστρατείες ψηφιακής προπαγάνδας και μυστικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης. Η αντιμετώπιση αυτών των εξελισσόμενων απειλών απαιτεί όχι μόνο τακτικές απαντήσεις αλλά και μια στρατηγική προσέγγιση που να ενσωματώνει πληροφορίες, διπλωματία, τεχνολογία και κοινωνική ανθεκτικότητα.
Η σύγκρουση Ινδίας-Πακιστάν καταδεικνύει πώς ο υπο-συμβατικός πόλεμος έχει καταστεί κεντρικό εργαλείο στρατηγικού ανταγωνισμού. Οργανώσεις που υποστηρίζονται από το Πακιστάν, «κοιμώμενοι πυρήνες» και υβριδικά δίκτυα επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν πολιτική δυσφορία, ψηφιακούς χώρους και μυστικές υποδομές για να διατηρήσουν κύκλους βίας εντός της Ινδίας. Ωστόσο, η απάντηση της Ινδίας έχει εξελιχθεί σταδιακά από μια αντιδραστική αντιμετώπιση εξέγερσης σε μια πολυδιάστατη στρατηγική που συγκεράζει αποτροπή, διπλωματική κινητοποίηση, νομικά πλαίσια και τεχνολογική επαγρύπνηση. Μέσω πλαισίων, όπως το PRAHAAR, και ολοκληρωμένων αντιδράσεων, όπως η Επιχείρηση Sindoor, η Ινδία φιλοδοξεί να θεσμοθετήσει μια ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική για την αντιμετώπιση υπο-συμβατικών απειλών. Αντί να περιορίζεται σε μεμονωμένες επιθέσεις, αυτή η προσέγγιση στοχεύει στην αναδιαμόρφωση του στρατηγικού περιβάλλοντος στο οποίο κυοφορείται και επιχειρεί η τρομοκρατία, ενσωματώνοντας την κρατική δυναμική, τις διεθνείς συνεργασίες και την κοινωνική ανθεκτικότητα σε ένα συνεκτικό δόγμα εθνικής ασφάλειας.





