O Πόντος υπήρξε για περισσότερους από τρεις χιλιάδες χρόνια μία χρυσή πηγή ελληνισμού. Απλωμένος στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου, από τη Σινώπη έως την Τραπεζούντα, αποτέλεσε χώρο ελληνικής μεγαλουργίας.
Οι Έλληνες του Πόντου δημιούργησαν πόλεις, σχολεία, μοναστήρια, βιβλιοθήκες και ανέπτυξαν μια ξεχωριστή πολιτισμική ταυτότητα, διατηρώντας τη γλώσσα, τα ήθη και την ιστορική τους συνείδηση ακόμη και μέσα στους αιώνες της Οθωμανικής κυριαρχίας.
Η Τραπεζούντα, η Σαμψούντα, η Κερασούντα και η Αργυρούπολη ήταν κέντρα ενός ζωντανού ελληνισμού που συνδύαζε την αρχαιοελληνική παράδοση με τη χριστιανική πίστη και την ποντιακή ψυχή. Η Μονή της Παναγίας Σουμελά αποτέλεσε σύμβολο αυτής της συνέχειας, ενώ η ποντιακή διάλεκτος, τα τραγούδια και οι χοροί διατήρησαν αλώβητη τη μνήμη αιώνων.
Όμως στις αρχές του 20ού αιώνα, ο ποντιακός ελληνισμός βρέθηκε στο στόχαστρο του γενοκτονικού σχεδίου των Νεοτούρκων και αργότερα του κεμαλικού κινήματος. Έτσι ξεκίνησε μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης ιστορίας: η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Από το 1914 έως το 1923, ο Πόντος βυθίστηκε στο αίμα και τη φωτιά. Εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες ξεριζώθηκαν από τα σπίτια τους, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν και σφαγιάστηκαν με πρωτοφανή αγριότητα. Άνδρες οδηγήθηκαν στα διαβόητα «Τάγματα Εργασίας», σε πορείες χωρίς επιστροφή, για να πεθαίνουν αργά από πείνα, κακουχίες και εξάντληση, υπηρετώντας τους ίδιους τους δήμιούς τους. Γυναίκες και παιδιά σύρθηκαν μέσα στα χιόνια σε ατελείωτες πορείες θανάτου, γνώρισαν την ατίμωση, την πείνα και τη φρίκη, ενώ πάνω στα σώματά τους ξεσπούσε όλη η βαρβαρότητα ενός οργανωμένου σχεδίου εξόντωσης. Χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες, εκκλησίες βεβηλώθηκαν, σχολεία γκρεμίστηκαν και κάθε ίχνος ελληνικής παρουσίας επιχειρήθηκε να σβηστεί από τη μνήμη και την ιστορία.
Η γενοκτονία αυτή ήταν φυσική και πολιτισμική. Δεν αρκέστηκαν στον αφανισμό των Ποντίων. Θέλησαν να ξεπαστρέψουν και ό,τι τα ευλογημένα ποντιακά χέρια δημιούργησαν. Κατέστρεψαν βιβλία, βεβήλωσαν κι έκαψαν μοναστήρια, μνημεία και κάθε ίχνος ελληνικής παρουσίας. Η ιστορία, η γλώσσα και η μνήμη επιχειρήθηκε να σβηστούν από τον χάρτη. Σήμερα, ιστορικοί και μελετητές μιλούν ξεκάθαρα και για «πολιτισμική γενοκτονία», καθώς η εξόντωση του ποντιακού λαού συνοδεύτηκε από την οργανωμένη καταστροφή της ταυτότητάς του.
Η 19η Μαΐου 1919, ημέρα αποβίβασης του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, έχει καθιερωθεί από την ελληνική Βουλή ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων. Για τον ποντιακό ελληνισμό, η ημερομηνία αυτή υπενθυμίζει τον ξεριζωμό, τις χαμένες πατρίδες, τις αμέτρητες ψυχές που χάθηκαν άδικα, αλλά και μας θυμίζει τη δύναμη ενός λαού που κράτησε ζωντανή την ιστορία, την πίστη και την ταυτότητά του μέσα στον χρόνο.
107 χρόνια μετά, το αίτημα της διεθνούς αναγνώρισης παραμένει ζωντανό. Η αναγνώριση αποτελεί πράξη ιστορικής δικαιοσύνης και σεβασμού προς τα θύματα. Όπως η ανθρωπότητα αναγνώρισε τη γενοκτονία των Αρμενίων και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων, έτσι οφείλει να αναγνωρίσει και τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Η μη αναγνώριση εξυπηρετεί την τουρκική εθνική αφήγηση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το σύγχρονο τουρκικό κράτος. Η επίσημη αποδοχή της γενοκτονίας θα σήμαινε ότι η δημιουργία της κεμαλικής Τουρκίας βασίστηκε πάνω στο έγκλημα και στην εξόντωση των χριστιανικών λαών της Ανατολής, πάνω στον ξεριζωμό, στο αίμα και στη συστηματική εξαφάνιση της ιστορικής τους παρουσίας από τις πατρογονικές τους εστίες.
Για αυτό και στη σύγχρονη Τουρκία εξακολουθεί να υπάρχει άρνηση των εγκλημάτων εκείνης της περιόδου. Στα νέα σχολικά εγχειρίδια κάνουν λόγο για «Αβάσιμους Ποντιακούς Ισχυρισμούς». Μιλάμε δηλαδή για άρνηση οργανωμένη με κρατική στρατηγική διαστρέβλωσης της ιστορίας που επιχειρεί να δολοφονήσει τη μνήμη των μαρτύρων μας για δεύτερη φορά. Δεν θα τους το επιτρέψουμε. Χρωστάμε στην ακριτική γη του ελληνισμού. Χρωστάμε στη μνήμη της.
Κι η μνήμη αυτή περισώθηκε με σπουδή στις αφηγήσεις των ηρώων του Πόντου, που μπορεί να ήρθαν ξεριζωμένοι, αλλά δεν ήρθαν άδειοι. Έφεραν μαζί τους τη γλώσσα, τα τραγούδια, τις συνταγές, τις λύρες, τις προσευχές και τον πολιτισμό τους. Μέσα από τον πόνο δημιούργησαν ξανά ζωή και συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της σύγχρονης Ελλάδας.
Οι Έλληνες του Πόντου, με τη μαρτυρική τους γενοκτονία στις προαιώνιες πατρογονικές εστίες τους διατράνωσαν στο πέρας του χρόνου την πολιτισμική, πνευματική και ηρωική αλκή του ελληνισμού. Σήμερα, που ο ελληνισμός, περισσότερο από ποτέ, δοκιμάζεται από οικονομική πενία, πολιτισμική και πνευματική κατάπτωση, πρέπει να γυρίσει το βλέμμα ξανά στα ιερά χώματα του Πόντου για να πάρει έμπνευση, δύναμη, ανάσα, αλλά και για να συνεχίσει αταλάντευτα τον αγώνα της διεθνούς αναγνώρισης της Γενοκτονίας. Γιατί χωρίς δικαίωση της ιστορικής αλήθειας δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική μνήμη, και χωρίς μνήμη κανένας λαός δεν μπορεί να σταθεί περήφανος απέναντι στο μέλλον.





