Κυριακή, 31 Μαΐου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η κάλπη θα κριθεί στο σούπερ μάρκετ: Οι αριθμοί που απειλούν να ανατρέψουν το πολιτικό σκηνικό

Του Κώστα Παππά

Η ελληνική οικονομία εμφανίζει στα χαρτιά μια εικόνα σταθερότητας και ανάπτυξης. Η κυβέρνηση προβάλλει τη μείωση της ανεργίας, την αύξηση των επενδύσεων και τη συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ωστόσο, πίσω από τους θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες κρύβεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα για εκατομμύρια νοικοκυριά που βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν τελειώσει ο μήνας.

Οι επόμενες εθνικές εκλογές δεν φαίνεται πως θα κριθούν από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης ή τις αναβαθμίσεις της οικονομίας, αλλά από το αν οι πολίτες αισθάνονται ότι η ζωή τους βελτιώθηκε ουσιαστικά. Και εκεί οι αριθμοί γίνονται ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμό πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με τις προβλέψεις να κινούνται μεταξύ 2,1% και 2,5% για το 2025. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το 150% του ΑΕΠ, συνεχίζοντας μια πορεία αποκλιμάκωσης που θεωρείται σημαντική επιτυχία για τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας.

Όμως οι ίδιοι οι πολίτες αξιολογούν την οικονομία με διαφορετικά κριτήρια. Ο πληθωρισμός παραμένει επίμονα υψηλός, με εκτιμήσεις που φτάνουν ακόμη και το 2,8% έως 3% ετησίως, διαβρώνοντας την αγοραστική δύναμη μισθών και συντάξεων. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις αποδοχών, μεγάλο μέρος των εργαζομένων δηλώνει ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για να καλύψει τις βασικές ανάγκες.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο έντονο όταν συνυπολογιστεί το κόστος στέγασης. Σε πολλές περιοχές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, τα ενοίκια έχουν αυξηθεί κατά δεκάδες ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε λίγα χρόνια, απορροφώντας συχνά πάνω από το 40% ή και το 50% του μηνιαίου εισοδήματος ενός νέου εργαζομένου. Η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και υπηρεσίες συμπληρώνει ένα ασφυκτικό οικονομικό περιβάλλον.

Την ίδια στιγμή, το ιδιωτικό χρέος των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων παραμένει τεράστιο. Οι συνολικές οφειλές προς τράπεζες, funds, ασφαλιστικά ταμεία και εφορία ξεπερνούν τα 220 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο σύνολο της ετήσιας παραγωγής της χώρας. Για χιλιάδες οικογένειες, οι λογαριασμοί, τα ενοίκια και οι δόσεις δανείων αποτελούν πλέον μόνιμη πηγή ανασφάλειας.

Αυτό δημιουργεί ένα πολιτικό παράδοξο: ενώ οι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται, η κοινωνική δυσαρέσκεια παραμένει έντονη. Οι πολίτες δεν ψηφίζουν με βάση το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων ούτε με βάση τους δείκτες των χρηματαγορών. Ψηφίζουν με βάση το αν μπορούν να γεμίσουν το καλάθι του σούπερ μάρκετ, να πληρώσουν το ενοίκιο και να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους.

Γι’ αυτό και η οικονομία αναμένεται να αποτελέσει το καθοριστικό πεδίο σύγκρουσης στις επόμενες εκλογές. Αν η ανάπτυξη δεν μεταφραστεί σε πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, οι όποιοι  θετικοί αριθμοί θα χάσουν τη δύναμή τους στην κάλπη. Γιατί τελικά, η πολιτική επιβίωση κάθε κυβέρνησης δεν κρίνεται στους πίνακες των οικονομολόγων, αλλά στην καθημερινότητα των πολιτών.