Πέμπτη, 11 Ιουνίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ο πραγματογνώμονας, η αμοιβή, και το κύρος της Δικαιοσύνης

Tου Λεωνίδα Χρυσανθακόπουλου

Αφορμή για το παρόν άρθρο αποτέλεσε μια αναφορά που περιήλθε πρόσφατα σε γνώση μας, η οποία είχε κατατεθεί στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών, με κοινοποίηση στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο. Το θέμα αφορά το ρόλο, τη λειτουργία και το πως πληρώνεται ο πραγματογνώμονας στις δικαστικές υποθέσεις. Το ιδιαίτερο είναι ότι, ενώ στις ποινικές διαδικασίες οι πραγματογνώμονες πληρώνονται από δημόσιους πόρους, στις αστικές διαδικασίες καλούνται να πληρώσουν τους πραγματογνώμονες… οι αντίδικοι. Τίθεται συνεπώς με έντονο τρόπο το θέμα της εξασφάλισης της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας του πραγματογνώμονα σε σχέση με τους ιδιώτες αντίδικους που καλούνται να τον πληρώσουν.

 

Για τον λόγο αυτό, η νομοθεσία ορίζει ότι το δικαστήριο, με την έκδοση της ετυμηγορίας του, ορίζει το ύψος της αμοιβής του πραγματογνώμονα και ποιος διάδικος καλείται να την καταβάλει (συνήθως αυτός που χάνει την υπόθεση). Υπάρχει και η δυνατότητα να ζητήσει προκαταβολικά μια αμοιβή ο πραγματογνώμονας. Σε αυτή την περίπτωση πρέπει να απευθυνθεί στο δικαστήριο που εκδίδει τη σχετική εντολή.

 

Η αναφορά που ήρθε σε γνώση μας δεν αφορά την ουσία της δικαστικής διαφοράς της συγκεκριμένης υπόθεσης. Αφορά ένα διαφορετικό ζήτημα: τη δεοντολογική διάσταση της συμπεριφοράς ενός ιατρού που διορίστηκε από δικαστήριο ως πραγματογνώμονας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αναφορά, επρόκειτο για μια μακροχρόνια αστική δίκη ιατρικού περιεχομένου, η οποία εκκρεμούσε επί σειρά ετών ενώπιον του Εφετείου. Το Δικαστήριο είχε διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης και είχε ορίσει συγκεκριμένους ιατρούς ως πραγματογνώμονες, με προθεσμία εξήντα ημερών από την ορκωμοσία τους για την κατάθεση των εκθέσεών τους.

 

Ένας από τους πραγματογνώμονες καθυστέρησε, παρά τις εκκλήσεις των διαδίκων, επί δύο έτη να υποβάλει την έκθεσή του. Στο μεταξύ, η υπόθεση οδηγήθηκε σε διαδοχικές αναβολές, χωρίς να έχει κατατεθεί η αναμενόμενη πραγματογνωμοσύνη. Τελικά, η έκθεση κατατέθηκε μόλις λίγες εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης.

 

Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι ο ίδιος ο πραγματογνώμονας φέρεται να δήλωσε εγγράφως προς το Δικαστήριο ότι η καθυστέρηση δεν οφειλόταν σε επιστημονικούς ή αντικειμενικούς λόγους, αλλά αποκλειστικά στο γεγονός ότι η απαίτησή του να πληρωθεί άμεσα από τους διαδίκους δεν είχε ικανοποιηθεί. Και έτσι δεν κατέθετε την έκθεσή του, παρά το γεγονός ότι το έργο του είχε ήδη ολοκληρωθεί.

 

Η υπόθεση αυτή δεν είναι σημαντική τόσο λόγω των προσώπων που εμπλέκονται, όσο διότι θέτει ένα ερώτημα που αφορά τον ίδιο τον θεσμό της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένας πραγματογνώμονας δικαιούται αμοιβή για το έργο του. Ούτε μπορεί να αναμένεται από εξειδικευμένους επιστήμονες να προσφέρουν απεριόριστο χρόνο και εργασία χωρίς εύλογη αποζημίωση.

 

Όμως η κοινωνία δικαιούται να αναρωτηθεί αν είναι συμβατό με τον θεσμικό ρόλο του πραγματογνώμονα, και ειδικά ενός ιατρού που κατά τον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας ασκεί λειτούργημα, η μη κατάθεση μιας ήδη ολοκληρωμένης έκθεσης ως μοχλό πίεσης μιας οικονομικής απαίτησης. Και ακόμη περισσότερο, αν μια τέτοια πρακτική είναι συμβατή με την ανάγκη που έχουν οι διάδικοι να διαθέσουν επαρκή χρόνο, ώστε να μελετήσουν και να τοποθετηθούν πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης.

 

Η εν λόγω αναφορά υπενθυμίζει ότι ο δικαστικός πραγματογνώμονας δεν είναι ένας ιδιώτης σύμβουλος. Διορίζεται από το δικαστήριο, ορκίζεται ενώπιόν του και αναλαμβάνει να συμβάλει στην αναζήτηση της αλήθειας ως «βοηθός του Δικαστηρίου». Για το λόγο αυτό, η ανεξαρτησία του, η αμεροληψία του και η θεσμική του συμπεριφορά έχουν ιδιαίτερη σημασία.

 

Αν γίνει αποδεκτό ότι η εκτέλεση ενός τέτοιου καθήκοντος μπορεί να εξαρτάται από οικονομικές απαιτήσεις ή εκκρεμότητες μεταξύ πραγματογνώμονα και διαδίκων, τότε τίθεται ένα γενικότερο θέμα, πέρα από την συγκεκριμένη υπόθεση. Επηρεάζεται δυσμενώς η εικόνα που σχηματίζει ο πολίτης για τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης.

 

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή αφορά ιατρό. Η κοινωνία δεν αποδίδει στους ιατρούς μόνο επιστημονική επάρκεια. Αναμένει από αυτούς να υπηρετούν ένα λειτούργημα. Όταν ένας ιατρός καλείται να λειτουργήσει ως πραγματογνώμονας, δεν παύει να εκπροσωπεί το κύρος και τις αξίες του ιατρικού σώματος.

 

Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο αποκτά ιδιαίτερη σημασία το θέμα να τεθεί ενώπιον του Ιατρικού Συλλόγου. Η αναφορά που κατατέθηκε δεν ζητεί να κριθεί η επιστημονική ορθότητα της πραγματογνωμοσύνης. Ζητεί να εξεταστεί αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά συνάδει με τις αρχές της ιατρικής δεοντολογίας, με τον λειτουργηματικό χαρακτήρα της ιατρικής και με τον θεσμικό ρόλο του ιατρού πραγματογνώμονα.

 

Ασφαλώς, η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και η διαμόρφωση κρίσης ανήκουν αποκλειστικά στα αρμόδια όργανα του Ιατρικού Συλλόγου. Κανείς δεν πρέπει να προδικάζει το αποτέλεσμά της. Ωστόσο, η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ζητήματα που υπερβαίνουν κατά πολύ μια ιδιωτική δικαστική αντιπαράθεση και αγγίζουν την αξιοπιστία ενός θεσμού που βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της Ιατρικής και της Δικαιοσύνης. Το γεγονός αυτό έχει κρίσιμη σημασία σε μια εποχή όπου η διάφανη και αμερόληπτη Δικαιοσύνη αποτελεί κύριο αίτημα όλης της κοινωνίας μας.

 

Για το λόγο αυτό, η αντίδραση του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όχι μόνο από τους άμεσα εμπλεκομένους, αλλά και από κάθε πολίτη που θεωρεί ότι η εμπιστοσύνη στους θεσμούς οικοδομείται πάνω στη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την πιστή τήρηση των κανόνων που οι ίδιοι οι θεσμοί έχουν θεσπίσει.