Του Κώστα Παππά
Η εικόνα εσωτερικής αναταραχής που αναδύεται στη Νέα Δημοκρατία δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από τις τυπικές διαβεβαιώσεις περί «ενότητας». Αντιθέτως, τα περιστατικά των τελευταίων ημερών αποκαλύπτουν ένα βαθύτερο, δομικό πρόβλημα στις σχέσεις μεταξύ της κοινοβουλευτικής ομάδας και του λεγόμενου «επιτελικού κράτους» του Μεγάρου Μαξίμου.
Η έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στον υφυπουργό Μεταφορών Νίκος Ταχιάος και τον βουλευτή Θεσπρωτίας Βασίλης Γιόγιακας στη Βουλή δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Ήταν η συμπύκνωση μιας συσσωρευμένης δυσφορίας. Αφορμή στάθηκε η χρηματοδότηση του οδικού άξονα Ηγουμενίτσα–Σαγιάδα–Μαυρομάτι, όμως η ουσία της σύγκρουσης ξεπερνά κατά πολύ ένα περιφερειακό έργο.
Ο κ. Ταχιάος, με μια σχεδόν τεχνοκρατική ψυχρότητα, υπενθύμισε τα «όρια» των χρηματοδοτικών εργαλείων, απορρίπτοντας εμμέσως την πίεση για εξυπηρέτηση τοπικών αιτημάτων. Από την άλλη, ο κ. Γιόγιακας εξέφρασε την αγωνία –και την ενόχληση– ενός εκλεγμένου βουλευτή που βλέπει να περιορίζεται ο ρόλος του σε έναν απλό διαμεσολαβητή χωρίς ουσιαστική επιρροή. Η φράση «ούτε ερωτήσεις να μη κάνουμε;» δεν ήταν ρητορική υπερβολή· ήταν κραυγή πολιτικής ασφυξίας.
Το επεισόδιο αυτό ήρθε να προστεθεί σε ένα ήδη φορτισμένο κλίμα. Στο προσυνέδριο του κόμματος στο Ναύπλιο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε μια εμφανή προσπάθεια εκτόνωσης. Με δηλώσεις περί «αναβάθμισης του ρόλου των βουλευτών» και διαχωρισμού εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, επιχείρησε να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Ωστόσο, το ίδιο το γεγονός ότι απαιτήθηκε μια τέτοια παρέμβαση αποδεικνύει το βάθος του προβλήματος.
Η έννοια του «επιτελικού κράτους», που αποτέλεσε κεντρικό αφήγημα της κυβέρνησης, φαίνεται πλέον να λειτουργεί ως σημείο τριβής. Ο βουλευτής Πιερίας Φώντας Μπαραλιάκος δεν δίστασε να αφήσει αιχμές, ζητώντας μεγαλύτερη συμμετοχή των βουλευτών στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η φράση «να μην αποφασίζουν για εμάς χωρίς εμάς» αποτυπώνει μια διάχυτη αίσθηση παραγκωνισμού.Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η έμμεση κριτική προς τον υπουργό Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, ο οποίος θεωρείται βασικός εκφραστής του επιτελικού μοντέλου. Η αναφορά στον «μπλε φάκελο» –το προκαθορισμένο σχέδιο δράσης κάθε υπουργού– ενισχύει την εικόνα ενός συστήματος αυστηρά ελεγχόμενου από το κέντρο, όπου οι πολιτικές πρωτοβουλίες δεν γεννιούνται στη βάση, αλλά επιβάλλονται από πάνω.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο θεσμικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Οι βουλευτές, ιδίως της περιφέρειας, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις πιέσεις των τοπικών κοινωνιών χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία για να ανταποκριθούν. Όταν οι υποσχέσεις δεν μπορούν να υλοποιηθούν και οι αποφάσεις λαμβάνονται αλλού, η φθορά μετακυλίεται σε αυτούς.Παράλληλα, υποθέσεις όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ εντείνουν την εσωτερική αμηχανία. Η παραδοχή ότι το «επιτελικό κράτος» όφειλε να έχει προβλέψει και αποτρέψει τέτοιες κρίσεις υπονομεύει το ίδιο το αφήγημα της αποτελεσματικότητας που το συνοδεύει.
Η κυβέρνηση μπορεί να επιμένει ότι δεν υπάρχουν «φέουδα» και «τιμάρια», όμως η πραγματικότητα δείχνει μια διαφορετική εικόνα: ένα κόμμα δύο ταχυτήτων, όπου οι αποφάσεις συγκεντρώνονται σε έναν στενό πυρήνα, αφήνοντας την κοινοβουλευτική ομάδα σε ρόλο παρατηρητή. Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχει πρόβλημα, αλλά πόσο βαθύ είναι και αν μπορεί να αντιμετωπιστεί πριν μετατραπεί σε ανοιχτή πολιτική κρίση απρόβλεπτες συνέπειες για την κυβερνητική πλειοψηφία και το μέλλον της





