Capital controls, Πρέσπες, φτώχεια, μετανάστευση και διχασμός.
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η παρουσίαση της νέας πολιτικής πρωτοβουλίας του Αλέξη Τσίπρα με την επωνυμία «Ελληνική Αριστερή Σύμπραξη – ΕΛΑΣ» δεν αποτελεί απλώς την ανακοίνωση ενός νέου πολιτικού φορέα. Αποτελεί μια συνειδητή προσπάθεια πολιτικής επανεμφάνισης ενός ανθρώπου που ταυτίστηκε όσο λίγοι με μια από τις πιο οδυνηρές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι επιστρέφει. Είναι ότι επιστρέφει αμετανόητος.
Αυτό που παρατηρήσαμε είναι ότι το κόμμα αυτοπροσδιορίζεται εξαρχής ως “Αριστερό”. Δεν επιχειρεί έναν νέο υπερκομματικό πατριωτισμό, δεν αναζητεί έναν προοδευτικό κεντρώο χώρο, δεν δοκιμάζει μια νέα πολιτική γλώσσα. Αντίθετα, ζητά από τον πολίτη να αποδεχθεί εκ των προτέρων μια ιδεολογική ταυτότητα: να ενταχθεί στην Αριστερά και να “συσπειρωθεί” γύρω από αυτή. Αυτό αποκλείει αξιωματικά ένα τεράστιο κομμάτι του εκλογικού σώματος, που είτε δεν αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερό είτε θεωρεί ότι η εμπειρία της “Πρώτης Φοράς Αριστεράς” υπήρξε πολιτικά και κυβερνητικά αποτυχημένη.
Όμως η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της λήθης. Ο ελληνικός λαός θυμάται πολύ καλά τα μεγάλα λόγια, τις ψεύτικες υποσχέσεις, τις κραυγές περί «κατάργησης των μνημονίων με ένα νόμο και ένα άρθρο», που τελικά μετατράπηκαν στο πιο βαρύ και επώδυνο μνημόνιο που γνώρισε ποτέ η χώρα. Θυμάται το δήθεν «σκίσιμο των μνημονίων» που κατέληξε σε μια ταπεινωτική συνθηκολόγηση και σε ένα τρίτο μνημόνιο δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο φόρτωσε νέα βάρη στις πλάτες των Ελλήνων πολιτών.
Η περίφημη «περήφανη διαπραγμάτευση» του 2015 δεν ήταν κάποια ηρωική στιγμή αντίστασης. Ήταν μια καταστροφική πολιτική περιπέτεια που οδήγησε την ελληνική οικονομία στο χείλος της απόλυτης κατάρρευσης. Η αβεβαιότητα, οι παλινωδίες, οι ιδεοληψίες και η ερασιτεχνική διαχείριση της τότε κυβέρνησης προκάλεσαν τεράστια ζημία στην πραγματική οικονομία. Οι τράπεζες βρέθηκαν σε κατάσταση ασφυξίας, οι καταθέσεις εξαφανίζονταν καθημερινά και τελικά η χώρα οδηγήθηκε στα σκληρά capital controls.
Εικόνες ντροπής και απόγνωσης χαράχθηκαν στη συλλογική συνείδηση του ελληνικού λαού. Συνταξιούχοι στις ουρές των ΑΤΜ, ενώ ο τότε Υπουργός Οικονομικών κ. Βαρουφάκης δήλωνε πως δεν καταλαβαίνει γιατί υπάρχουν ουρές. Επιχειρήσεις που αδυνατούσαν να εισάγουν πρώτες ύλες. Επαγγελματίες που δεν μπορούσαν να πραγματοποιήσουν διεθνείς συναλλαγές. Ολόκληρη η αγορά παρέλυσε. Η οικονομία βυθίστηκε ξανά στην ύφεση. Και όλα αυτά παρουσιάζονταν τότε περίπου ως «αναγκαία θυσία» για μια δήθεν επαναστατική διαπραγμάτευση που τελικά κατέληξε σε απόλυτη υποχώρηση.
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Η κυβέρνηση Τσίπρα όχι μόνο δεν απελευθέρωσε τη χώρα από τα μνημόνια, αλλά επέβαλε νέα μέτρα λιτότητας, νέες περικοπές και νέους φόρους. Η μεσαία τάξη εξοντώθηκε φορολογικά. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με πρωτοφανή οικονομική πίεση, πολλές δεν άντεξαν και έκλεισαν. Οι πολίτες είδαν το διαθέσιμο εισόδημά τους να συρρικνώνεται δραματικά. Η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας επιταχύνθηκε, χωρίς προοπτική ανατροπής της κατάστασης.
Και ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν ως δήθεν υπερασπιστής των αδυνάτων, στην πραγματικότητα δημιούργησε μια γενιά απογοητευμένων νέων ανθρώπων που δεν έβλεπαν κανένα μέλλον στην πατρίδα τους. Χιλιάδες νέοι επιστήμονες, γιατροί, μηχανικοί, ερευνητές και επαγγελματίες εγκατέλειψαν την Ελλάδα. Το λεγόμενο brain drain δεν ήταν απλώς ένα στατιστικό φαινόμενο. Ήταν μια εθνική πληγή. Η χώρα έχασε ανθρώπινο κεφάλαιο υψηλής αξίας, επειδή οι νέοι άνθρωποι δεν είχαν προοπτική αξιοπρεπούς ζωής και δημιουργίας στην ίδια τους την πατρίδα.
Την ίδια στιγμή, η εθνική άμυνα βρέθηκε σε επικίνδυνη παραμέληση. Οι Ένοπλες Δυνάμεις πέρασαν μια περίοδο σοβαρής υποχρηματοδότησης και εγκατάλειψης. Ενώ η Τουρκία κλιμάκωνε συνεχώς την επιθετικότητά της, η κυβέρνηση Τσίπρα αντιμετώπιζε τα ζητήματα άμυνας με ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και επικίνδυνη αφέλεια. Η αποτρεπτική ισχύς της χώρας αποδυναμώθηκε, κρίσιμα εξοπλιστικά προγράμματα καθυστέρησαν και το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων αφέθηκε για χρόνια χωρίς την απαιτούμενη θεσμική και οικονομική στήριξη.
Όμως ίσως η πιο βαθιά πληγή εκείνης της περιόδου ήταν η Συμφωνία των Πρεσπών. Μια συμφωνία που προσέβαλε την ιστορική μνήμη, την εθνική αξιοπρέπεια και το αίσθημα της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων, ειδικά της Μακεδονίας μας. Παρά τις τεράστιες αντιδράσεις της κοινωνίας, παρά τα μαζικά συλλαλητήρια, η κυβέρνηση Τσίπρα προχώρησε σε μια συμφωνία που αναγνώρισε «μακεδονική» γλώσσα και ταυτότητα, ανοίγοντας επικίνδυνους δρόμους για το μέλλον.
Οι πολίτες θυμούνται επίσης τον διχαστικό λόγο εκείνης της εποχής. Τη συστηματική στοχοποίηση πολιτικών αντιπάλων. Τη λογική του «ή εμείς ή αυτοί». Την καλλιέργεια ενός τοξικού πολιτικού κλίματος που τραυμάτισε βαθιά τη δημόσια ζωή. Και σήμερα, ο Αλέξης Τσίπρας επιλέγει να επανεμφανιστεί με την ονομασία «ΕΛΑΣ», μια επιλογή που μόνο αθώα δεν μπορεί να θεωρηθεί.
Σε μια χώρα που βίωσε τον τραγικό εμφύλιο σπαραγμό της περιόδου 1944–1949, η χρήση μιας ονομασίας που παραπέμπει ευθέως στο ΕΑΜ–ΕΛΑΣ δεν αποτελεί απλή ιστορική αναφορά. Είναι μια βαθιά διχαστική πολιτική επιλογή. Αντί να επιδιώκει την εθνική ενότητα και τη συμφιλίωση, ο κ. Τσίπρας επαναφέρει συμβολισμούς που ξυπνούν μνήμες εθνικού διχασμού. Πρόκειται για μια επικίνδυνη πολιτική εργαλειοποίηση της Ιστορίας, σε μια περίοδο όπου η πατρίδα χρειάζεται ενότητα, σταθερότητα και εθνική αυτοπεποίθηση.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται σήμερα πλήρως ευθυγραμμισμένος με ισχυρά επιχειρηματικά και οικονομικά κέντρα. Εκείνος που κάποτε παρουσιαζόταν ως πολέμιος της διαπλοκής, σήμερα φαίνεται να στηρίζεται ανοιχτά σε ισχυρούς χρηματοδότες, επικοινωνιακά συστήματα και επιχειρηματικά συμφέροντα που επιδιώκουν την πολιτική του επαναφορά. Η εικόνα του «αντισυστημικού ηγέτη» έχει πλέον καταρρεύσει οριστικά.
Το ίδιο φάνηκε και μέσα από το βιβλίο του «ΙΘΑΚΗ». Αντί αυτοκριτικής, αντί ειλικρινούς απολογισμού για τα λάθη και τις τραγικές συνέπειες της διακυβέρνησής του, ο ελληνικός λαός διάβασε μια προσπάθεια αυτοδικαίωσης. Καμία ουσιαστική ανάληψη ευθύνης για τα capital controls. Καμία πραγματική μεταμέλεια για τη ζημία της οικονομίας. Καμία συγγνώμη για τις αυταπάτες που κόστισαν δισεκατομμύρια ευρώ στη χώρα. Αντίθετα, ο κ. Τσίπρας εμφανίζεται να θεωρεί ακόμη και σήμερα πως η πορεία του ήταν περίπου ιστορικά δικαιωμένη.
Αυτό ακριβώς καθιστά την πολιτική του επανεμφάνιση τόσο επικίνδυνη. Διότι δεν έχουμε απέναντί μας έναν πολιτικό που αναγνώρισε τα λάθη του και επιχείρησε να αλλάξει. Έχουμε απέναντί μας έναν πολιτικό που εξακολουθεί να πιστεύει στις ίδιες αποτυχημένες συνταγές, στις ίδιες ιδεοληψίες, στην ίδια πολιτική λογική της σύγκρουσης, του λαϊκισμού και της εξαπάτησης των πολιτών.
Η Ελλάδα όμως δεν αντέχει άλλη μια περίοδο πολιτικών πειραματισμών. Δεν αντέχει άλλη μια «περήφανη διαπραγμάτευση». Δεν αντέχει νέες αυταπάτες και νέα ψέματα. Η κοινωνία χρειάζεται σοβαρότητα, εθνική στρατηγική, παραγωγική ανασυγκρότηση, δημογραφική πολιτική, στήριξη της οικογένειας, ενίσχυση της άμυνας και πραγματική οικονομική ανάπτυξη. Χρειάζεται πολιτικές δυνάμεις που να πιστεύουν στην πατρίδα, στην ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού και στην κοινωνική συνοχή.
Η Ελλάδα χρειάζεται πολιτική ανανέωση με αλήθεια, ευθύνη, χριστιανική πίστη και πατριωτικό προσανατολισμό. Όχι επιστροφή σε πρόσωπα και λογικές που δοκιμάστηκαν, απέτυχαν και πλήγωσαν βαθιά την πατρίδα.
Η πολιτική μνήμη δεν είναι εκδίκηση. Είναι άμυνα της Δημοκρατίας.





