Του Σάββα Παυλίδη
Το Μαξίμου επέλεξε, για ακόμη μία φορά, τη γνώριμη μέθοδο των «νυχτερινών τροπολογιών». Μόνο που αυτή τη φορά δεν προκάλεσε απλώς αντιδράσεις στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Προκάλεσε την ευθεία παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και προσωπικά της Λάουρα Κοβέσι, η οποία με επιστολή της προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη εξέφρασε έντονη ανησυχία και ξεκάθαρη δυσαρέσκεια για τη ρύθμιση που επιχειρείται να περάσει εσπευσμένα από τη Βουλή.
Και δεν πρόκειται για κάποια τυπική ευρωπαϊκή «παρατήρηση». Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ουσιαστικά φωτογραφίζει μια απόπειρα περιορισμού ή παραγκωνισμού των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων από υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα. Δηλαδή ακριβώς από τις υποθέσεις εκείνες όπου η ανάγκη ανεξάρτητης έρευνας είναι μεγαλύτερη από ποτέ.
Η τροπολογία προβλέπει ότι για κακουργήματα που αφορούν βουλευτές, η ανάκριση θα διεξάγεται υποχρεωτικά από ειδικό εφέτη ανακριτή, «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης». Η φράση αυτή από μόνη της αρκεί για να χτυπήσει θεσμικά καμπανάκια. Διότι όταν μια κυβέρνηση αρχίζει να νομοθετεί «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης», συνήθως δεν το κάνει για να ενισχύσει τη διαφάνεια.
Η Λάουρα Κοβέσι και οι άνθρωποι της EPPO δεν άφησαν περιθώρια παρερμηνείας. Θεωρούν ότι η ρύθμιση είναι ασύμβατη με το ευρωπαϊκό δίκαιο και με το ίδιο το πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς επιχειρεί να αφαιρέσει κρίσιμες ανακριτικές αρμοδιότητες από τους Ευρωπαίους εισαγγελείς. Και εδώ αρχίζει το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση: όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εκφράζει τέτοια δυσπιστία απέναντι σε νομοθετική πρωτοβουλία κράτους-μέλους, το ζήτημα παύει να είναι «εσωτερική υπόθεση».
Το πιο αποκαλυπτικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο το περιεχόμενο της τροπολογίας. Είναι ο τρόπος. Κατατέθηκε αργά το βράδυ, λίγες ώρες πριν από την ψήφισή της, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση, χωρίς χρόνο για σοβαρή νομική και πολιτική αξιολόγηση, χωρίς δημόσιο διάλογο.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η τροπολογία εισάγει και ασφυκτικά χρονικά όρια στην κύρια ανάκριση. Δηλαδή, σε σύνθετες οικονομικές ή πολιτικές υποθέσεις, με διασυνοριακές διαστάσεις και τεράστιο όγκο στοιχείων, η Δικαιοσύνη καλείται να λειτουργήσει με όρους fast track. Η κυβέρνηση το παρουσιάζει ως «επιτάχυνση». Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, όμως, βλέπει σοβαρό κίνδυνο υπονόμευσης της ουσιαστικής διερεύνησης.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της πολιτικής κριτικής. Διότι κανείς δεν διαφωνεί ότι η ελληνική Δικαιοσύνη χρειάζεται ταχύτερες διαδικασίες. Το ερώτημα είναι γιατί η πρεμούρα για επιτάχυνση εμφανίζεται κυρίως όταν στο κάδρο βρίσκονται πολιτικά πρόσωπα. Γιατί η κυβέρνηση δείχνει τόσο αποφασισμένη να αλλάξει διαδικασίες ακριβώς σε υποθέσεις που θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολιτικό κόστος; Και γιατί επιλέγει να το κάνει με τρόπο που φέρνει απέναντί της την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;





