- Ερωτήματα και προβληματισμοί απο το λαθρεμπόριο των Μπακοκαϋμενάκιδων με το Ιράν
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Λίγες μόλις ημέρες μετά την είσοδο του 2026, το διεθνές περιβάλλον μοιάζει να εισέρχεται σε ακόμη μία φάση έντονης αναταραχής. Οι πληροφορίες και οι πολιτικές αναλύσεις που κυκλοφορούν γύρω από την τύχη του Νικολάς Μαδούρο μετά την σύλληψη από τις ΗΠΑ, ανεξαρτήτως της πλήρους επιβεβαίωσής τους, λειτούργησαν ως καταλύτης για να επανέλθει στο προσκήνιο ένα ζήτημα πολύ ευρύτερο από το πρόσωπο ενός ηγέτη: η ωμή σύγκρουση ισχύος γύρω από τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων.
Η Βενεζουέλα δεν είναι απλώς ένα ακόμη κράτος της Λατινικής Αμερικής με πολιτικά προβλήματα. Είναι η χώρα με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο. Σε έναν πλανήτη που μεταβαίνει αργά και άνισα προς την πράσινη ενέργεια, το πετρέλαιο εξακολουθεί να αποτελεί θεμέλιο οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος. Όποιος ελέγχει την παραγωγή, τη μεταφορά και τη διάθεσή του, αποκτά στρατηγικό πλεονέκτημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένα. Κυρώσεις, κατασχέσεις πλοίων, πιέσεις σε ασφαλιστικούς οργανισμούς και τράπεζες, καθώς και η επιβολή ενός άτυπου αλλά αποτελεσματικού καθεστώτος «εμπάργκο» σε όσους δεν συμμορφώνονται, συνθέτουν μια πολιτική που υπερβαίνει τη ρητορική περί δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρόκειται για έναν πόλεμο συμφερόντων, ο οποίος πλέον διεξάγεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια προσχημάτων.
Το ερώτημα, ωστόσο, που συχνά απουσιάζει από τον δημόσιο διάλογο είναι το εξής: τι σημαίνουν όλα αυτά για την Ελλάδα;
Πρώτα απ’ όλα, η Ελλάδα επηρεάζεται ως παγκόσμια ναυτιλιακή δύναμη. Η ελληνόκτητη ναυτιλία δεν αποτελεί απλώς έναν κλάδο της οικονομίας, αλλά στρατηγικό πυλώνα της εθνικής ισχύος. Τα τελευταία χρόνια, δεκάδες ελληνικά πλοία έχουν βρεθεί στο μικροσκόπιο αμερικανικών αρχών λόγω μεταφοράς φορτίων που κρίθηκαν «πολιτικά ανεπιθύμητα». Η αυστηροποίηση του ελέγχου στις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου από τη Βενεζουέλα ενδέχεται να οδηγήσει σε νέους κύκλους πιέσεων, με σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο για τις εταιρείες, αλλά και για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής ναυτιλίας.
Ενδεικτική είναι η απόφαση του Office of Foreign Assets Control του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, στις 20 Νοεμβρίου 2025, με την οποία επιβλήθηκαν κυρώσεις σε δίκτυο ναυτιλιακών εταιρειών που φέρονται να χρηματοδοτούν τρίτες χώρες μέσω πώλησης αργού πετρελαίου. Η συμπερίληψη της εταιρείας ελληνικών συμφερόντων Altomare S.A., αποδεικνύει ότι, στο νέο αυτό περιβάλλον, τα εθνικά σύνορα δεν λειτουργούν ως ασπίδα προστασίας.
Δεύτερον, η Ελλάδα επηρεάζεται ως μέλος της Ευρωπαϊκή Ένωση και ως χώρα με υψηλό βαθμό ενεργειακής εξάρτησης. Η ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών κατέδειξε με οδυνηρό τρόπο ότι η πρόσβαση στην ενέργεια δεν είναι δεδομένη, αλλά αντικείμενο γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης.
Αν οι ενεργειακοί πόροι της Βενεζουέλας μετατραπούν σε εργαλείο αποκλειστικών συμφωνιών ή ανταλλαγμάτων ισχύος μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, τότε η Ευρώπη κινδυνεύει να βρεθεί για ακόμη μία φορά σε θέση αδυναμίας.
Τρίτον —και εξίσου σημαντικό— τίθεται ζήτημα διεθνούς νομιμότητας. Η μονομερής επιβολή κυρώσεων, χωρίς σαφή εντολή διεθνών οργανισμών, δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Έναν κόσμο όπου το δίκαιο υποχωρεί μπροστά στη δύναμη και όπου οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που βασίζουν την ασφάλειά τους στο διεθνές δίκαιο και όχι στη στρατιωτική υπεροχή, αυτή η εξέλιξη είναι εξαιρετικά ανησυχητική.
Η ελληνική εξωτερική πολιτική, λοιπόν, καλείται να ισορροπήσει σε λεπτό σχοινί. Να διατηρήσει τις συμμαχίες της, αλλά χωρίς άκριτη ευθυγράμμιση. Να υπερασπιστεί τη ναυτιλία της και την ενεργειακή της ασφάλεια. Και ταυτόχρονα να σταθεί συνεπής στις αρχές της δημοκρατίας, της εθνικής κυριαρχίας και της αξιοπρέπειας των λαών.
Διότι σε έναν κόσμο που μεταβαίνει από την παγκοσμιοποίηση στον ωμό ανταγωνισμό ισχύος, η ουδετερότητα δεν είναι επιλογή και η σιωπή συχνά κοστίζει περισσότερο από τη θέση ευθύνης.





