Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ.
Η κυβέρνηση διαφημίζει καθημερινά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Μας μιλά για επενδυτική βαθμίδα, για αύξηση του ΑΕΠ, για επιτυχίες στις αγορές και για ένα καλύτερο μέλλον που δήθεν βρίσκεται προ των πυλών. Υπάρχει όμως ένα απλό ερώτημα που απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες: αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να αποκτήσει κανείς ένα σπίτι ή να πληρώσει το ενοίκιό του;
Η πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα έρχεται να διαλύσει το κυβερνητικό αφήγημα. Το ΔΝΤ περιγράφει μια χώρα στην οποία οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, στην οποία δύο στα πέντε νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στεγαστικές ανάγκες και στην οποία η στέγαση έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους κοινωνικούς κινδύνους.
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη κατοικιών. Αντίθετα, διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα κατοικιών στην Ευρώπη. Κι όμως, χιλιάδες νέοι άνθρωποι αδυνατούν να βρουν προσιτή στέγη.
Πώς εξηγείται αυτή η αντίφαση;
Διότι η κυβέρνηση επέτρεψε να δημιουργηθεί μια αγορά ακινήτων που λειτουργεί προς όφελος των ισχυρών και όχι των πολιτών. Το ίδιο το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι σημαντικό μέρος του στεγαστικού αποθέματος παραμένει αναξιοποίητο. Χιλιάδες ακίνητα βρίσκονται εγκλωβισμένα σε τράπεζες, servicers και άλλους φορείς, χωρίς να επιστρέφουν στην αγορά. Την ίδια στιγμή, νέες οικογένειες αναζητούν απελπισμένα κατοικία και έρχονται αντιμέτωπες με εξωπραγματικά ενοίκια.
Η κυβέρνηση επέλεξε να διασώσει τις τράπεζες. Επέλεξε να διευκολύνει τη μεταφορά δανείων στα funds. Επέλεξε να επιτρέψει τη συσσώρευση τεράστιου αριθμού ακινήτων σε λίγα χέρια. Δεν φρόντισε όμως να διασφαλίσει ότι αυτά τα ακίνητα θα επιστρέψουν στην κοινωνία και στην πραγματική οικονομία.
Το αποτέλεσμα είναι ορατό σε κάθε γειτονιά της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των μεγάλων πόλεων. Οι νέοι παραμένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 35 ή και τα 40 χρόνια. Τα νέα ζευγάρια αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας. Η υπογεννητικότητα επιδεινώνεται. Οι μισθοί δεν επαρκούν για να καλύψουν ούτε τις στοιχειώδεις στεγαστικές ανάγκες.
Ακόμη και τα μέτρα που εξαγγέλλει η κυβέρνηση κινούνται στη λάθος κατεύθυνση. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ευθέως ότι οι πολιτικές επιδότησης της ζήτησης, όταν δεν συνοδεύονται από αύξηση της προσφοράς κατοικιών, οδηγούν συχνά σε περαιτέρω αύξηση των τιμών. Με απλά λόγια, τα προγράμματα που διαφημίζονται ως βοήθεια προς τους πολίτες καταλήγουν πολλές φορές να αυξάνουν τα κέρδη όσων πωλούν ή εκμισθώνουν ακίνητα.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η χώρα διαθέτει ένα από τα πιο γερασμένα και ενεργειακά αναποτελεσματικά κτιριακά αποθέματα στην Ευρώπη. Χιλιάδες νοικοκυριά δεν πληρώνουν μόνο υψηλό ενοίκιο, αλλά και υπέρογκους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης. Η ενεργειακή φτώχεια και η στεγαστική φτώχεια πλέον συνυπάρχουν.
Η πραγματικότητα είναι ότι το στεγαστικό πρόβλημα δεν αποτελεί παρενέργεια της ανάπτυξης. Αποτελεί απόδειξη των στρεβλώσεων του σημερινού οικονομικού μοντέλου. Μια οικονομία που στηρίζεται στην κατανάλωση, στον τουρισμό, στις αγοραπωλησίες ακινήτων και στην υπερσυγκέντρωση πλούτου δεν μπορεί να προσφέρει αξιοπρεπή στέγη στους πολίτες της.
Η ΝΙΚΗ πιστεύει ότι η κατοικία δεν είναι επενδυτικό προϊόν αλλά θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο που θα επαναφέρει στην αγορά τα χιλιάδες κενά ακίνητα, θα αξιοποιήσει το απόθεμα που βρίσκεται σε τράπεζες και servicers, θα ενισχύσει τη μακροχρόνια μίσθωση, θα στηρίξει την ελληνική οικογένεια και θα δώσει πραγματικές δυνατότητες απόκτησης πρώτης κατοικίας στους νέους.
Ειδικότερα για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, προτείνουμε ένα εθνικό σχέδιο κατεδάφισης και ανακατασκευής των πολυκατοικιών της δεκαετίας του 1950 και παλαιότερων κτιρίων που σήμερα παραμένουν ενεργειακά απαξιωμένα, αντιπαραγωγικά, χωρίς παρκινγκ και αποθηκευτικούς χώρους και συχνά με σοβαρά στατικά προβλήματα και πιθανόν επικίνδυνα. Αντί η Πολιτεία να δαπανά συνεχώς χρήματα σε επιδόματα που καταλήγουν να αυξάνουν τις τιμές των ενοικίων, οφείλει να επενδύσει στη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων κατοικιών μέσω της ανανέωσης του κτιριακού αποθέματος. Με φορολογικά κίνητρα, απλοποίηση των διαδικασιών, υπέρβαση των αδιεξόδων της συνιδιοκτησίας και συμμετοχή των δήμων και του ιδιωτικού τομέα, η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει σύγχρονες πόλεις, προσιτή στέγη για τους νέους και ένα ισχυρό εργαλείο αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος.
Η έκθεση του ΔΝΤ δεν αποτελεί αντιπολιτευτικό κείμενο. Δεν γράφτηκε από κάποιο κόμμα της αντιπολίτευσης. Και ακριβώς γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη αξία. Επιβεβαιώνει ότι πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει ανάπτυξη στους αριθμούς, αλλά για ολοένα και περισσότερους Έλληνες το όνειρο της αξιοπρεπούς κατοικίας μετατρέπεται σε άπιαστο στόχο.
Μια χώρα που δεν μπορεί να στεγάσει τα παιδιά της δεν μπορεί να αισθάνεται επιτυχημένη. Και μια κυβέρνηση που αδυνατεί να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα δεν δικαιούται να πανηγυρίζει.





