Τετάρτη, 3 Ιουνίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Συνταγματική Αναθεώρηση: Με ποιο ηθικό και πολιτικό κεφάλαιο;

Του Κώστα Παππά

Η  κυβέρνηση  ανοίγει τη συζήτηση για μια νέα συνταγματική αναθεώρηση, παρουσιάζοντας τις προτάσεις της ως ένα βήμα εκσυγχρονισμού και θεσμικής ανανέωσης. Στο τραπέζι βρίσκονται η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, η αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η αναθεώρηση της μονιμότητας στο Δημόσιο, ζητήματα που αφορούν τις ανεξάρτητες αρχές, η περαιτέρω διευκόλυνση της ψήφου των αποδήμων και άλλες παρεμβάσεις στη λειτουργία του κράτους.

Το ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο ποιες διατάξεις προτείνονται προς αναθεώρηση. Είναι και ποιος τις προτείνει, σε ποια συγκυρία και με ποια πολιτική νομιμοποίηση. Η Νέα Δημοκρατία κυβερνά τη χώρα από το 2019. Δεν είναι μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση που παρέλαβε ένα προβληματικό θεσμικό περιβάλλον και αναζητά λύσεις. Έχει συμπληρώσει επτά χρόνια σχεδόν συνεχούς πολιτικής κυριαρχίας στο κράτος και στους βασικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων. Συνεπώς, όταν σήμερα αναδεικνύει την ανάγκη θεσμικών αλλαγών, είναι αναπόφευκτο να τίθεται το ερώτημα: πώς φτάσαμε ως εδώ;

Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης των τελευταίων ετών καταγράφουν σταθερά χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης των πολιτών προς τη Δικαιοσύνη, το πολιτικό σύστημα, τους θεσμούς λογοδοσίας και τη λειτουργία του κράτους δικαίου. Υποθέσεις όπως οι παρακολουθήσεις μέσω του σκανδάλου των υποκλοπών, οι καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, οι συγκρούσεις γύρω από τη λειτουργία των ανεξάρτητων αρχών και οι έντονες κοινωνικές αντιδράσεις μετά την τραγωδία των Τεμπών έχουν ενισχύσει την αίσθηση μιας βαθιάς κρίσης εμπιστοσύνης.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συνταγματική αναθεώρηση μοιάζει για πολλούς περισσότερο ως προσπάθεια αλλαγής της πολιτικής ατζέντας παρά ως απάντηση στα πραγματικά προβλήματα. Διότι οι θεσμοί δεν αποδυναμώνονται πρωτίστως από τις συνταγματικές διατάξεις αλλά από τον τρόπο που εφαρμόζονται στην πράξη.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συζήτηση για την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι απαιτούνται νέοι μηχανισμοί για μεγαλύτερη ανεξαρτησία. Εδώ όμως μπορούμε να αντιτάξουμε ότι το πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη συνταγματικών εργαλείων, αλλά η πολιτική κουλτούρα παρέμβασης και οι διαρκείς υπόνοιες κυβερνητικής επιρροής. Η αλλαγή των κανόνων δεν αρκεί όταν η εμπιστοσύνη έχει ήδη κλονιστεί.

Αντίστοιχα, η πρόταση για αναθεώρηση της μονιμότητας στο Δημόσιο παρουσιάζεται ως μέτρο αποτελεσματικότητας. Ωστόσο, και εδώ πολλοί υποστηρίζουν  ότι ανοίγει τον δρόμο για μεγαλύτερη κομματική εξάρτηση των δημοσίων υπαλλήλων και για πιέσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν την ουδετερότητα της διοίκησης. Η μονιμότητα δεν θεσπίστηκε ως προνόμιο αλλά ως εγγύηση απέναντι στις πελατειακές πρακτικές που σημάδεψαν την ελληνική πολιτική ιστορία.

Ανάλογες αντιρρήσεις διατυπώνονται και για το άρθρο 16. Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων παρουσιάζεται ως αναπτυξιακή μεταρρύθμιση. Γιατί να μην υποθέσουμε   ότι το κράτος επιλέγει να παρακάμψει τα προβλήματα της δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης αντί να τα αντιμετωπίσει με ουσιαστική χρηματοδότηση και ενίσχυση των πανεπιστημίων;

Η ουσία είναι ότι καμία συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί από μόνη της να θεραπεύσει την κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών. Όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεωρεί ότι το κράτος δικαίου δοκιμάζεται, η προτεραιότητα δεν είναι να ξαναγραφτούν οι κανόνες αλλά να αποδειχθεί ότι οι υφιστάμενοι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα για όλους. Διαφορετικά, η αναθεώρηση κινδυνεύει να εκληφθεί όχι ως θεσμική τομή αλλά ως πολιτικός αντιπερισπασμός.