Του Κώστα Παππά
Οι εξελίξεις στην υπόθεση των υποκλοπών εισέρχονται σε μια νέα, κρίσιμη φάση. Μετά από πολύμηνες πολιτικές αντιπαραθέσεις και παρασκηνιακές διεργασίες, συγκεντρώθηκαν οι απαιτούμενες υπογραφές για την κλήση στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των δύο προσώπων που βρίσκονται στο επίκεντρο του σκανδάλου του Predator και των παρακολουθήσεων, του πρώην γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού Γρηγόρη Δημητριάδη και του επιχειρηματία Ταλ Ντίλιαν.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν δεδομένη. Χρειάστηκαν έντονες διεργασίες και πολιτικές ζυμώσεις προκειμένου τα κόμματα της αντιπολίτευσης να εξασφαλίσουν τις δέκα υπογραφές που απαιτεί ο Κανονισμός της Βουλής για την ενεργοποίηση της διαδικασίας. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η μεταστροφή της Νίκης, η οποία με δεύτερη, αναλυτική επιστολή της ζήτησε τελικά και την κλήση του Γρηγόρη Δημητριάδη, αίροντας τα εμπόδια που μέχρι τότε καθιστούσαν αδύνατη τη συγκέντρωση της απαιτούμενης κοινοβουλευτικής δύναμης.
Στην επιστολή της, η Νίκη υποστήριξε ότι ο Δημητριάδης δεν καλείται ως ιδιώτης, αλλά εξαιτίας της θεσμικής ιδιότητας που κατείχε κατά την κρίσιμη περίοδο των αποκαλύψεων. Ως γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού βρισκόταν στον πυρήνα του κυβερνητικού μηχανισμού και της ενημέρωσης του Μεγάρου Μαξίμου, γεγονός που, σύμφωνα με το σκεπτικό της, καθιστά επιβεβλημένη την παρουσία του ενώπιον της Επιτροπής.
Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στις κινήσεις της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η Νέα Δημοκρατία καλείται να απαντήσει αν θα επιτρέψει την κλήση των δύο προσώπων ή αν θα επιχειρήσει να μπλοκάρει τη διαδικασία μέσω ερμηνειών του Κανονισμού της Βουλής. Πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζονται νομικά και θεσμικά επιχειρήματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν την άποψη ότι τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν διαθέτουν σήμερα δημόσια ή θεσμική ιδιότητα και άρα δεν υποχρεούνται να εμφανιστούν.
Η συζήτηση αναμένεται να διεξαχθεί μετά τις 20 Ιουνίου, σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτική συγκυρία. Μάλιστα, η χρονική σύμπτωση αποκτά ξεχωριστό συμβολισμό, καθώς την ίδια περίοδο θα συνεδριάζει και η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, όπου η κυβέρνηση ζητά ευρύτερες συναινέσεις για σημαντικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Το διακύβευμα, ωστόσο, υπερβαίνει τα πρόσωπα. Η απόφαση που θα ληφθεί θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Σε μια υπόθεση που τέσσερα χρόνια μετά εξακολουθεί να γεννά περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά, η Βουλή βρίσκεται πλέον ενώπιον μιας επιλογής με βαρύ πολιτικό και θεσμικό αποτύπωμα: έλεγχος ή συγκάλυψη.





