Του Κώστα Παππά
Την ώρα που η ενεργειακή κρίση συνεχίζει να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε όλη την Ευρώπη, η Ισπανία επιλέγει μια σαφή και άμεση πολιτική παρέμβαση: τη μείωση της φορολογίας στα καύσιμα. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε ο ραδιοσταθμός SER, η κυβέρνηση της Μαδρίτης σχεδιάζει να μειώσει τον ΦΠΑ στα καύσιμα από το 21% στο 10%, ενώ παράλληλα εξετάζει την αναστολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στους υδρογονάνθρακες. Το αποτέλεσμα αυτών των μέτρων αναμένεται να είναι μια αισθητή μείωση στις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ, της τάξης των 0,30 έως 0,40 ευρώ ανά λίτρο.
Πρόκειται για μια παρέμβαση με άμεσο κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα. Σε μια περίοδο όπου η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τις διεθνείς τιμές ενέργειας, η ισπανική κυβέρνηση δείχνει διατεθειμένη να απορροφήσει μέρος του κόστους, ελαφρύνοντας τους πολίτες και ενισχύοντας την κατανάλωση. Επιπλέον, σχεδιάζεται η κατάργηση φόρου 5% στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας περαιτέρω την αγοραστική δύναμη.
Την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα, η εικόνα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Παρά τη συνεχιζόμενη πίεση που δέχονται τα νοικοκυριά από το υψηλό κόστος καυσίμων, η κυβέρνηση δεν έχει προχωρήσει σε καμία ουσιαστική μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης. Η επιλογή αυτή εγείρει σοβαρά ερωτήματα, καθώς η φορολογία στα καύσιμα παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τους πολίτες.
Η σύγκριση με την Ισπανία είναι αναπόφευκτη. Ενώ η Μαδρίτη ενεργεί προληπτικά, αναγνωρίζοντας τον αντίκτυπο της διεθνούς κρίσης, η Αθήνα φαίνεται να περιορίζεται σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς να αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος: τη βαριά φορολογία. Η απουσία πολιτικής βούλησης για μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης δημιουργεί την εντύπωση ότι η κυβέρνηση προτάσσει τα δημοσιονομικά έσοδα έναντι της κοινωνικής ανακούφισης.
Επιπλέον, η στάση αυτή ενδέχεται να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομία. Το υψηλό κόστος καυσίμων μετακυλίεται σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και μεταφοράς, οδηγώντας σε αυξήσεις τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Σε μια ήδη επιβαρυμένη οικονομική συγκυρία, η διατήρηση υψηλών φόρων λειτουργεί ως τροχοπέδη για την ανάπτυξη.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό αλλά κρίσιμο: γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν ακολουθεί ένα παρόμοιο παράδειγμα; Σε μια περίοδο όπου οι πολίτες δοκιμάζονται, η απουσία ουσιαστικών μέτρων για τη μείωση των τιμών στα καύσιμα δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αντίθετα, ενισχύει την αίσθηση ότι η πολιτική ηγεσία αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να δώσει άμεσες λύσεις σε ένα πρόβλημα που επηρεάζει καθημερινά την κοινωνία.





