Δευτέρα, 9 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ελλάδα….. στο λυκόφως της ιστορίας;

Δημήτριος Καμπισιούλης-Υποστράτηγος ε.α.

Υπερπολύτεκνος – συγγραφέας

Σύμβουλος δημογραφικής πολιτικής προέδρου ΝΙΚΗΣ

 

 

Το δημογραφικό πρόβλημα αποτελεί σήμερα το κρισιμότερο ζήτημα που αντιμετωπίζει η χώρα. Η σοβαρότητα της κατάστασης είναι τέτοια που η καταστροφή που συντελείται θεωρείται πολύ μεγαλύτερη από όλες τις εθνικές τραγωδίες μαζί. Ούτε το Κυπριακό, ούτε ο εμφύλιος, ούτε καν οι παγκόσμιοι πόλεμοι και η Μικρασιατική Καταστροφή μπορούν να συγκριθούν με τη σημερινή πληθυσμιακή κατάρρευση, καθώς καμία από αυτές τις ιστορικές πληγές δεν απείλησε τον πλήρη βιολογικό και εθνικό αφανισμό του Ελληνισμού. Το γεγονός αυτό καθιστά επιτακτική την ανάγκη να μην εξετάζεται πλέον καμία άλλη λειτουργία του κράτους χωρίς συνεχή αναφορά στα δημογραφικά δεδομένα και τις συνέπειές τους.

Παρά τη δραματικότητα της κατάστασης, το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο, αλλά μια πληγή που αιμορραγεί εδώ και εβδομήντα χρόνια. Η απαρχή του εντοπίζεται τουλάχιστον μισό αιώνα πριν, στην περίοδο 1955-1970, όταν η μαζική αστυφιλία και το μεγάλο κύμα μετανάστευσης άρχισαν να αποσαθρώνουν την παραδοσιακή δομή της υπαίθρου και της ελληνικής οικογένειας. Ο νέος τρόπος ζωής στα αστικά κέντρα, ο εγκλεισμός στα διαμερίσματα, η έξοδος της γυναίκας στην εργασία χωρίς επαρκή υποστήριξη και η σταδιακή μεταβολή των κοινωνικών προτύπων οδήγησαν στην εμφάνιση της ολιγότεκνης οικογένειας. Ωστόσο, παρά τις έγκαιρες προειδοποιήσεις ορισμένων διορατικών ατόμων, η πολιτεία επέδειξε εγκληματική αδιαφορία, με αποτέλεσμα η όποια προσπάθεια ανάκαμψης να ξεκινά σήμερα από μια εξαιρετικά δυσμενή θέση.

Η δεκαετία του 1980 αποδείχθηκε ο καταλύτης της πτώσης. Το 1981 ήταν η τελευταία χρονιά που ο δείκτης γονιμότητας βρισκόταν στο 2,1, το απαραίτητο δηλαδή όριο για την αναπλήρωση του πληθυσμού. Έκτοτε, η κοινωνία διολίσθησε σε μια ηθική και αξιακή μετατόπιση όπου η καλοπέραση προτάχθηκε της τεκνογονίας. Ο θεσμός της οικογένειας δέχθηκε σοβαρά πλήγματα από νομοθετήματα όπως η νομιμοποίηση των αμβλώσεων και ο πολιτικός γάμος. Μέχρι το 1989, ο δείκτης είχε ήδη κατρακυλήσει στο 1,3, επίπεδο από το οποίο η χώρα δεν ανέκαμψε ποτέ ουσιαστικά. Τη δεκαετία του ’90 το κράτος παρέμεινε αδρανές, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το διακομματικό πόρισμα της Βουλής του 1993, το οποίο, αν και προειδοποιούσε για τα επερχόμενα, δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

 

Το έτος 2000 αποτέλεσε ένα ακόμη τραγικό ορόσημο, καθώς για πρώτη φορά στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας οι θάνατοι ξεπέρασαν τις γεννήσεις. Ακολούθησε μια μικρή «ανάσα» την περίοδο 2004-2010, όταν με ορισμένα θετικά μέτρα οι γεννήσεις αυξήθηκαν ελαφρώς και ο πληθυσμός ανήλθε στα 11 εκατομμύρια, όμως η γήρανση ήταν ήδη βαθιά και μη αναστρέψιμη. Η οικονομική κρίση και τα μνημόνια που ακολούθησαν έδωσαν το τελειωτικό χτύπημα, καθώς ο λαός πρόταξε πλέον την επιβίωση, ενώ τα λιγοστά ευεργετικά μέτρα υπέρ της τεκνογονίας καταργήθηκαν βίαια. Από το 2010 έως σήμερα, οι διαδοχικές κυβερνήσεις όχι μόνο απέτυχαν να δράσουν, αλλά με την αδιαφορία τους επιδείνωσαν το πρόβλημα.

Σήμερα, τα στοιχεία περιγράφουν μια εξελισσόμενη τραγωδία. Το ελληνικό έθνος γερνάει επικίνδυνα, με τη διάμεση ηλικία να έχει ήδη ξεπεράσει τα 47 έτη. Ο πληθυσμός έχει πέσει κάτω από τα 10 εκατομμύρια, επιστρέφοντας στα επίπεδα του 1985, με τη χαοτική διαφορά ότι τότε η διάμεση ηλικία ήταν μόλις 35 έτη και ο πληθυσμός ήταν ομοιογενής. Το 2025 οι γεννήσεις κατέρρευσαν στις 66.322, σπάζοντας κάθε αρνητικό ρεκόρ. Αν απομονώσουμε τις γεννήσεις Ελλήνων το γένος, οι οποίες ανέρχονται σε περίπου 50.000 ετησίως, οι προβλέψεις είναι εφιαλτικές. Εκτιμάται ότι το 2055 οι γεννήσεις Ελλήνων θα έχουν περιοριστεί στις 20.000 ετησίως, οδηγώντας σε μια κοινωνία όπου η διάμεση ηλικία θα ξεπερνά τα 60 έτη – ένα φαινόμενο πρωτοφανές στην παγκόσμια ιστορία. Αυτή η ερημοποίηση τροφοδοτείται από το λεγόμενο φαινόμενο Allee Effect, όπου η κοινωνική ψυχολογία της γονιμότητας καταρρέει όταν ο πληθυσμός συρρικνώνεται πέρα από ένα κρίσιμο σημείο.

Παρά την ορατή καταστροφή, το κράτος φαίνεται να επιδιώκει τη διατήρηση του ζητήματος στην αφάνεια. Υπάρχει μια προκλητική αδιαφορία, παρά τη ρητή συνταγματική επιταγή του άρθρου 21 για την προστασία της πολύτεκνης οικογένειας και την άσκηση δημογραφικής πολιτικής. Είναι απορίας άξιον πώς η πολιτεία θεωρεί ότι τηρεί το Σύνταγμα, όταν οι πολύτεκνοι και τρίτεκνοι τείνουν προς εξαφάνιση. Ακόμα και η ίδρυση του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας το 2023 δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα, καθώς αναλώνεται σε δευτερεύοντα ζητήματα κοινωνικής ατζέντας. Το δε Εθνικό Σχέδιο Δράσης για το Δημογραφικό (ΕΣΔΔ) κρίνεται αναποτελεσματικό, καθώς στερείται σοβαρών κινήτρων τεκνογονίας, στερείται στοχοθεσίας και έχει έναν περιορισμένο χρονικό ορίζοντα έως το 2035, εντελώς ανεπαρκή για τις ανάγκες της δημογραφίας.

Η οικονομική πίεση προς τις οικογένειες παραμένει αβάσταχτη. Το κράτος συνεχίζει να χρησιμοποιεί άδικα εισοδηματικά κριτήρια που αποκλείουν από κάθε υποστήριξη τις οικογένειες της μεσαίας τάξης, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα αγνοείται επιδεικτικά. Επιπλέον, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η πολιτεία επιλέγει τη λύση της «αντικατάστασης πληθυσμού» μέσω της μετανάστευσης, αντί να επενδύσει στη στήριξη των γεννήσεων από τον γηγενή πληθυσμό, μια επιλογή που απειλεί την εθνική ταυτότητα.

Αυτή η κατάσταση επιδεινώνεται από μια ιδιόμορφη δυσλειτουργία της δημοκρατίας. Καθώς η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ανήκει πλέον στη μέση και τρίτη ηλικία, το πολιτικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από το μέλλον του τόπου στην προσωπική ασφάλεια και τις συντάξεις. Οι πολιτικοί προσφέρουν «ψίχουλα» στους ηλικιωμένους για να εξασφαλίσουν την ψήφο τους, μετατρέποντας τη δημοκρατική διαδικασία σε εμπόδιο για τη λύση του προβλήματος. Την ίδια στιγμή, η φυγή μισού εκατομμυρίου νέων επιστημόνων στο εξωτερικό στερεί από τη χώρα το πιο δυναμικό της κομμάτι.

Οι συνέπειες της συρρίκνωσης είναι καθολικές. Επηρεάζουν το ασφαλιστικό σύστημα, την παιδεία με το κλείσιμο σχολείων και την υγεία με τις εκτοξευόμενες δαπάνες για τη γήρανση. Ωστόσο, ο πλέον κρίσιμος αντίκτυπος αφορά την εθνική άμυνα. Η δραματική μείωση του έμψυχου δυναμικού αποδυναμώνει άμεσα την αποτρεπτική ισχύ της χώρας και θέτει σε κίνδυνο την εθνική κυριαρχία σε μια περιοχή γεωπολιτικής αστάθειας. Η δημογραφική ερημοποίηση είναι μια ανοιχτή πληγή στην ίδια την υπόσταση του κράτους.

Η αντιμετώπιση αυτής της απειλής αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε πατριώτη πολιτικό και πολίτη. Η λύση δεν μπορεί να βασιστεί σε αποσπασματικά μέτρα, αλλά απαιτεί ένα «δημογραφικό σοκ». Απαιτούνται «ρωμαλέα» μέτρα που θα δίνουν πραγματικά κίνητρα για τεκνογονία και θα εστιάζουν στα παιδιά και όχι στην επιδοματική πολιτική φτώχειας.

Η νέα «Μεγάλη Ιδέα» για το έθνος πρέπει να στηριχθεί σε δύο αλληλένδετους πυλώνες: τη δημογραφική ανάκαμψη και την αποκέντρωση μέσω της αναζωογόνησης της υπαίθρου. Απαιτείται ένα εθνικό σχέδιο με οδικό χάρτη δύο γενεών, έως το 2085, που θα περιλαμβάνει συγκεκριμένους δημογραφικούς στόχους ανά δεκαετία. Η προσπάθεια αυτή πρέπει να συνοδευτεί από την αναστροφή της φυγής των νέων και μια μεταναστευτική πολιτική που θα διασφαλίζει τη διατήρηση της ελληνικότητας του πληθυσμού.

Για τη διόγκωση του προβλήματος η ευθύνη βαραίνει όλους τους Έλληνες, από την πολιτική ηγεσία με πρώτο τον εκάστοτε πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο πολίτη. Πρέπει να σπάσει η σιωπή στον δημόσιο λόγο και να στηριχθούν έμπρακτα οι νέοι στην απόφασή τους να δημιουργήσουν οικογένεια. Δεν βρισκόμαστε απλώς κοντά στον γκρεμό· έχουμε ήδη αρχίσει την πτώση και οφείλουμε άμεσα να ανοίξουμε το «αλεξίπτωτο της εθνικής επιβίωσης». Λόγω της τεράστιας δημογραφικής αδράνειας, η επιστροφή στην ομαλότητα θα απαιτήσει τόσα χρόνια όσα χρειάστηκαν για να γιγαντωθεί το πρόβλημα. Κάθε δευτερόλεπτο απραξίας είναι πλέον εγκληματικό. Το σύνθημα «Παιδιά και Παιδεία» προβάλλει σήμερα ως η μόνη επίκαιρη απάντηση στον δημογραφικό αφανισμό.