Κι αν σας μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι απλά επειδή η αλήθεια είναι πικρή. Δεν καταπίνεται ολάκερη και μονομιάς. Θέλει να κατακάτσει ο κουρνιαχτός, να σωπάσουν οι καλοθελητάδες, να ξεθυμάνει η λάσπη, για να φανεί καθαρά το πρόσωπο του ανθρώπου.
Έτσι έγινε και τότε.
Μέσα στον ορυμαγδό από σενάρια, συμφέροντα και συκοφαντίες, φάνηκε σιγά σιγά ο Γιάννης Λιάπης. Παιδί αγροτικής φαμίλιας, μεγαλωμένος μέσα στη γη, στον μόχθο και στην απλότητα. Άνθρωπος λιτός, απέριττος, ξένος προς τη ματαιοδοξία του πλούτου. Ένας παπάς που, όταν τον πλήγωσαν, δεν γύρεψε εκδίκηση. Γύρεψε μόνο δικαίωση και μια ανθρώπινη κουβέντα:
«Αδερφέ μας, κάμαμε λάθος. Συγχώρα μας».
Δεν την άκουσε ποτέ.
Κι όμως, δεν έκανε το τραύμα του όπλο. Δεν σήκωσε λάβαρα. Δεν έσυρε κανέναν στο ικρίωμα, αν και μπορούσε. «Είμαι παπάς», έλεγε. «Δεν κάμει».
Και συνέχισε.
Συνέχισε στη Βοιωτία το έργο της φροντίδας, της μνήμης και της προσφοράς. Ανέστησε βυζαντινά μνημεία, στέριωσε ιδρύματα, ξενώνες, δομές για ανήμπορους, χρονίως πάσχοντες και λησμονημένους ανθρώπους. Με σκονισμένα ράσα και με έναν παλιό άσπρο σκαραβαίο, τριγυρνούσε ακούραστος από τόπο σε τόπο.
Δεν γεννήθηκε για να ξεχωρίσει από τους ανθρώπους.
Γεννήθηκε για να σταθεί ανάμεσά τους.
Με χαμηλωμένα βλέφαρα.
Με χέρια ανοιχτά.
Χέρια που πάντα συγκλίνουν προς την καρδιά.
Κι όταν κατακάθισε τότε ο κουρνιαχτός, ακούστηκε σιγανά η φωνή του πίσω από μια ροζιασμένη ξύλινη πόρτα:
«Περάστε».
Έτσι απλά γίνανε τότε όλα.
Σαν παραμύθι.
Και πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια.
Δεκαοχτώ χρόνια στο τιμόνι της Ελλαδικής Εκκλησίας. Σαράντα πέντε χρόνια αρχιεροσύνης. Κι όμως, μηδέ ένα εκατοστό απόκλισης. Τα ίδια χαμηλωμένα βλέφαρα. Τα ίδια ανοιχτά χέρια. Η ίδια εσωτερική λιτότητα. Η ίδια κουβέντα:
«Όποιος βάζει το χέρι του στο αλέτρι, κινάει μπροστά και δεν τηράει πίσω».
Συγχώρεσε όσους τον συκοφάντησαν. Όσους τον πλήγωσαν. Όσους θέλησαν να τον μικρύνουν. Και σήμερα λέει με παρρησία πως θέλει να ζήσει, πως μπορεί να ζήσει και χωρίς να είναι Αρχιεπίσκοπος. Γιατί πέρασαν πολλά χρόνια και το τέλος, όπως λέει, έρχεται για όλους.
Δυο είναι οι έγνοιες του: να αφήσει μια Εκκλησία με λιγότερα προβλήματα, με Αρχιερείς που αγαπούν την Πατρίδα, και να λυθεί, όσο γίνεται, το παλιό αγκάθι της εκκλησιαστικής περιουσίας. Γιατί ο διχασμός Εκκλησίας και Πολιτείας είναι επικίνδυνο πράγμα.
Θα μπορούσε να σηκώσει θύελλες. Να κατεβάσει λαό στους δρόμους. Να διεκδικήσει με φωνές. Αντ’ αυτού, προτίμησε την πειθώ, την ευγένεια του λόγου, τα επιχειρήματα, τα ντοκουμέντα. Προτίμησε να μη διχάσει.
Και στα χρόνια της μεγάλης κρίσης, όταν η πείνα και η ανάγκη χτύπησαν χιλιάδες πόρτες, δεν ρώτησε φυλή, χρώμα, καταγωγή ή ιδεολογία. Άνοιξε συσσίτια, στήριξε δομές, έδωσε τροφή, στέγη, χάδι και παρουσία σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη να νιώσουν πως κάποιος ακόμη τους λογαριάζει.
Δεν μίλησε πολύ γι’ αυτό.
Το έκανε.
Κι όταν τον ρωτούν για τον διάδοχό του, δεν κατονομάζει κανέναν.
«Μόνο ο Θεός ξέρει», λέει. «Το πρόσωπο δεν με ενδιαφέρει. Αρκεί ο διάδοχός μου να αγαπά τον άνθρωπο, να φροντίζει τον πλέον αδύναμο, να έχει μέσα του βαθιά καλοσύνη».
Με αυτά τα λιτά λόγια, ο γέροντας Ιερώνυμος φόρεσε τον καλογερικό σκούφο του και κίνησε σιγά σιγά για τα πατρογονικά του. Για την αγαπημένη του αετοφωλιά στη Ζάλτσα, δυο δρασκελιές δρόμο από τον καταγάλανο, μα και ανταριασμένο, Κορινθιακό.
Τα χέρια του πάλι ανοιχτά.
Τα βλέφαρα χαμηλωμένα.
Η καρδιά στο ίδιο σημείο.
Έτσι απλά.
Δεκαοχτώ χρόνια αργότερα.
Σαν παραμύθι.
Τάσος Βούτσας
Ορχομενός, Μάιος 2026





