Παρά τη θεαματική ανάκαμψη των ελληνικών τραπεζών μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η δυνατότητά τους να χρηματοδοτήσουν την ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη, καθώς μεγάλο τμήμα του ιδιωτικού χρέους της χώρας βρίσκεται εκτός τραπεζικού συστήματος, επισημαίνουν οικονομολόγοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε ανάρτηση στο ιστολόγιό της.
Το τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας, το οποίο ανακεφαλαιοποιήθηκε στη διάρκεια της κρίσης, είχε υποστεί βαριές απώλειες από την έκθεσή του σε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, ραγδαία αύξηση των επισφαλών δανείων και κατακόρυφη πτώση των καταθέσεων μεταξύ 2010 και 2015.
Η ανάκαμψη: Υψηλότερα κέρδη, ισχυρή ρευστότητα
Όπως σημειώνεται στην ανάρτηση που επικαλείται το Reuters, η οποία δεν εκφράζει κατ’ ανάγκη την επίσημη θέση της ΕΚΤ, με τη σταθεροποίηση των μακροοικονομικών συνθηκών και την επιστροφή της εμπιστοσύνης, οι τράπεζες επωφελήθηκαν από ισχυρή ρευστότητα, υψηλότερη κερδοφορία και βελτιωμένες κεφαλαιακές συνθήκες.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) υποχώρησε κάτω από το 4%, πλησιάζοντας τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών.
Το 2024, το ελληνικό δημόσιο ολοκλήρωσε την πλήρη ιδιωτικοποίηση των τεσσάρων τραπεζών, οι οποίες είχαν ανακεφαλαιοποιηθεί με 50 δισεκατομμύρια ευρώ κρατικού χρήματος την προηγούμενη δεκαετία, ενώ η ΕΚΤ ενέκρινε αίτημα για επανέναρξη της καταβολής μερισμάτων μετά από 16 χρόνια.
Η δευτερογενής αγορά κόκκινων δανείων και το ανεπίλυτο πρόβλημα
Από το 2019, η Ελλάδα δημιούργησε δευτερογενή αγορά για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ένα σχέδιο προστασίας περιουσιακών στοιχείων, διευκολύνοντας τις τράπεζες να τιτλοποιήσουν και να πωλήσουν περίπου 57 δισεκατομμύρια ευρώ επισφαλών ανοιγμάτων.
Ως αποτέλεσμα, σημαντικό μέρος των προβληματικών δανείων πέρασε σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), με αποτέλεσμα νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν ανεπίλυτο χρέος να αποκλείονται ουσιαστικά από τον τραπεζικό δανεισμό.
«Τα περιουσιακά στοιχεία που εμπλέκονται ισοδυναμούν με περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ της Ελλάδας. Η διαχείριση αυτού του τεράστιου όγκου κόκκινων δανείων παραμένει μία από τις πιο δύσκολες προκλήσεις», καταλήγει η ανάρτηση των οικονομολόγων της ΕΚΤ.





