Κυριακή, 24 Μαΐου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Κράτος Δικαίου ή Κράτος Συγκάλυψης; Η απόρριψη της Προανακριτικής και το μήνυμα ατιμωρησίας.

Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

 

 

 

 

 

Η απόρριψη της Προανακριτικής για Λιβανό και Αραμπατζή δεν ήταν απλώς μία κοινοβουλευτική απόφαση. Ήταν ένα πολιτικό μήνυμα ότι η κυβερνητική πλειοψηφία δεν επιθυμεί ούτε καν τη διερεύνηση πιθανών ευθυνών των πρώην υπουργών της. Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη κοινοβουλευτική ψηφοφορία ούτε για μια συνηθισμένη αντιπαράθεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Πρόκειται για μία κρίσιμη δοκιμασία της ίδιας της λειτουργίας του κράτους δικαίου και της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και τους θεσμούς.

 

Η συζήτηση γύρω από τη σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής συχνά παρουσιάζεται σκόπιμα ως μια διαδικασία πολιτικής στοχοποίησης ή ως απόπειρα «ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής». Στην πραγματικότητα όμως ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η Προανακριτική Επιτροπή δεν αποτελεί δικαστήριο καταδίκης. Δεν αποδίδει ενοχή. Δεν προδικάζει ποινικές ευθύνες. Είναι ένα συνταγματικά προβλεπόμενο εργαλείο κοινοβουλευτικού ελέγχου, μέσω του οποίου η Βουλή οφείλει να διερευνήσει αν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις που δικαιολογούν περαιτέρω εξέταση πιθανών αξιόποινων πράξεων πολιτικών προσώπων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που πολλοί επιχείρησαν να παρακάμψουν στη συγκεκριμένη υπόθεση. Η άρνηση της κυβέρνησης δεν αφορούσε μια τελική κρίση περί αθωότητας ή ενοχής. Αφορούσε την ίδια την άρνηση διερεύνησης. Και αυτό είναι θεσμικά εξαιρετικά προβληματικό. Διότι όταν μία κυβέρνηση αρνείται ακόμη και τη διαδικασία της έρευνας, τότε εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν επιθυμεί να φωτιστούν όλες οι πτυχές της υπόθεσης.

 

Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αφορά ένα δευτερεύον διοικητικό ζήτημα. Συνδέεται με τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων, με ζητήματα διαφάνειας, με δημόσιες καταγγελίες, με στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας και κυρίως με την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο στοιχείο της υπόθεσης. Η συζήτηση δεν ξεκίνησε από μια απλή κομματική αντιπαράθεση ή από μια πολιτική φημολογία. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαβίβασε δικογραφία στη Βουλή, ζητώντας ουσιαστικά να εξεταστούν περαιτέρω τα δεδομένα της υπόθεσης.

Εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν ένα κοινοβούλιο ευρωπαϊκού κράτους να απορρίπτει τη διερεύνηση μιας υπόθεσης όταν υπάρχει ήδη επίσημη εμπλοκή ευρωπαϊκού εισαγγελικού θεσμού; Πώς μπορεί η κυβερνητική πλειοψηφία να αποφασίζει εκ των προτέρων ότι «δεν υπάρχουν στοιχεία», χωρίς να επιτρέψει καν την πλήρη θεσμική εξέταση μαρτύρων, εγγράφων, διοικητικών αποφάσεων και συνομιλιών που έχουν προκαλέσει τεράστια πολιτική συζήτηση;

 

Αν πράγματι δεν υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις, τότε η ίδια η Προανακριτική Επιτροπή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη απαλλαγή των εμπλεκομένων προσώπων. Η διαφάνεια δεν απειλεί κανέναν αθώο. Αντιθέτως, τον προστατεύει. Η επιλογή όμως να αποτραπεί ακόμη και η έρευνα δημιουργεί πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν εύκολα να απαντηθούν.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη υπόθεση. Είναι το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία. Οι πολίτες παρακολουθούν εδώ και χρόνια υποθέσεις που ξεκινούν με έντονο θόρυβο, αλλά τελικά καταλήγουν χωρίς ουσιαστική λογοδοσία. Βλέπουν ένα πολιτικό σύστημα που συχνά δείχνει μεγαλύτερη διάθεση να προστατεύσει τον εαυτό του παρά να ελέγξει τις ευθύνες του. Και αυτό σταδιακά διαβρώνει την εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη, προς το Κοινοβούλιο και τελικά προς τη λειτουργία της ίδιας της Δημοκρατίας.

Η αίσθηση ότι υπάρχουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά» γίνεται ολοένα και πιο έντονη. Ο απλός πολίτης βρίσκεται αντιμέτωπος με αυστηρούς ελέγχους, φορολογικές πιέσεις και άμεσες κυρώσεις για κάθε παράβαση. Την ίδια στιγμή όμως, όταν προκύπτουν ερωτήματα για πολιτικά πρόσωπα, ενεργοποιείται ένας ολόκληρος μηχανισμός πολιτικής προστασίας, καθυστερήσεων και κοινοβουλευτικών ισορροπιών. Αυτή η εικόνα είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για τη συνοχή του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή αφορά ευρωπαϊκούς πόρους και τη διεθνή εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο όπου διαχειρίζεται τεράστια χρηματοδοτικά προγράμματα, κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και κρίσιμες ευρωπαϊκές ενισχύσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε υπόνοια αδιαφάνειας ή πολιτικής παρέμβασης στη διαχείριση πόρων πλήττει όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά συνολικά την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

 

Η απόρριψη της Προανακριτικής μπορεί να έδωσε πρόσκαιρα πολιτική ανακούφιση στην κυβερνητική πλειοψηφία, αλλά δύσκολα θα κλείσει τη δημόσια συζήτηση. Αντιθέτως, ενισχύει την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα δυσκολεύεται να αποδεχθεί τον ουσιαστικό έλεγχο όταν αυτός αγγίζει κυβερνητικά στελέχη.

Η δημοκρατία όμως δεν μετριέται στις εύκολες στιγμές. Μετριέται κυρίως όταν οι θεσμοί καλούνται να ελέγξουν την ίδια την εξουσία. Και σε αυτές τις στιγμές, η διαφάνεια δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι δημοκρατική υποχρέωση.

 

Η σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τους Σπήλιο Λιβανό και Φωτεινή Αραμπατζή δεν θα αποτελούσε πράξη πολιτικής εκδίκησης. Θα αποτελούσε μια στοιχειώδη πράξη θεσμικής συνέπειας. Διότι σε μια πραγματική δημοκρατία, κανείς δεν πρέπει να φοβάται τη διερεύνηση της αλήθειας.