Του Σάββα Παυλίδη
Ως μια γενναία και στοχευμένη παρέμβαση στήριξης της κοινωνίας επιχειρεί να παρουσιαστεί το νέο πακέτο μέτρων που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με αφορμή τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το υπερπλεόνασμα. Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα των εξαγγελιών, η πραγματικότητα δείχνει πολύ πιο σύνθετη, και σαφώς λιγότερο εντυπωσιακή για τους πολίτες που βιώνουν καθημερινά την πίεση της ακρίβειας.
Τα 500 εκατ. ευρώ του νέου πακέτου —και συνολικά τα 800 εκατ. μαζί με τις προηγούμενες παρεμβάσεις— δημιουργούν εκ πρώτης όψεως την εικόνα μιας κυβέρνησης που «επιστρέφει» την ανάπτυξη στην κοινωνία. Όταν, όμως, αυτά τα ποσά επιμεριστούν στους εκατομμύρια δικαιούχους, η ενίσχυση που φτάνει στην τσέπη του μέσου πολίτη είναι περιορισμένη. Πρόκειται για μικρές, αποσπασματικές ενισχύσεις, συχνά προσωρινού χαρακτήρα, που δύσκολα μπορούν να αντισταθμίσουν τη συνεχιζόμενη αύξηση του κόστους ζωής. Για πολλούς, δεν είναι τίποτε περισσότερο από «ψίχουλα» σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες.
Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο το ύψος των παροχών, αλλά και την προέλευσή τους. Το υπερπλεόνασμα που επικαλείται η κυβέρνηση δεν προκύπτει σε ένα κοινωνικό κενό. Είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής που τα τελευταία χρόνια βασίστηκε σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση —ιδίως μέσω έμμεσων φόρων— και σε περιορισμό δημόσιων δαπανών. Με άλλα λόγια, τα χρήματα που σήμερα επιστρέφονται εν μέρει στους πολίτες είναι σε σημαντικό βαθμό προϊόν της ίδιας της πίεσης που έχει ασκηθεί στα εισοδήματά τους. Αυτό δημιουργεί μια εύλογη αίσθηση ότι η κυβέρνηση «μοιράζει» ένα μικρό μέρος από όσα προηγουμένως έχει αφαιρέσει.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή των δικαιούχων και η διάχυση των μέτρων σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών ομάδων δεν είναι πολιτικά ουδέτερη. Συνταξιούχοι, ενοικιαστές, οικογένειες με παιδιά, αγρότες, μικροοφειλέτες — σχεδόν κάθε κοινωνική κατηγορία περιλαμβάνεται στο πακέτο. Αυτό μπορεί να παρουσιαστεί ως ένδειξη κοινωνικής ευαισθησίας, αλλά μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια προσπάθεια μεγιστοποίησης του πολιτικού αποτυπώματος. Όσο περισσότερες ομάδες αγγίζονται, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα να δημιουργηθεί ένα θετικό κλίμα, έστω και πρόσκαιρα.
Δεν μπορεί, επίσης, να αγνοηθεί η χρονική συγκυρία. Οι ανακοινώσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση, τόσο λόγω της ακρίβειας όσο και λόγω υποθέσεων που έχουν πλήξει την εικόνα της. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, για παράδειγμα, έχει δημιουργήσει πολιτικές σκιές και έχει επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για αλλαγή ατζέντας είναι εμφανής.
Το πακέτο στήριξης λειτουργεί, έτσι, και ως ένα επικοινωνιακό εργαλείο. Μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από τα δύσκολα πολιτικά ζητήματα στην οικονομική ενίσχυση, δημιουργώντας ένα αφήγημα «θετικών παρεμβάσεων».
Παράλληλα, δεν είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς και έναν προεκλογικό ορίζοντα πίσω από αυτές τις επιλογές. Η επίκληση της δημοσιονομικής σταθερότητας, η ανάδειξη της «καλής πορείας της οικονομίας» και η υπόσχεση ότι τα οφέλη θα επιστρέφουν σταδιακά στους πολίτες συνθέτουν ένα γνώριμο αφήγημα. Ένα αφήγημα που στοχεύει στη διατήρηση της πολιτικής κυριαρχίας και, ενδεχομένως, στην επίτευξη εκλογικών στόχων με φόντο τις επικείμενες κάλπες.
Ωστόσο, η καθημερινότητα των πολιτών δεν αλλάζει εύκολα με τέτοιου τύπου παρεμβάσεις. Το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, τα ενοίκια πιέζουν ασφυκτικά, οι βασικές ανάγκες απορροφούν όλο και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος. Οι έκτακτες ενισχύσεις, όσο χρήσιμες κι αν είναι βραχυπρόθεσμα, δεν αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες της οικονομικής πίεσης.
Έτσι, ενισχύεται η αίσθηση ότι πρόκειται περισσότερο για μια πολιτική «ανακούφισης» με επικοινωνιακά χαρακτηριστικά, παρά για μια συνεκτική στρατηγική αντιμετώπισης της κρίσης. Μια πολιτική που επιχειρεί να κερδίσει χρόνο, να περιορίσει τη φθορά και να διαμορφώσει ένα πιο ευνοϊκό κλίμα στην κοινή γνώμη.
Στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι αν τα μέτρα έχουν κάποια θετική επίδραση — προφανώς και έχουν. Το ζήτημα είναι αν ανταποκρίνονται στο μέγεθος των προκλήσεων και αν εντάσσονται σε ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο στήριξης της κοινωνίας. Και εδώ οι απαντήσεις παραμένουν ανοιχτές.





