Πέμπτη, 26 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η Συμβολή του Καποδίστρια στην Ίδρυση Ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους

Γιώργος Βάμβουκας

Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Όταν ο Καποδίστριας αρχές Ιανουαρίου του 1828 ήλθε στην Ελλάδα, τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα του Κιουταχή και του Ιμπραήμ κατείχαν  το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Ο Κυβερνήτης με έξυπνες κινήσεις στη σκακιέρα της διεθνούς διπλωματίας πέτυχε τον Οκτώβριο του 1828 την αποχώρηση του Ιμπραήμ και των  στρατευμάτων  του από την Πελοπόννησο. Από την άλλη μεριά, ενδόμυχα πίστευε ότι η εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων από τη Ρούμελη θα γινόταν με τη δύναμη των όπλων.

Η εξέλιξη των γεγονότων τον δικαίωσε. Οι επανακτήσεις περιοχών και πόλεων, όπως Αντίρριο, Μακρυνόρος της Άρτας, Καρβασαρά (Αμφιλοχία), Αιτωλικό, Μενίδι Αττικής, Μαυροβούνι, Πυρί, Κουτουμουλά (Κορώνεια), Μεσολόγγι, Αράχωβα, Δίστομο,  Λειβαδιά, Σάλωνα, Καρπενήσι, Ιτέα, Βόνιτσα, Πέτρα, κ.ο.κ., θα επιτευχθούν δια πυρός και σιδήρου από τις διαδοχικές νίκες του ελληνικού στρατού κατά των Τούρκων. Η συγκλονιστική νίκη των Ελλήνων στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 κατά των Οθωμανών στη μάχη της Πέτρας,  σηματοδότησε τη λήξη της Επανάστασης του 1821 και υπήρξε προάγγελος της ίδρυσης ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Οι μαραθώνιες αλλά αποτελεσματικές  διπλωματικές προσπάθειες του Καποδίστρια συνέβαλαν στην δημιουργία ανεξάρτητου κράτους και την επωφελή για την Πατρίδα οριοθέτηση των ελληνικών συνόρων. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, θεσμοθετήθηκε η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους αναγνωρισμένου από την διεθνή κοινότητα των χωρών. Εντούτοις, η οριοθέτηση της συνοριακής γραμμής της Ελλάδας βάσει του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 δεν ικανοποιούσε την ελληνική πλευρά. Πολιτικοί και λοιπά πρόσωπα που ανήκαν στην αντιπολίτευση σκοπίμως παραπληροφορούσαν τους πολίτες, διαδίδοντας ότι ο Καποδίστριας δεν κατάφερε να ρυθμίσει ευνοϊκά για την Ελλάδα το ζήτημα των συνόρων.                                   

Ο ορισμός των συνόρων της Ελλάδας βάσει του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 δεν ικανοποίησε τον Καποδίστρια. Η φατρία Κουντουριώτη-Μαυροκορδάτου  σκοπίμως διέδιδε ότι ο Καποδίστριας απέτυχε να ρυθμίσει ευνοϊκά για την Ελλάδα το ζωτικής σημασίας ζήτημα των συνόρων και άρα η εξωτερική πολιτική του ζημίωσε την Ελλάδα. Η πραγματικότητα όμως ήταν εντελώς διαφορετική. Ο Καποδίστριας με την ευστροφία, την ακάματη εργατικότητα και την άριστη διπλωματική εμπειρία του, με αξιοσημείωτη αποτελεσματικότητα διεκπεραίωσε ένα πολύπλοκο έργο στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, που πολλαπλά ωφέλησε την Ελλάδα και γι’ αυτό έτυχε θαυμασμού από πρωθυπουργούς, υπουργούς και πρέσβεις ευρωπαϊκών χωρών.

Ο Κυβερνήτης δεν πτοήθηκε από τα εμπόδια που του έθεταν εχθροί και αντίπαλοι.  Υπήρξε «ανένδοτος για την παραφύλαξη των εθνικών δικαίων στην πράξη, ενδοτικός  φαινομενικά, με τη χρήση εκφράσεων τιμητικών για τις τρεις Δυνάμεις, κατόρθωσε να χειριστεί αριστοτεχνικά τα ζητήματα, που γεννούσε το ίδιο το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830» (βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Τόμος 29, σελ., 128). Η Τουρκία αποδέχτηκε το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830, κάτι το οποίο έπραξε και η Ελλάδα.

                                    Η Ρύθμιση του Ζητήματος των Συνόρων

Αμέσως μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, ο Κυβερνήτης με σθένος συνέχισε τον  αποφασιστικό και ψυχωμένο αγώνα του. Αγώνας που αποσκοπούσε στην επέκταση των συνόρων της ανεξάρτητης πλέον Ελλάδας. Στις 4 Απριλίου του 1830, ο Καποδίστριας υποβάλλει σχέδιο Υπομνήματος στη Γερουσία, αναλύοντας διεξοδικά όλες τις πτυχές που σχετίζονται με το πρόβλημα των συνόρων. Πρόκειται για τεχνοκρατικό κείμενο, άρτια νομικά δομημένο, που θα αντιπροσώπευε τις θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης επί ουσιωδών σημείων του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830. Με εύστροφα διατυπωμένες νομικές παρατηρήσεις επί του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου, ο Καποδίστριας έβαζε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τις διεκδικήσεις της Ελλάδας περί διεύρυνσης των συνόρων της.

Ο Κυβερνήτης ήθελε σε αρμονική συνεργασία με τη Γερουσία να διατυπωθεί ένα εμπεριστατωμένο κείμενο Υπομνήματος, το οποίο στη συνέχεια θα κοινοποιείτο  στους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων και τον Λεοπόλδο. Κύριος σκοπός του Κυβερνήτη ήταν η διαμόρφωση ενός πειστικού Υπομνήματος, που με αδιάσειστα νομικά επιχειρήματα θα αποτυπώνονταν οι θέσεις της Ελλάδας επί του ζωτικού ζητήματος των συνόρων. Στις 5 Απριλίου 1830, η Γερουσία απαντά στον Κυβερνήτη ότι ομόφωνα εγκρίνει το διατυπωθέν σχέδιο Υπομνήματος, επισημαίνοντας ότι θα υποβάλλει και δικό της Υπόμνημα με παρατηρήσεις επί του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου. Όντως, στις 10 Απριλίου η Γερουσία υπέβαλλε στον Κυβερνήτη το Υπόμνημά της, εστιάζοντας κυρίως στις διεκδικήσεις της Ελλάδας επί του καυτού θέματος των συνόρων.

Ο Καποδίστριας άμεσα υπέβαλλε το Υπόμνημα της ελληνικής κυβέρνησης στους πρεσβευτές της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Παράλληλα, κοινοποίησε στον Λεοπόλδο, τόσο το απαντητικό Υπόμνημα της Ελλάδας προς τις κυβερνήσεις των τριών Δυνάμεων, όσο και το Υπόμνημα της Γερουσίας για τις εθνικές διεκδικήσεις. Στα Υπομνήματα του Καποδίστρια ως εκπροσώπου της ελληνικής κυβέρνησης και της Γερουσίας υπήρχαν εύστοχες παρατηρήσεις και έξυπνα ερωτήματα. Ο Καποδίστριας παράθετε σημαντικές νομικές αντιφάσεις και ουσιώδη ερωτήματα που αφορούσαν όλα τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου. Επίσης, επικαλέστηκε σοβαρά αντικειμενικά προβλήματα σχετικά με τις περιοχές σαν την Αιτωλοακαρνανία που κατείχαν τα ελληνικά στρατεύματα, αλλά με βάση το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου δεν είχαν συμπεριληφθεί στα σύνορα της Ελλάδας.

Καίριας σημασίας τα ερωτήματα που έθετε στις συμμαχικές Δυνάμεις. Γιατί να αποχωρήσει ο ελληνικός στρατός από τη Δυτική Στερεά, όταν ο τούρκικος πληθυσμός ακόμα δεν έχει εκκενώσει περιοχές σαν την Εύβοια που ανήκουν στην Ελλάδα; Ποιοι παράγοντες εγγυώνται την ασφάλεια των ελληνικών πληθυσμών σε περίπτωση απόσυρσης των ελληνικών στρατευμάτων από περιοχές της Δυτικής Στερεάς; Σε περιοχές που ανήκουν στην Ελλάδα, πώς θα ρυθμιστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς εκείνων των κτημάτων που ανήκουν σε ιδιώτες Τούρκους; Πώς θα διευθετηθεί το ζήτημα των γαιών που χωροταξικά βρίσκονται στη Δυτική Στερεά, αλλά οι γαίες αυτές είναι υπό την ιδιοκτησία Ελλήνων πολιτών; Αξιομνημόνευτο είναι ότι ο Καποδίστριας επικαλέστηκε το ζήτημα της παρουσίας εκπροσώπων της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, για τη χάραξη της συνοριακής γραμμής της Ελλάδας.

Το Υπόμνημα της Γερουσίας υπογράμμιζε ότι τα δύο τρίτα του ελληνικού στρατού εκτείνονται σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, οι οποίες βάσει του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου δεν έχουν παραχωρηθεί στην Ελλάδα. Η Γερουσία έθετε το ερώτημα προς τους πληρεξουσίους των συμμαχικών χωρών, για ποιους λόγους δεν εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα νήσοι, όπως Κρήτη, Σάμος, Ψαρά, Κάσος, Χίος, Ικαρία, Πάτμος, Λέρος, Κάλυμνος, Αστυπάλαια, Κάρπαθος, κ.ο.κ. Και ιδιαίτερα αιματοβαμμένες και ηρωικές νήσοι, όπως Κρήτη, Ψαρά, Χίος, Σάμος και Κάσος.

Ο Λεοπόλδος υιοθέτησε την ορθότητα των ελληνικών αιτημάτων που με εμπεριστατωμένα και λεπτομερή νομικά επιχειρήματα παράθετε ο Καποδίστριας στο Υπόμνημά του. Με θέρμη εργάστηκε για την ικανοποίηση και υλοποίηση των ελληνικών θεμάτων από τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Η Αγγλία δεν αποδέχτηκε τις αιτιάσεις του Λεοπόλδου. Η άκαμπτη συμπεριφορά της Αγγλίας ως προς την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων της ελληνικής κυβέρνησης, εξανάγκασε τον Λεοπόλδο την 9η Μαΐου του 1830 να παραιτηθεί από το αξίωμα του Βασιλέα της Ελλάδας.

Η παραίτηση του Λεοπόλδου συνοδεύτηκε από επιστολή στην οποία επικαλείτο διάφορα επιχειρήματα για την μη αποδοχή του βασιλικού θρόνου. Τα επιχειρήματα του Λεοπόλδου θα αποβούν χρήσιμα στον Καποδίστρια, καθότι θα τα επικαλεστεί για την ευνοϊκή διευθέτηση του ζητήματος των συνόρων. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1830, ο υπουργός Εξωτερικών της αγγλικής κυβέρνησης, με απόρρητο έγγραφό του ενημέρωνε τον αντιπρέσβη της Αγγλίας στην Ελλάδα, Ε. Ντώκινς, ότι, οι τρεις Δυνάμεις σκέπτονται την αλλαγή των βορείων συνόρων της Ελλάδας. Μάλιστα τον προέτρεπε να υποδείξει εμπιστευτικά στον Καποδίστρια, ο ελληνικός στρατός να μην αποσυρθεί από την Αιτωλοακαρνανία.

                                     Η Συνθήκη της 18ης Αυγούστου 1832

Όντως ο Καποδίστριας δεν διέταξε την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Δυτική Στερεά. Επίσης, η Γαλλία με τη Ρωσία δεν έστειλαν στην Ελλάδα αντιπροσώπους τους που θα επέβλεπαν την διαδικασία χάραξης των ελληνικών συνόρων βάσει του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830. Τον Ιούλιο του 1831, οι πρέσβεις των τριών προστάτιδων χωρών συναντήθηκαν στο Λονδίνο και αποφάσισαν την διεύρυνση των βορειοδυτικών συνόρων της Ελλάδας.

Η νομική επιχειρηματολογία που ο Καποδίστριας διατύπωνε στο υποβληθέν Υπόμνημα του Απριλίου 1830 είχε λειτουργήσει υπέρ των ελληνικών συμφερόντων. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831, ήτοι λίγες μέρες πριν την στυγερή δολοφονία του Καποδίστρια, οι πληρεξούσιοι των Μεγάλων Δυνάμεων υπέγραψαν στο Λονδίνο νέο Πρωτόκολλο που επανακαθόριζε τα ελληνικά σύνορα. Επικαλούμενοι αρκετά εκ των νομικών επιχειρημάτων του Καποδίστρια υποστήριζαν, ότι, το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου του 1830 παρουσίαζε σημαντικά ελαττώματα ως προς τον προσδιορισμό των συνόρων της Ελλάδας. Επίσης, επικαλέστηκαν το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός κατείχε ήδη τα εδάφη της Αιτωλοακαρνανίας και άρα τα εδάφη αυτά δεν δύνανται να αποδοθούν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Το Πρωτόκολλο της 14ης Σεπτεμβρίου 1831 υιοθέτησε την συνοριακή γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού Κόλπου, όπως αυτή είχε οριστεί με το Πρωτόκολλο της 10ης Μαρτίου 1829. Ωστόσο, o Σουλτάνος διατύπωσε αντιρρήσεις για το εδαφικό ζήτημα. Από τις αρχές Ιανουαρίου έως τον Ιούνιο του 1832 διεξήχθησαν αρκετές συναντήσεις μεταξύ πληρεξουσίων της Πύλης και αντιπροσωπειών των τριών Δυνάμεων. Οι συζητήσεις ήταν πολύωρες και κάλυψαν ποικιλία θεμάτων, με σημαντικότερο όλων τον καθορισμό των ελληνικών συνόρων. Η Τουρκία έθεσε διάφορες αξιώσεις. Απαίτησε να διατηρήσει υπό την κατοχή της τη Λαμία και να της επιστραφούν η Σκιάθος, η Σκόπελος και τα Ηλιοδρόμια (Αλόννησος). Αξίωνε μόνο τα εμπορικά πλοία της Ελλάδας να εισπλέουν και να εκπλέουν του Αμβρακικού κόλπου.

Στις 9 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε νέα συνάντηση στην Κωνσταντινούπολη, ενάτη στη σειρά από τις αρχές Ιανουαρίου, με την οποία έκλεισε ο μακρύς κύκλος των διαπραγματεύσεων. Στην διάσκεψη της 9ης Ιουλίου του 1832, οι πληρεξούσιοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των τριών Δυνάμεων υπέγραψαν τον Διακανονισμό (Συνθήκη) της Κωνσταντινούπολης, γνωστός και ως Συνθήκη του Καλεντέρ Κιοσκ. Ο Διακανονισμός της Κωνσταντινούπολης περιλάμβανε οκτώ άρθρα. Τα άρθρα 1 και 2 αναφέρονταν στο ακανθώδες θέμα των συνόρων. Η πλευρά της Τουρκίας έθεσε το δίλλημα, αν η συνοριακή γραμμή οροθετείτο από τον Αμβρακικό προς τις εκβολές του Σπερχειού ή προς τον Παγασητικό. Αν επιλεγόταν η γραμμή Αμβρακικού-εκβολές Σπερχειού, η Λαμία θα παρέμενε στην Τουρκία. Αν όμως εγκρινόταν η συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, η Λαμία θα παραχωρείτο στην Ελλάδα.

Η οριστική ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος επιτεύχθηκε με το Πρωτόκολλο (Συνθήκη) του Λονδίνου της 18ης Αυγούστου 1832. Στην Συνδιάσκεψη του Λονδίνου συμμετείχαν εκπρόσωποι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των τριών Εγγυητριών Δυνάμεων. Το  κομβικής σημασίας ζήτημα των συνόρων επιλύθηκε ευνοϊκά για την Ελλάδα. Η Συνδιάσκεψη ενέκρινε ως καταλληλότερη την συνοριακή γραμμή Αμβρακικού-Παγασητικού, με θετική κατάληξη η Λαμία να παραχωρηθεί στο νέο ελληνικό κράτος. Στη  Σάμο παραχωρήθηκε αυτονομία και ανακηρύχθηκε ηγεμονία υποτελής στο Σουλτάνο. Ο Ηγεμόνας της Σάμου θα ήταν χριστιανός. Το Πρωτόκολλο όριζε ότι η Ελλάδα όφειλε να καταβάλλει στην Τουρκία χρηματική αποζημίωση 40.000.000 γροσιών. Σημειωτέων ότι με το Πρωτόκολλο της 18ης Αυγούστου,  επικυρώθηκε απόφαση της 25ης Απριλίου 1832 των τριών Δυνάμεων, με βάση την οποία ο Βαυαρός Όθωνας διοριζόταν Βασιλέας της Ελλάδας.

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 και η πανηγυρική Συνθήκη της 18ης Αυγούστου 1832 οφείλονταν στις αποτελεσματικές διπλωματικές προσπάθειες του Καποδίστρια και τις θριαμβευτικές νίκες του ελληνικού στρατού στα πεδία των αιμοσταγών μαχών. Πέραν πάσης αμφιβολίας, το Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830 και η Συνθήκη της 18ης Αυγούστου 1832 φέρουν υπογραφές με το αίμα των Ελλήνων και έχουν το αποτύπωμα του Γκραν Μετρ της παγκόσμιας διπλωματικής σκακιέρας Ιωάννη Α. Καποδίστρια.

 

Υ.Γ: Το παρόν άρθρο βασίζεται στα βιβλία μου: 1) «Οσιομάρτυρας Ιωάννης Καποδίστριας: Πρωτοκορυφαίος Κυβερνήτης της Ελλάδας», Αρεόπολη: Εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, 2024. Και 2) «Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ: Ο Επιφανέστερος Κυβερνήτης της Ελλάδας», Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, σελίδες 612.