Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους
Εισαγωγή
Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και ο υπό εξέλιξη πόλεμος στη Μέση Ανατολή θέτουν την
Κυπριακή Δημοκρατία ενώπιον νέων προκλήσεων και δεδομένων σχετικών με τις
εξωτερικές της επιλογές και προσανατολισμούς. Βασικά η Κύπρος βρίσκεται σήμερα σε
κρίσιμο σημείο καμπής μέσα σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές σκηνικό, με άμεσες
επιπτώσεις στην εθνική ασφάλεια και την αμυντική της πολιτική. Η πίεση για αποδέσμευση
ρωσικής προέλευσης οπλικών συστημάτων από την Εθνική Φρουρά της Κύπρου (ΕΦ), σε
συνδυασμό με τις περιορισμένες έως ανύπαρκτες προοπτικές ένταξης σε δυτικά—κυρίως
αμερικανικά—πλαίσια αμυντικής βοήθειας, έχει μεταφέρει την Κύπρο σε ένα πιο ασταθές
στρατηγικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα, οι πολυμερείς κανόνες διαβρώνονται, η εμπιστοσύνη
στη συλλογική ασφάλεια μειώνεται και επανεμφανίζεται η μονομερής συμπεριφορά
μεγάλων δυνάμεων. Πρόσφατες πρακτικές των Ηνωμένων Πολιτειών περιλαμβάνουν
μονομερείς στρατιωτικές επεμβάσεις, εξαναγκαστική διπλωματία και τιμωρητικά
οικονομικά μέτρα—ακόμη και έναντι συμμάχων—αντανακλώντας μια επιστροφή σε
στρατηγικές λογικές επικεντρωμένες στην ισχύ.
Τέτοιες τάσεις επιβαρύνουν τη συνοχή των συμμαχιών, υπονομεύουν την αξιοπιστία
θεσμών όπως το ΝΑΤΟ, αναδεικνύουν την αδυναμία της ΕΕ για κοινή άμυνα των κρατών
μελών και ενθαρρύνουν πιο διεκδικητικούς περιφερειακούς δρώντες. Για την Κύπρο, ένα
μικρό κράτος του οποίου η ασφάλεια βασίζεται κυρίως στο διεθνές δίκαιο και στη
νομιμοποίηση των Ηνωμένων Εθνών, η υποχώρηση των κανόνων νομιμότητας αυξάνει τη
στρατηγική ευαλωτότητα. Οι αυξανόμενες στρατιωτικές δυνατότητες της Τουρκίας και η
αναθεωρητική της συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο απαιτούν, επομένως,
μεγαλύτερη προσοχή. Υπό το πρίσμα των δεδομένων η Κύπρος οφείλει να
επαναξιολογήσει τη στάση αποτροπής της, τον αμυντικό της σχεδιασμό και τη θεσμική της
ικανότητα υπό σοβαρούς πολιτικούς και δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια επιστροφή στις κλασικές ρεαλιστικές αντιλήψεις στη
διεθνή πολιτική. Οι «θουκυδίδειες» ιδέες περί ασυμμετρίας ισχύος και εξαναγκασμού
αποκτούν εκ νέου σημασία καθώς οι νομικοί και θεσμικοί περιορισμοί εξασθενούν. Οι
«χομπσιανές» αντιλήψεις περί ενός αναρχικού διεθνούς συστήματος επηρεάζουν επίσης τη
συμπεριφορά των κρατών, καθιστώντας την αυτοβοήθεια και την καχυποψία συχνότερες.
Η αναβίωση της λογικής των σφαιρών επιρροής καταδεικνύει περαιτέρω την υποχώρηση
του φιλελεύθερου θεσμισμού. Για μικρά κράτη όπως η Κύπρος, αυτό σημαίνει ακόμη
μεγαλύτερη έκθεση σε εξαναγκασμό και πολιτική οριακής κλιμάκωσης (brinkmanship).
Υπογραμμίζει την ανάγκη για αποτροπή που να βασίζεται πρωτίστως σε υλικές
δυνατότητες, ιδίως στρατιωτικές—και όχι μόνο σε νόμους και κανόνες διεθνούς δικαίου.
Αμυντικές Αδυναμίες
Η Κύπρος αντιμετωπίζει μακροχρόνιες αμυντικές αδυναμίες που υπονομεύουν την
αξιοπιστία της ως προς την ίδια της την άμυνα. Σε αυτές περιλαμβάνονται η έλλειψη
σαφούς εθνικού αμυντικού σχεδίου, οι ασαφείς ρόλοι της Ελλάδας και η αποτυχία
σύνδεσης των πολιτικών στόχων με στρατιωτικές ενέργειες.
Η γεωγραφική της θέση, τα μικρά της μεγέθη, η οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, ο
γερασμένος εξοπλισμός και οι συνεχιζόμενες ελλείψεις περιορίζουν επίσης την αμυντική
της αποτελεσματικότητα, ιδιαίτερα δεδομένης της εγγύτητας με τις τουρκικές δυνάμεις. Η
μείωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας έχει αποδυναμώσει την ετοιμότητα και τα
αποθέματα εφέδρων, ενώ οι γερασμένες πλατφόρμες και οι διαρκείς ελλείψεις
διαβρώνουν τη βιωσιμότητα των δυνατοτήτων.
Η απόσυρση συστημάτων ρωσικής προέλευσης—τα οποία αποτελούσαν βασικό στοιχείο
της Εθνικής Φρουράς, όπως π.χ. των Mi-35 —έχει επιδεινώσει περαιτέρω τις προκλήσεις
αυτές. Το υψηλό κόστος αντικατάστασης, η πολυπλοκότητα των προμηθειών και οι
δυσκολίες ενσωμάτωσης συμπίπτουν με αμυντικές δαπάνες που υπολείπονται των στόχων
πολιτικής, αποκαλύπτοντας μια αναντιστοιχία μεταξύ απαιτήσεων και διαθέσιμων πόρων.
Στρατηγικές Προϋποθέσεις
Ο αποτελεσματικός αναπροσανατολισμός της άμυνας της Κύπρου απαιτεί δύο σαφή
βήματα: Πρώτον, η Κύπρος πρέπει να καθορίσει μια συγκεκριμένη υψηλή στρατηγική που
να ενσωματώνει την αποτροπή και τη διπλωματία. Αυτό συνεπάγεται:
την ανάπτυξη ικανότητας για αξιόπιστη αποτροπή μέσω άρνησης (credible denial),
την ενίσχυση της εθνικής ανθεκτικότητας, και τη διασφάλιση συνεπούς ετοιμότητας.
Η επιτυχής εφαρμογή αυτών των ενεργειών θα συνέβαλλε και σε ενίσχυση της
διαπραγματευτικής ισχύς της Κύπρου και θα προστατεύσει καλύτερα τα εθνικά
συμφέροντα απέναντι σε ασύμμετρες απειλές.
Δεύτερον, η Κύπρος θα πρέπει να επαναξιολογήσει τη στρατιωτική απειλή της Τουρκίας σε
όλα τα πεδία. Η Κύπρος πρέπει να αντιμετωπίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις Ηνωμένες
Πολιτείες, το Ισραήλ και τη Γαλλία ως υπό όρους εταίρους και όχι ως εγγυητές. Για την
ενίσχυση της αποτροπής, η Κύπρος οφείλει:
– να δώσει προτεραιότητα στη στρατηγική σαφήνεια και στο τι πραγματικά και αξιόπιστα
μπορεί να είναι ρόλο της Ελλάδας,
– να ενισχύσει τους θεσμούς της, και
– να καλλιεργήσει εθνική αποφασιστικότητα, αξιοποιώντας διδάγματα από μικρά κράτη
όπως η Φινλανδία και η Εσθονία.
Η Άρση του Αμερικανικού Εμπάργκο Όπλων
Η άρση του αμερικανικού εμπάργκο όπλων και η συνοδευτική Προεδρική Απόφαση
(Presidential Determination) επί Μπάιντεν για τις μεταβιβάσεις οπλικών συστημάτων
αποτελούν μια πολιτικά σημαντική εξέλιξη στις σχέσεις Κύπρου–Ηνωμένων Πολιτειών.
Κατ’ αρχήν, οι μηχανισμοί αυτοί διευρύνουν την πρόσβαση σε αμερικανικά εργαλεία
άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των «Excess Defence Articles», των «Foreign Military
Sales» και δομημένων προγραμμάτων εκπαίδευσης. Παρόμοια πλαίσια έχουν επιτρέψει σε
κράτη όπως η Ρουμανία και η Ιορδανία να προχωρήσουν σε επιλεκτικό εκσυγχρονισμό,
βελτιώνοντας ταυτόχρονα τη διαλειτουργικότητα με δυτικές δυνάμεις.
Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, πρέπει να αντιμετωπιστεί με προσοχή: η πρόσβαση δεν σημαίνει
αυτόματα και έγκριση, ενώ τα αποτελέσματα εξαρτώνται από τα αμερικανικά συμφέροντα
στην περιοχή. Η αμερικανική αμυντική βοήθεια αποτελεί υποστήριξη με όρια και όχι
υποκατάστατο της ανάπτυξης ισχυρής εθνικής άμυνας από την ίδια την Κύπρο.
Η Κύπρος θα πρέπει να αποφύγει να εμφανίζεται ότι προετοιμάζεται για πόλεμο ή ότι
λειτουργεί ως βάση για επιθέσεις εναντίον γειτονικών χωρών. Αντίθετα, θα πρέπει να
προβάλλει ότι προάγει την ειρήνη και συμβάλλει σε ανθρωπιστικές επιχειρήσεις και
επιχειρήσεις εκκένωσης στην περιοχή.
Ο Τουρκικός Παράγοντας
Η αντίδραση της Τουρκίας σε ενδεχόμενες πωλήσεις ή παροχή αμερικανικού στρατιωτικού
εξοπλισμού προς την Κύπρο—οι οποίες θα μπορούσαν να μεταβάλουν την στρατιωτική
ισορροπία στην περιοχή—λειτουργεί επίσης ως περιοριστικός παράγοντας ως προς τον
όγκο και τον τύπο του αμερικανικού εξοπλισμού που η Ουάσιγκτον θα παρείχε στη χώρα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να αγνοήσουν τη συνεργασία και τη στρατηγική
σημασία της Άγκυρας και, συνεπώς, είναι πιθανό να περιορίσουν τη βοήθειά τους προς την
Κύπρο σε λιγότερο επιθετικά συστήματα, περισσότερο αμυντικού χαρακτήρα.
Κατά συνέπεια, η Κύπρος θα πρέπει να διαχειριστεί τις προσδοκίες της και να δώσει
προτεραιότητα σε επενδύσεις που βελτιώνουν συγκεκριμένα τις δυνατότητες άρνησης,
ενισχύουν την ανθεκτικότητα και υποστηρίζουν τον έλεγχο της κλιμάκωσης. Η Κύπρος
πρέπει να αποφύγει την εξάρτηση από μία μόνο εξωτερική πηγή εξισορρόπησης και,
αντίθετα, να επικεντρωθεί σε πιο αξιόπιστους προμηθευτές και στην ανάπτυξη εγχώριων
δυνατοτήτων.
Συμπεράσματα
Το εξελισσόμενο στρατηγικό περιβάλλον της Κύπρου αναδεικνύει γιατί η αποκλειστική
στήριξη σε κανόνες δεν επαρκεί στη σημερινή τάξη που βασίζεται στην ισχύ.
Η Κύπρος πρέπει να αναπροσανατολίσει την άμυνά της σε τρεις βασικές αρχές:
– οικοδόμηση όσον το δυνατόν πιο αξιόπιστης αποτροπής που να στηρίζεται σε εγχώριες
δυνατότητες,
– διασφάλιση στρατηγικής και θεσμικής συνοχής, και
– διατήρηση ανθεκτικότητας μέσω τακτικών ελέγχων της αμυντικής πολιτικής.
Χωρίς αυτά, οι εξωτερικές συνεργασίες ενδέχεται να δημιουργήσουν εξάρτηση αντί να
εξασφαλίσουν πραγματική ασφάλεια. Η μακροπρόθεσμη επιβίωση απαιτεί σταθερή
πρόοδο στο Κυπριακό πρόβλημα και αντιστοίχιση του πολιτικού οράματος με την υλική
προετοιμασία, ιδιαίτερα μέσα σε συνθήκες επίμονων ασυμμετριών και αυξανόμενης
αβεβαιότητας. Η εισαγωγή ενός ετήσιου ελέγχου της αμυντικής πολιτικής αποτελεί
ουσιώδη προϋπόθεση για διαρκή προσαρμοστικότητα και ανθεκτικότητα.





