Την ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδας ενέκρινε κατά πλειοψηφία η αρμόδια Επιτροπή (Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης) της Βουλής.
Θετική ψήφο έδωσαν η ΝΔ. «Παρών» δήλωσαν ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, ενώ αρνητική ο ΣΥΡΙΖΑ, η Ελληνική Λύση, η Νέα Αριστερά, η Νίκη και η Πλεύση Ελευθερίας.
Ο κ. Στουρνάρας γίνεται έτσι ο πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος με τρεις διαδοχικές θητείες, ξεπερνώντας ιστορικά τον χρόνο θητείας του αείμνηστου Ξενοφώντα Ζολώτα.
Στην τοποθέτησή του ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στις αυξημένες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία και επεσήμανε τους κινδύνους στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, δηλαδή ανόδου του πληθωρισμού με ταυτόχρονη μείωση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.
«Η συγκυρία αυτή διαμορφώνει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία για τη νομισματική πολιτική: από τη μία πλευρά, είναι αναγκαία η διασφάλιση της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί μια υπερβολικά περιοριστική νομισματική κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις.
Αναφερόμενος στην ελληνική οικονομία, σημείωσε ότι αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον και ότι οι προοπτικές της παραμένουν ευνοϊκές.
Ωστόσο, επεσήμανε ότι «η πρόσφατη έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας εκτιμάται ότι θα μετριάσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του σεναρίου βάσης της Τράπεζας της Ελλάδος, που αντιστοιχούν στο σενάριο βάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας του περασμένου Μαρτίου, η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,9% το 2026 και ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 3,1%».
Τόνισε δε ότι «οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την οικονομική δραστηριότητα είναι κυρίως καθοδικοί ενώ για τον πληθωρισμό είναι ανοδικοί και αφορούν πρωτίστως τις τρέχουσες διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις, ιδίως τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Η διάρκεια και η ένταση της σύρραξης θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης σε εγχώριο επίπεδο. Εντούτοις, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σήμερα μεγαλύτερη ικανότητα απορρόφησης εξωτερικών διαταραχών, χάρη στα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη, που αφορούν τον δημοσιονομικό και τον χρηματοπιστωτικό τομέα, τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται και τη συσσωρευμένη εμπειρία από τη διαχείριση διαδοχικών κρίσεων».





