Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Πυρηνική υποκρισία και γεωστρατηγικός οπορτουνισμός: Ρωσία και Κίνα απέναντι στο τέλος των συμφωνιών ελέγχου όπλων

 

Του Βασίλη Σπυρόπουλου

 

Η λήξη της συνθήκης New START δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο στη μακρά ιστορία της διάβρωσης του ελέγχου των πυρηνικών εξοπλισμών. Αντιθέτως, αποκαλύπτει με ωμό τρόπο τις βαθύτερες γεωστρατηγικές επιλογές και αντιφάσεις τόσο της Ρωσίας όσο και της Κίνας, οι οποίες εμφανίζονται δημόσια ως υπέρμαχοι της «στρατηγικής σταθερότητας», ενώ στην πράξη αποφεύγουν δεσμεύσεις που θα περιόριζαν την ελευθερία κινήσεών τους.

Για τη Ρωσία, η New START αποτέλεσε επί σειρά ετών όχι μόνο εργαλείο ελέγχου των εξοπλισμών, αλλά και μηχανισμό διατήρησης διεθνούς κύρους. Σε μια μεταψυχροπολεμική πραγματικότητα μειωμένης οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος, το πυρηνικό οπλοστάσιο λειτούργησε ως ο τελευταίος πυλώνας ισοτιμίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ρητορική αγωνία του Κρεμλίνου για τη λήξη της συνθήκης αντανακλά λιγότερο μια ειλικρινή ανησυχία για την παγκόσμια ασφάλεια και περισσότερο τον φόβο απώλειας αυτού του προνομιακού καθεστώτος.

Η Μόσχα εμφανίζεται να ζητά επιτακτικά παράταση της New START, την ίδια στιγμή που έχει συστηματικά υπονομεύσει το πλαίσιο εμπιστοσύνης στο οποίο βασίζεται ο έλεγχος των εξοπλισμών. Η άρνηση επιθεωρήσεων, η ανάπτυξη νέων «εξωσυμβατικών» πυρηνικών συστημάτων και η εργαλειοποίηση της πυρηνικής απειλής στο πλαίσιο περιφερειακών συγκρούσεων αποδυναμώνουν την αξιοπιστία των ρωσικών εκκλήσεων για αυτοσυγκράτηση.

Παράλληλα, η ρωσική επιχειρηματολογία αποσιωπά μια κρίσιμη πραγματικότητα: χωρίς δεσμευτικές συμφωνίες, η Ρωσία είναι ο αδύναμος παίκτης. Η οικονομική της βάση δεν επιτρέπει συμμετοχή σε μια νέα, ανεξέλεγκτη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η επίκληση της «στρατηγικής σταθερότητας» λειτουργεί έτσι περισσότερο ως μέσο περιορισμού της αμερικανικής υπεροχής παρά ως γνήσια προσπάθεια μείωσης του πυρηνικού κινδύνου.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η στάση της Κίνας. Το Πεκίνο αρνείται σταθερά να συμμετάσχει σε πολυμερείς συμφωνίες ελέγχου πυρηνικών όπλων, επικαλούμενο το συγκριτικά μικρότερο πυρηνικό του οπλοστάσιο. Ωστόσο, αυτή η επιχειρηματολογία χάνει έδαφος καθώς η Κίνα επιταχύνει τον εκσυγχρονισμό και τη διεύρυνση των στρατηγικών της δυνατοτήτων, επενδύοντας σε νέους πυραυλικούς σιλό, υποβρύχια και προηγμένα συστήματα εκτόξευσης.

Η κινεζική στρατηγική βασίζεται σε έναν προσεκτικά υπολογισμένο οπορτουνισμό: επωφελείται από τους περιορισμούς που δεσμεύουν τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, ενώ η ίδια διατηρεί πλήρη ελευθερία ανάπτυξης. Με τον τρόπο αυτό, το Πεκίνο απολαμβάνει τα οφέλη της πυρηνικής σταθερότητας χωρίς να αναλαμβάνει το αντίστοιχο κόστος των δεσμεύσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο που υπονομεύει το ίδιο το νόημα του ελέγχου των εξοπλισμών. Η Ρωσία ζητά συμφωνίες για να συγκρατήσει έναν ισχυρότερο αντίπαλο, χωρίς να αποδέχεται πλήρη διαφάνεια. Η Κίνα απορρίπτει τις συμφωνίες έως ότου εξισορροπήσει στρατηγικά τις υπερδυνάμεις, χρησιμοποιώντας το κενό κανόνων ως επιταχυντή ανόδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κατάρρευση της New START δεν σηματοδοτεί απλώς το τέλος της διπολικής εποχής των πυρηνικών συμφωνιών, αλλά την είσοδο σε μια πιο ασταθή, πολυπολική πραγματικότητα, όπου οι μεγάλες δυνάμεις επικαλούνται τη «στρατηγική σταθερότητα» επιλεκτικά και κατά το δοκούν. Αν δεν υπάρξει πραγματική πολιτική βούληση για συμμετρικούς, πολυμερείς και επαληθεύσιμους περιορισμούς, οι εκκλήσεις για έλεγχο των πυρηνικών όπλων θα παραμείνουν περισσότερο ρητορικό εργαλείο ισχύος παρά ουσιαστικός μηχανισμός αποτροπής της καταστροφής.