Τετάρτη, 10 Ιουνίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Από τα συνθήματα στα σχέδια: Τι ζητούν οι Έλληνες από τα πολιτικά κόμματα

Ιωάννου Λυριντζή, καθηγητή Πανεπιστημίων, Αντιπροέδρου Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών

 

Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες πολίτες γίνονται μάρτυρες μιας πολιτικής αντιπαράθεσης που αναλώνεται σε αλληλοκατηγορίες, συνθήματα και επικοινωνιακές εξαγγελίες. Η κυβέρνηση προβάλλει το έργο της, η αντιπολίτευση αναδεικνύει τις αδυναμίες της. Όμως το ερώτημα παραμένει αναπάντητο: ποιος έχει πραγματικό σχέδιο για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας;

Η κοινωνία ακούει συνεχώς για ακρίβεια, ενεργειακή κρίση, δημογραφικό πρόβλημα, ελλείμματα στη Δικαιοσύνη, εθνικά ζητήματα και αδυναμίες του κράτους. Εκείνο που σπανίως ακούει είναι ο τρόπος. Όχι τι φταίει, αλλά πώς θα διορθωθεί. Όχι τι δεν έκανε ο προηγούμενος, αλλά τι ακριβώς θα κάνει ο επόμενος.

Οι πολίτες δεν χρειάζονται άλλες γενικόλογες υποσχέσεις. Χρειάζονται χρονοδιαγράμματα, μετρήσιμους στόχους και λογοδοσία.

Όταν οι πολίτες, παρά τα διαθέσιμα δεδομένα και την εμπειρία, δεν διακρίνουν τι υπηρετεί πραγματικά το συλλογικό και μελλοντικό τους συμφέρον, το πρόβλημα δεν μπορεί να αποδοθεί στην «τύχη». Αφορά βαθύτερα ζητήματα πολιτικής παιδείας, ενημέρωσης και θεσμικής εμπιστοσύνης.

Εθνική στρατηγική χωρίς ασάφειες

Στην καρδιά πολλών Ελλήνων βρίσκεται η αγωνία για τα εθνικά θέματα. Ανεξάρτητα από κομματικές προτιμήσεις, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας ζητά σαφείς θέσεις για την αντιμετώπιση της τουρκικής αναθεωρητικής ρητορικής, την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας και την ενίσχυση της διπλωματικής παρουσίας της Ελλάδας.

Τα κόμματα οφείλουν να εξηγήσουν:

  • Ποιες είναι οι εθνικές «κόκκινες γραμμές» που δεν θα διαπραγματευτούν.
  • Πώς θα κινητοποιήσουν τους ευρωπαϊκούς θεσμούς απέναντι σε φαινόμενα αναθεωρητισμού.
  • Πώς αντιλαμβάνονται τη θέση της Ελλάδας σε μια Ευρώπη όπου τα συμφέροντα των κρατών δεν ταυτίζονται πάντοτε.
  • Ποιες διπλωματικές πρωτοβουλίες προτείνουν στην Ανατολική Μεσόγειο και στη συνεργασία με γειτονικές χώρες.

Δεν αρκεί η επίκληση του διεθνούς δικαίου. Χρειάζεται ενεργητική διπλωματία, συμμαχίες, πολιτιστική επιρροή και αποτρεπτική ισχύς.

 

Πατριωτισμός χωρίς πατριδοκαπηλία

Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από συνθήματα. Έχει ανάγκη από εθνική αυτοπεποίθηση.

Ο πατριωτισμός δεν αποδεικνύεται με μεγάλες λέξεις, αλλά με έργα: ισχυρή οικονομία, αποτελεσματικό κράτος, σύγχρονη εκπαίδευση, προστασία συνόρων, ενίσχυση της ιστορικής μνήμης και προώθηση του ελληνικού πολιτισμού διεθνώς.

Η νέα γενιά πρέπει να γνωρίζει την ιστορία της όχι ως ιδεολογικό εργαλείο αλλά ως στοιχείο ταυτότητας και αυτογνωσίας.

Στην εξωτερική πολιτική καταγράφεται σε τμήμα της κοινής γνώμης η αίσθηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένες προκλήσεις σε σχέση με την Τουρκία και την Αλβανία, χωρίς πάντοτε να υπάρχει επαρκώς πειστική δημόσια απάντηση ή ενεργητική διπλωματική αντεπίθεση. Η συζήτηση γύρω από ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, θαλάσσιων ζωνών και περιφερειακής σταθερότητας εντείνει την ανησυχία και δημιουργεί κλίμα ανασφάλειας σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας.

Παράλληλα, δημόσιες τοποθετήσεις ακόμη και στελεχών του πολιτικού συστήματος ΝΔ που αναφέρονται σε σενάρια συνεργασίας ή συνεκμετάλλευσης με την Τουρκία προκαλούν έντονες αντιδράσεις, καθώς αγγίζουν ευαίσθητα ζητήματα εθνικής στρατηγικής και ιστορικής μνήμης.

Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι η ρητορική ένταση αλλά η ύπαρξη συνεκτικής εθνικής στρατηγικής, με σαφείς κόκκινες γραμμές, σταθερές συμμαχίες και ενεργητική διπλωματία που να ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και την αξιοπιστία της στο διεθνές περιβάλλον.

 

Πρωτογενής παραγωγή και διατροφική ασφάλεια

Η Ελλάδα δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στις εισαγωγές για βασικά αγαθά.

Τα κόμματα οφείλουν να παρουσιάσουν συγκεκριμένο σχέδιο:

  • Πώς θα στηρίξουν γεωργούς, κτηνοτρόφους και αλιείς.
  • Πώς θα μειωθεί το κόστος παραγωγής.
  • Πώς θα αξιοποιηθούν οι δυνατότητες που προσφέρει η ευρωπαϊκή νομοθεσία.
  • Πώς θα επιτευχθεί μεγαλύτερη αυτάρκεια σε βασικά προϊόντα.

Οι αγρότες δεν χρειάζονται επιδόματα επιβίωσης. Χρειάζονται συνθήκες ανάπτυξης.

 

Άμυνα, τεχνολογία και καινοτομία

Η αμυντική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από αγορές οπλικών συστημάτων.

Η Ελλάδα διαθέτει επιστήμονες, μηχανικούς, ερευνητές και επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας που μπορούν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη καινοτόμων αμυντικών εφαρμογών.

Ποιο κόμμα θα δεσμευθεί ότι:

  • Μέσα στους πρώτους έξι μήνες θα δημιουργήσει πρόγραμμα σύνδεσης της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας με Έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού;
  • Θα χρηματοδοτήσει ερευνητικά προγράμματα σε τεχνητή νοημοσύνη, μη επανδρωμένα συστήματα και κυβερνοάμυνα;
  • Θα στηρίξει ελληνικές νεοφυείς επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό;

Διάστημα και δορυφορικές υποδομές

Ο κόσμος εισέρχεται σε νέα εποχή γεωπολιτικού ανταγωνισμού.

Η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει σοβαρά τη συμμετοχή της σε προγράμματα δορυφορικής παρακολούθησης, τηλεπισκόπησης και επικοινωνιών, αξιοποιώντας πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και διεθνείς συνεργασίες.

Ποιο είναι το εθνικό σχέδιο για το 2035;

 

Δικαιοσύνη χωρίς κομματικές σκιές

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη αποτελεί θεμέλιο της Δημοκρατίας.

Η δημόσια συζήτηση πρέπει να επικεντρωθεί:

  • Στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης.
  • Στην ενίσχυση της εκπαίδευσης των δικαστικών λειτουργών.
  • Στη θεσμική ανεξαρτησία.
  • Στην αξιολόγηση διαδικασιών και δομών.

Δεν αρκεί να καταγγέλλουμε το πρόβλημα. Πρέπει να παρουσιάζουμε τον μηχανισμό επίλυσής του. Τι έχουν -αν έχουν- να πουν με τεκμηριωμένη άποψη τα σημερινά πολιτικά κόμματα? Λύσεις Πρακτικές, εφικτές, λαμβάνοντας υπόψη το πολύπλοκο σύστημα στο οποίο ζούμε, και όχι αποκομμένο από το γίγνεσθαι.

 

Πολιτισμός ως εργαλείο εθνικής ισχύος

Η πολιτιστική διπλωματία αποτελεί ανεκμετάλλευτο στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η Ελλάδα μπορεί να δημιουργήσει δίκτυα πολιτισμού σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, εκεί όπου η ελληνική παρουσία άφησε ιστορικά αποτυπώματα.

Ψηφιακά μουσεία, εικονικές αναπαραστάσεις, ψηφιακή αρχαιολογία, διεθνή ερευνητικά δίκτυα και σύγχρονες μορφές προβολής μπορούν να καταστήσουν τον ελληνικό πολιτισμό ισχυρό εργαλείο επιρροής.

Η ηγεσία δεν μετριέται από την ικανότητα να κυβερνά όταν όλα βαίνουν καλώς, αλλά από την ικανότητα να επιτυγχάνει όταν όλα δείχνουν να πηγαίνουν στραβά.

 

Το τέλος της πολιτικής των «ΘΑ»

Οι πολίτες έχουν κουραστεί από υποσχέσεις χωρίς χρονοδιάγραμμα.

Όποιο κόμμα επιδιώκει να κυβερνήσει, να συγκυβερνήσει ή να εκπροσωπηθεί στη Βουλή οφείλει να παρουσιάσει δημόσια:

  • Τι θα κάνει στις πρώτες 100 ημέρες.
  • Τι θα έχει ολοκληρώσει στο πρώτο εξάμηνο.
  • Τι θα έχει πετύχει σε δύο χρόνια.
  • Με ποια χρηματοδότηση.
  • Με ποια στελέχη.
  • Με ποιον τρόπο θα αξιολογείται η πρόοδος και με ποιον μηχανισμό λογοδοσίας.

 

Οι πολίτες δεν ενδιαφέρονται για το ποιος θα ικανοποιήσει τους εσωκομματικούς “μνηστήρες” της εξουσίας ούτε για αλλαγές προσώπων που παρουσιάζονται ως “αέρας ανανέωσης” χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Εκείνο που απαιτούν είναι αποδείξεις ότι κάθε κυβερνητική απόφαση υπηρετεί την ευημερία της κοινωνίας και όχι την επανεκλογή της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

Να εξηγήσουν όχι μόνο τι θέλουν να πετύχουν. Η Δημοκρατία δεν χρειάζεται επαγγελματίες της πολιτικής που γνωρίζουν μόνο τους μηχανισμούς της εξουσίας. Χρειάζεται ανθρώπους με γνώση, επάρκεια, διοικητική ικανότητα, αίσθημα ευθύνης και βαθιά επίγνωση του εθνικού συμφέροντος.

Η Ελλάδα δεν έχει έλλειψη προβλημάτων. Έχει έλλειψη πειστικών σχεδίων. Και ήρθε η ώρα τα κόμματα να ανοίξουν τα χαρτιά τους. Όχι με συνθήματα, αλλά με δεσμεύσεις. Όχι με καταγγελίες, αλλά με λύσεις. Όχι με «ΘΑ», αλλά με συγκεκριμένο τρόπο, συγκεκριμένο χρόνο και συγκεκριμένη ευθύνη.

Αρκετά με την πολιτική του θεάματος. Αρκετά με τις μετακινήσεις υπουργών που βαφτίζονται μεταρρυθμίσεις, με τις παροχές που εμφανίζονται λίγο πριν από τις κάλπες, με τους ανασχηματισμούς που υπηρετούν τη συνοχή της παράταξης και όχι την αποτελεσματικότητα του κράτους. Η χώρα δεν χρειάζεται καλύτερη επικοινωνία· χρειάζεται καλύτερη διακυβέρνηση.

Η διακυβέρνηση ενός κράτους είναι ίσως το πιο σύνθετο σύστημα ανθρώπινης οργάνωσης. Όπως η επιστήμη της πολυπλοκότητας αναζητεί τρόπους κατανόησης και πρόβλεψης δυναμικών συστημάτων, έτσι και η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναπτύσσει μηχανισμούς πρόβλεψης, προσαρμογής και διαχείρισης αβεβαιοτήτων. Η πραγματική ηγεσία δεν συνίσταται στην επίκληση των δυσκολιών αλλά στην ικανότητα μετατροπής των δυσκολιών σε ευκαιρίες προς όφελος της κοινωνίας.

Οι πολίτες δεν εκλέγουν κυβερνήσεις για να τους εξηγούν γιατί απέτυχαν. Τις εκλέγουν για να βρίσκουν λύσεις εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν αδιέξοδα. Η διαχείριση των κρίσεων δεν είναι απρόβλεπτη παρένθεση της πολιτικής· είναι η ίδια η ουσία της πολιτικής. Όποιος διεκδικεί την εξουσία οφείλει να αποδείξει εκ των προτέρων ότι διαθέτει σχέδιο όχι μόνο για τις ευνοϊκές συνθήκες αλλά και για τις δυσμενείς.

Οι κρίσεις, οι ανατροπές και οι δυσμενείς συγκυρίες δεν είναι δικαιολογία αποτυχίας· είναι το πεδίο όπου δοκιμάζονται η ποιότητα της ηγεσίας, η επάρκεια των στελεχών και η σοβαρότητα του κυβερνητικού σχεδίου.

 

 

Δεξιός ή αριστερός ή αποτελεσματικό:

Οι πολιτικοί χαρακτηρισμοί —δεξιός, αριστερός, κεντροδεξιός, κεντροαριστερός, άκρα δεξιά, “εθνικιστής” και τόσοι άλλοι— έχουν καταλήξει να λειτουργούν περισσότερο ως ετικέτες εντυπώσεων παρά ως εργαλεία ουσιαστικής πολιτικής ανάλυσης. Συχνά απομακρύνουν τη συζήτηση από το πραγματικό διακύβευμα: την ευημερία των πολιτών, τη δικαιοσύνη, τη λελογισμένη ελευθερία, την κοινωνική συνοχή και την ισορροπημένη συνύπαρξη με άλλους λαούς, σε συνδυασμό με την αναγκαία αποτρεπτική ισχύ του κράτους.

Η πολιτική δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε ταμπέλες που κατασκευάστηκαν ιστορικά και επαναλαμβάνονται μηχανικά. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι το “πώς ονομάζεται” μια πολιτική θέση, αλλά το “τι παράγει” στην πράξη: αν ενισχύει τη δικαιοσύνη, αν διασφαλίζει τη χρηστή διοίκηση, αν περιορίζει τη διαφθορά, αν εφαρμόζει τους νόμους με συνέπεια και αν υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

Η χρηστότητα στη διακυβέρνηση, το αίσθημα καθήκοντος και η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων δικαίου δεν χρειάζονται ιδεολογικές ταμπέλες για να νομιμοποιηθούν. Αντίθετα, χρειάζονται θεσμική συνέπεια, πολιτική ωριμότητα και διοικητική ικανότητα.

Σε τελική ανάλυση, το ζητούμενο δεν είναι να τοποθετηθεί κανείς σε ένα ιδεολογικό ράφι, αλλά να αποδείξει με πράξεις ότι υπηρετεί την κοινωνία με δικαιοσύνη, μέτρο και ευθύνη.

 

Κράτος εικόνας ή κράτος ισχύος;

Συχνά η δημόσια συζήτηση εκτρέπεται από την ουσία και μεταφέρεται σε δευτερεύοντα ή επιφανειακά στοιχεία, από την εικόνα και την προσωπική εμφάνιση μέχρι την προβολή πλούτου και κοινωνικής επιφάνειας. Ο θυμόσοφος λόγος του λαού, “κοίτα τη φάτσα και βγάλε συμπέρασμα”, αποτυπώνει μια βαθύτερη δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για θεσμική και πολιτική αξιολόγηση με βάση έργο και αποτελέσματα.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι η εικόνα των προσώπων, αλλά η ποιότητα της διακυβέρνησης και η συνέπεια των επιλογών. Ποιος ευθύνεται, όμως, όταν το πολιτικό σύστημα αναπαράγει αδυναμίες; Ευθύνη έχουν τόσο όσοι επιλέγονται και στη συνέχεια εντάσσονται άκριτα σε μηχανισμούς εξουσίας, όσο και οι πολίτες που, μέσα από την ψήφο τους, νομιμοποιούν ή ανέχονται παθογένειες.

Σοβαρά ζητήματα εθνικής και κρατικής στρατηγικής παραμένουν ανοιχτά: η ανάγκη συνεκτικής και ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής, η αντιμετώπιση οργανωμένου εγκλήματος και διασυνοριακών δικτύων παραβατικότητας, καθώς και η συνεπής εφαρμογή διεθνών συμφωνιών και κανόνων καλής γειτονίας στην περιοχή. Η ισχύς ενός κράτους δεν απορρέει από ρητορική έντασης, αλλά από θεσμική σοβαρότητα.

 

Ενδεικτική αποτύπωση πολιτικού σκηνικού- Απουσία ζητούμενων από την ανάλυση μας

Νέα Δημοκρατία:
Φαίνεται να παραμένει ο βασικός κυβερνητικός πόλος με ισχυρή θεσμική παρουσία, αλλά και υπό πίεση από  τη φθορά της διακυβέρνησης, τις αιτιάσεις περί θεσμικών παρεμβάσεων και την έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια σε ζητήματα καθημερινότητας, όπως η ακρίβεια και η λειτουργία του κράτους. Παράλληλα, στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής τίθεται από μέρος της κοινής γνώμης το ζήτημα της αποτελεσματικής διασφάλισης της εθνικής κυριαρχίας, χωρίς ασάφειες, χωρίς λογικές “ήρεμων νερών” που αφήνουν εκκρεμότητες, και χωρίς σενάρια συνεκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου. Σε αυτό το πλαίσιο, αναζωπυρώνεται η συζήτηση για το κατά πόσο η σημερινή προσέγγιση θυμίζει παλαιότερες περιόδους διαχείρισης κρίσεων, όπως τα γεγονότα των Ιμίων, με τη δημόσια σύγκριση να επανέρχεται στον πολιτικό λόγο, ιδίως όταν επιχειρείται αντιπαραβολή με το ΠΑΣΟΚ–ΚΙΝΑΛ. Ο λαός δεν φαίνεται να επιθυμεί στα χειραγωγούμενα ΜΜΕ άλλα σκάνδαλα, συζυγοκτονίες, αθλητικά… σε βάρος πολιτικής συζήτησης στα καίρια καθημερινά θέματα και το όραμα αν υπάρχει!

ΣΥΡΙΖΑ:
Βρίσκεται σε φάση αναζήτησης ταυτότητας και πολιτικής επανατοποθέτησης, με δυσκολίες στην επανασυσπείρωση της εκλογικής του βάσης. Παρά τη δημόσια κριτική προς την κυβέρνηση, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο διατυπώνεται ένα συνεκτικό και εφαρμόσιμο πρόγραμμα διακυβέρνησης που να απαντά στα μεγάλα ζητήματα της οικονομίας, της ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής με όρους σχεδίου και όχι μόνο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η πολιτική του διαδρομή εξακολουθεί να βαραίνεται από την εμπειρία μιας περιόδου έντονων κρίσεων και διαχειριστικών αδιεξόδων, γεγονός που για ένα τμήμα της κοινής γνώμης επηρεάζει την αξιοπιστία της σημερινής του προγραμματικής πρότασης, ανεξάρτητα από το πόσο έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες στο μεταξύ. Ο λαός δεν θέλει άλλα πειράματα!

 

ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ:
Εμφανίζεται ως δύναμη θεσμικής σταθερότητας στον χώρο της αποκαλούμενης κεντροαριστεράς, με σταδιακή ενίσχυση. Ωστόσο, και εδώ παραμένει ζητούμενο η πλήρης μετάβαση από τη δημοσκοπική άνοδο σε ένα συγκεκριμένο, κοστολογημένο και χρονικά προσδιορισμένο κυβερνητικό σχέδιο που να απαντά στις σύγχρονες προκλήσεις και όχι μόνο στη γενική πολιτική τοποθέτηση. Η κοινωνία δεν αναζητά μόνο πολιτική εκπροσώπηση, αλλά συγκεκριμένο σχέδιο διακυβέρνησης: τι αλλάζει, πότε αλλάζει και με ποιον τρόπο υλοποιείται. Ο λαός δεν ξεχνά το παρελθόν με τα μέλη που είτε παραμένουν στο αμαρτωλό κόμμα και συμμετείχαν στο φαγοπότι, είτε απορροφήθηκαν από τους όμοιους τους της ΝΔ.

Ελληνική Λύση:
Διατηρεί κάποια σταθερή απήχηση σε τμήμα του εκλογικού σώματος που αναζητά πιο έντονες τοποθετήσεις σε εθνικά και κοινωνικά ζητήματα. Ωστόσο, τίθεται από την ίδια τη δημόσια συζήτηση το ερώτημα της μετάφρασης της ρητορικής έντασης σε συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες πολιτικές προτάσεις διακυβέρνησης, δηλ. πειστικές εξηγήσεις για κάθε ζήτημα που προαναφέραμε.

ΚΚΕ:
Σταθερή πολιτική δύναμη με συνεκτική ιδεολογική ταυτότητα και διαχρονική παρουσία, εκτός κυβερνητικών συνεργασιών, με έμφαση στην κριτική του οικονομικού και θεσμικού συστήματος. Ουδέν άλλο σχόλιο.

Πλεύση Ελευθερίας:
Καταγράφει δυναμική κυρίως σε πεδία κοινωνικής διαμαρτυρίας και θεσμικής κριτικής. Και σε αυτή την περίπτωση, όπως και σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς, παραμένει ζητούμενο η μετάβαση από τη θεσμική καταγγελία σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο διακυβέρνησης με σαφείς προτεραιότητες, εργαλεία, εξειδικεύσεις, και χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.

Νίκη:
Κινείται στον χώρο των παραδοσιακών αξιακών και θρησκευτικών αναφορών, με περιορισμένη αλλά σταθερή εκλογική απήχηση, χωρίς όμως εκτενώς ανεπτυγμένο και εξειδικευμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης στα κρίσιμα πεδία πολιτικής.

Μικρότερα σχήματα:
Παραμένουν κατακερματισμένα, χωρίς σαφή και σταθερή εθνική εκλογική εδραίωση.

Αντώνης Σαμαράς – πολιτική παράμετρος

Ο Αντώνης Σαμαράς δεν αποτελεί (ακόμη) αυτόνομο κομματικό φορέα, αλλά παραμένει σημείο αναφοράς στον χώρο του πατριωτικού κινήματος. Η παρουσία του στη δημόσια συζήτηση επαναφέρει ζητήματα εθνικής στρατηγικής, γεωπολιτικής σταθερότητας αδιαπραγμάτευτα κυριαρχικά δικαιώματα, και ιδεολογική πανελλήνια συνοχή, σε μια περίοδο όπου ένα σεβαστό τμήμα της κοινωνίας αναζητά πιο καθαρές θέσεις, μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και στρατηγική κατεύθυνση στα εθνικά ζητήματα, στη δικαιοσύνη, στην οικογένεια, την ηθική.

Υπόψη η συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου προέκυψε ως αποτέλεσμα κοινοβουλευτικής ανάγκης μετά το εκλογικό αδιέξοδο του 2012 και λειτούργησε ως σχήμα διαχείρισης μιας περιόδου βαθιάς οικονομικής κρίσης και θεσμικής πίεσης. Στον πυρήνα της, χαρακτηρίστηκε από προσπάθεια δημοσιονομικής σταθεροποίησης και αποκατάστασης της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας, μέσα σε ένα περιβάλλον αυστηρών περιορισμών και εξωτερικής επιτήρησης. Η κοινωνική πίεση που τη συνόδευσε θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη, ως αποτέλεσμα των συνθηκών της βαθιάς οικονομικής κρίσης και των περιορισμένων δημοσιονομικών επιλογών της περιόδου.

*

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιο κόμμα προηγείται στις δημοσκοπήσεις. Είναι αν υπάρχει πραγματικό σχέδιο διακυβέρνησης πέρα από τις ταμπέλες, τις επικοινωνιακές εξαγγελίες και τη διαρκή επίκληση των συγκυριών.

Διότι μια χώρα δεν κυβερνιέται με όρους εικόνας, ούτε με όρους εσωκομματικών ισορροπιών. Κυβερνιέται με σχέδιο, με ευθύνη και με συνέπεια.

Και τελικά, το ερώτημα που μένει δεν είναι πολιτικό. Είναι θεσμικό και εθνικό:

ποιος έχει το θάρρος να σηκώσει το χέρι και να πει όχι τι θα ήθελε να κάνει — αλλά πώς ακριβώς θα το κάνει, πότε θα το κάνει και ποιος θα λογοδοτήσει αν δεν το κάνει;

Σε μια δημοκρατία, η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο όσους κυβερνούν, αλλά και όσους επιλέγουν. Και η ποιότητα των επιλογών καθορίζει τελικά την πορεία όλων.