Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ακρίβεια χωρίς άλλοθι: Τα στοιχεία καταρρίπτουν το αφήγημα Μητσοτάκη

 

Του Σάββα Παυλίδη

Παρά τα αλλεπάλληλα κυβερνητικά αφηγήματα περί «εισαγόμενης ακρίβειας» και διεθνών πιέσεων που δήθεν δένουν τα χέρια της πολιτείας, τα ίδια τα στοιχεία της αγοράς αποκαλύπτουν πλέον μια πολύ πιο άβολη αλήθεια για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το γεγονός πως, όχι μόνο δεν έχει καταφέρει εδώ και χρόνια να αντιμετωπίσει την ακρίβεια, αλλά αποδεικνύεται ότι υπάρχουν εργαλεία και περιθώρια παρέμβασης τα οποία απλώς δεν αξιοποιούνται.

Τα δεδομένα της NielsenIQ για το 2025 είναι αποκαλυπτικά. Ο τζίρος των σούπερ μάρκετ ξεπέρασε τα 16,2 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 7,1% σε σχέση με το 2024, με περισσότερα από 1 δισ. ευρώ επιπλέον έσοδα μέσα σε έναν χρόνο. Σε βάθος εξαετίας, από το 2019 έως το 2025, οι μεγάλες αλυσίδες έχουν αυξήσει τον τζίρο τους κατά 78%. Την ίδια περίοδο, όμως, τα ελληνικά νοικοκυριά βλέπουν το διαθέσιμο εισόδημά τους να εξανεμίζεται, με το «καλάθι του σούπερ μάρκετ» να αποτελεί μόνιμο πονοκέφαλο.

Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για πληθωρισμό που έρχεται «απ’ έξω». Όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι η εικόνα έχει αλλάξει. Το 2025 η μέση τιμή του καλαθιού αυξήθηκε μόλις κατά 1,7%, ενώ η άνοδος των πωλήσεων προήλθε κυρίως από αύξηση των όγκων κατανάλωσης (+4,2%) και από τον τουρισμό. Δηλαδή, δεν μιλάμε πλέον για μια αγορά που απλώς μετακυλίει ανατιμήσεις στον καταναλωτή, αλλά για μια αγορά που λειτουργεί με ισχυρή ζήτηση, συγκέντρωση και αυξημένη κερδοφορία.

Αυτό ακριβώς καταρρίπτει το κυβερνητικό αφήγημα. Αν η ακρίβεια ήταν αποκλειστικά εισαγόμενη, θα βλέπαμε τιμές να ανεβαίνουν οριζόντια και κατανάλωση να καταρρέει. Αντίθετα, βλέπουμε ότι τα σούπερ μάρκετ θησαυρίζουν, ενώ οι πολίτες αγοράζουν λιγότερα ή στρέφονται στα απολύτως βασικά. Τα τρόφιμα και τα ποτά αυξήθηκαν κατά 6,7% και 7,3% αντίστοιχα, ενώ τα φρέσκα προϊόντα σημείωσαν άνοδο άνω του 10%. Πρόκειται για αγαθά ανάγκης, όχι πολυτελείας. Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής δεν ζει καλύτερα· απλώς πληρώνει περισσότερα για να επιβιώσει.

Την ίδια στιγμή, στις κατηγορίες μη τροφίμων καταγράφονται αποπληθωριστικές τάσεις. Τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και φροντίδας μειώνουν τις τιμές τους, ενώ τα είδη για το σπίτι κινούνται σχεδόν στάσιμα. Άρα, όπου υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός, οι τιμές μπορούν να πέσουν. Εκεί όπου η αγορά είναι συγκεντρωμένη και ελεγχόμενη από λίγους μεγάλους παίκτες, οι τιμές αντέχουν – και τα κέρδη εκτοξεύονται.

Ακρίβεια με υπογραφή Μητσοτάκη

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η πολιτική ευθύνη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί πλέον να ισχυρίζεται ότι «δεν υπάρχουν λύσεις». Υπάρχουν αυστηροί έλεγχοι, διαφάνεια στην τιμολόγηση, πραγματική ενίσχυση του ανταγωνισμού, ουσιαστική προστασία του καταναλωτή. Όμως όλα αυτά προϋποθέτουν σύγκρουση με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα. Και αυτή η σύγκρουση δεν έγινε ποτέ.

Αντίθετα, η πολιτεία περιορίστηκε σε επικοινωνιακά μέτρα, καλάθια, σήματα και προσωρινές παρεμβάσεις, την ώρα που η αγορά αναδιαρθρώνεται υπέρ των μεγάλων αλυσίδων και εις βάρος των μικρών καταστημάτων και των καταναλωτών. Το γεγονός ότι τα περίπτερα και τα ψιλικά έκλεισαν το 2025 με πτώση 2,8% δεν είναι τυχαίο, αλλά το αποτέλεσμα μιας πολιτικής ανοχής στη συγκέντρωση.

Η ακρίβεια, λοιπόν, δεν είναι πια ένα «φυσικό φαινόμενο». Είναι πολιτική επιλογή. Και όσο τα στοιχεία δείχνουν ότι κάποιοι κερδίζουν συστηματικά, τόσο καταρρέει το αφήγημα ότι η κυβέρνηση απλώς παρακολουθεί ανήμπορη. Παρακολουθεί, αλλά γνωρίζοντας πολύ καλά ποιοι πληρώνουν και ποιοι ωφελούνται.