Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Συνταγματική Αναθεώρηση: Ευκαιρία ουσίας ή πολιτικός θόρυβος;

epikaira.gr

Η απόφαση του Πρωθυπουργού να ανοίξει τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί εκ προοιμίου να αντιμετωπιστεί αρνητικά. Το Σύνταγμα του 1975, με τις επιμέρους αναθεωρήσεις του, αποτελεί εδώ και πενήντα χρόνια τον θεσμικό πυλώνα της Μεταπολίτευσης. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να γίνει αναθεώρηση, αλλά προς ποια κατεύθυνση και, κυρίως, υπέρ ποιων συμφερόντων του ελληνικού λαού ή κάποιων που βλέπουν σε αυτή την αναθεώρηση μια χρυσή ευκαιρία για μπίζνες;

Η εμπειρία των προηγούμενων αναθεωρητικών Βουλών δείχνει ότι, παρά τις υψηλές προσδοκίες, σπάνια τέθηκαν μεγάλα και ουσιαστικά ζητήματα. Οι εποχές όμως αλλάζουν και οι κοινωνικές, πολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις απαιτούν ένα νέο θεσμικό βλέμμα. Πριν από οποιαδήποτε διαδικασία, είναι αναγκαίο να υπάρξει συμφωνία στο τι πραγματικά αξίζει να αναθεωρηθεί και στη συνέχεια να επιδιωχθούν οι ευρύτερες δυνατές πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις.

Κομβικό ζήτημα αποτελεί η Δικαιοσύνη και ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της. Η χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αποδοθεί στους ίδιους τους δικαστές, αλλά στο γεγονός ότι η διάκριση των εξουσιών δεν γίνεται πειστικά ορατή όταν κάθε κυβέρνηση επιλέγει την ηγεσία της δικαιοσύνης . Θα ανοίξει άραγε αυτή η συζήτηση ή θα παραμείνει εκτός ατζέντας;

Αντίστοιχα, στο θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν η θητεία του θα είναι πέντε ή έξι χρόνια, αλλά αν ο θεσμός θα παραμείνει τυπικός ή αν θα αποκτήσει ουσιαστικές πολιτικές αρμοδιότητες.

Ζητήματα αιχμής, όπως οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη, οφείλουν επίσης να ενταχθούν δυναμικά στη συζήτηση. Μέχρι σήμερα, δεν έχει υπάρξει ουσιαστικός δημόσιος διάλογος για το πώς το κράτος και η κοινωνία πρέπει να τοποθετηθούν απέναντι σε αυτές τις ραγδαίες εξελίξεις.

Το ίδιο ισχύει και για την κλιματική κρίση. Με επιστήμονες να διαφωνούν για την έκταση και την ένταση του φαινομένου και διεθνείς πολιτικούς ηγέτες να αμφισβητούν συνολικά την ύπαρξή του, η χώρα χρειάζεται μια σαφή και συγκροτημένη συνταγματική προσέγγιση. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος τα περιβαλλοντικά άρθρα να εξελιχθούν σε εργαλεία εξυπηρέτησης οικονομικών συμφερόντων, αντί για μέσα προστασίας του δημόσιου αγαθού.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, καθώς το άρθρο 86 συγκρούεται με την ευρωπαϊκή συνταγματική λογική. Το ίδιο ισχύει και για διατάξεις διοικητικού χαρακτήρα, ειδικά σε θέματα διαχείρισης κοινοτικών κονδυλίων, όπου η ευρωπαϊκή νομοθεσία είναι σαφής.

Τέλος, ερωτήματα παραμένουν για το αν θα τεθούν επί τάπητος οι σχέσεις Εκκλησίας–Κράτους ή το καθεστώς των δασικών εκτάσεων. Υπάρχει πράγματι πεδίο δόξης λαμπρό για μια ουσιαστική αναθεώρηση. Αν όμως η συζήτηση γίνεται αποκλειστικά για πολιτικούς λόγους και με το βλέμμα στις εκλογές του επόμενου έτους, τότε το μόνο που θα παραχθεί είναι περισσότερος θόρυβος.

Η ελπίδα θα αρχίσει να φαίνεται αν η κυβέρνηση και το πολιτικό προσωπικό συνολικότερα θα προετοιμάσουν το έδαφος για πραγματικές θεσμικές τομές στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή, με μοναδικό γνώμονα το συμφέρον του ελληνικού λαού και όχι των ελίτ.