Του Κώστα Παππά
Την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026, ο ελληνικός εναέριος χώρος βίωσε αυτό που περιγράφτηκε ως πρωτοφανές «ναυάγιο» των επικοινωνιών: οι ραδιοσυχνότητες που εξυπηρετούν το FIR Αθηνών παρουσίασαν τόσο σοβαρές παρεμβολές ώστε πτήσεις από και προς τη χώρα καθηλώθηκαν ή αναβλήθηκαν, ο εναέριος χώρος έκλεισε και χιλιάδες επιβάτες βρέθηκαν απροετοίμαστοι στους διαδρόμους των αεροδρομίων. Η απώλεια επικοινωνίας μεταξύ πιλότων και ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας – δηλαδή, η καρδιά της ασφάλειας των πτήσεων – ήταν τόσο εκτεταμένη που οι αρχές αναγκάστηκαν να περιορίσουν δραστικά τις αναχωρήσεις, να εξυπηρετούν μόνο υπάρχουσες πτήσεις και να παραπέμψουν τα υπόλοιπα αεροσκάφη σε γειτονικά FIR.
Ας είμαστε σαφείς: οι καθυστερήσεις και οι ακυρώσεις είναι το πιο εμφανές σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) μίλησε για «μαζική παρεμβολή» στα κρίσιμα δίκτυα επικοινωνιών, ένα «θόρυβο» που σκέπασε σχεδόν όλες τις συχνότητες. Παρά τις αρχικές φήμες – και ακόμα και σκιές περί κυβερνοεπίθεσης ή δολιοφθοράς – τόσο η ΥΠΑ όσο και οι ερευνητικές υπηρεσίες έχουν μέχρι στιγμής αποκλείσει ότι επρόκειτο για επίθεση από κακόβουλη ξένη δύναμη ή χάκερ. Οι πιθανότητες για κυβερνοεπίθεση, σύμφωνα με σχετικές αναλύσεις, έχουν «απορριφθεί μέχρι στιγμής».
Αντίθετα, οι περισσότεροι τεχνικοί και ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας επισημαίνουν ότι αυτό που συνέβη είναι μια συστημική αποτυχία υποδομών: οι συσκευές είναι παρωχημένες, ευάλωτες και ανεπαρκώς συντηρημένες. Η Ένωση Ελεγκτών κατηγόρησε ανοιχτά τη διοίκηση ότι αγνόησε προειδοποιήσεις ετών για την ανάγκη επένδυσης σε σύγχρονα συστήματα, με αποτέλεσμα σήμερα να βιώνουμε μια κρίση που ήταν προβλέψιμη.
Τι σημαίνει όμως η εμπλοκή του εισαγγελέα που αναφέρθηκε σε ορισμένα δημοσιεύματα; Μέχρι τώρα, δεν υπάρχουν δημόσιες επιβεβαιώσεις για ποινική έρευνα ή κατηγορίες εναντίον συγκεκριμένων προσώπων σχετικά με δολιοφθορά ή επίθεση. Η δικαστική παρέμβαση, σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες, θα μπορούσε να αφορά την προκαταρκτική διερεύνηση των αιτίων, δηλαδή εάν παραβιάστηκαν υπηρεσιακές υποχρεώσεις, αν υπήρξε παραλείψεις στη συντήρηση κρίσιμων συστημάτων, ή εάν υπήρξε δόλος σε επίπεδο διαχείρισης των υποδομών – όχι απαραίτητα μια εγκληματική επίθεση από εξωτερικό παράγοντα. Σε κάθε περίπτωση, ο δημόσιος διάλογος για την ευθύνη παραμένει ανοιχτός και οφείλει να συνεχιστεί με διαφάνεια.
Το ερώτημα τώρα δεν είναι μόνο τι συνέβη χθες , αλλά πώς η Ελλάδα επιτρέπει στις βασικές υποδομές της εναέριας κυκλοφορίας να λειτουργούν σε ένα καθεστώς διαρκούς ρίσκου. Αν η παρεμβολή δεν ήταν επίθεση, τότε ας αναλογιστούμε: τι θα γίνει την επόμενη φορά; Και, κυρίως, ποιος θα λογοδοτήσει για την χρόνια αδράνεια και τις παραλείψεις που εκτέθηκαν με τον χειρότερο τρόπο στον ελληνικό ουρανό;




