Παρασκευή, 29 Μαΐου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Αντώνης Παναγ. Πατσόγλου, « Δύο ιστορίες ζωής» από την Αλεξάνδρεια των Ελλήνων

 Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης- Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, φιλόλογος, ιστορικός , πολιτικός επιστήμων, ειδικός επιστημονικός συνεργάτης στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ και συγγραφέας

                 Εισαγωγή -επιμέλεια

 

Ο γράφων έχει -κατά καιρούς –  συνεργασθεί επιστημονικά  με πανεπιστημιακούς ,μεταξύ των οποίων  τους  αείμνηστους Καθηγητές του Παντείου Πανεπιστημίου, Νεοκλή Σαρρή και Χριστόδουλο Κ. Γιαλλουρίδη,   τους ομότιμους  Θανάση Διαμαντόπουλο, Μάριο Ευρυβιάδη και  Κωνσταντίνο Πάτελο και σήμερα με τους ομότιμο Κλεομένη Σπ. Κουτσούκη, τον  μέντορά του στο ανώτατο αυτό πνευματικό Ίδρυμα,  και Γεράσιμο Ν.  Καραμπελιά από το 2000 ( στο πλαίσιο αφενός του μεταπτυχιακού προγράμματος του Τμήματος Κοινωνιολογίας « Κοινωνικός  Αποκλεισμός και Μειονότητες» και αφετέρου  της εκπονηθείσας, εν συνεχεία,  διδακτορικής του διατριβής), νυν Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, χάρη στον οποίο τέσσερα βιβλία του αποτέλεσαν  διδακτικά εγχειρίδια στο Τμήμα Κοινωνιολογίας, για αυτό εκδόθηκαν δωρεάν.

Στο Ζ΄ εξάμηνο  αυτού του Τμήματος ο Καθηγητής Γεράσιμος Ν. Καραμπελιάς διδάσκει  επί σειρά ετών το ενδιαφέρον μάθημα «Εθνική ταυτότητα και ελληνισμός της Διασποράς» , στη διδασκαλία του οποίου συμβάλλει εθελουσίως  ο γράφων, ως Έλληνας και  ταυτοχρόνως Κύπριος Ρωμιός,  πρόσφυγας εκ Λαπήθου,  της  επαρχίας Κερύνειας  και ομογενής, ως γεννηθείς στην Τανζανία και πνευματικό τέκνο -διά του Βαπτίσματος- του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής. Μάλιστα, το  διδακτορικό του  αναφέρεται στον αλησμόνητο ελληνισμό της «καθ΄ ημάς Ανατολής» και της Αιγύπτου και στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό-πέραν της εκτενούς βιβλιογραφίας-  στην προφορική Ιστορία, με τη μέθοδο των συνεντεύξεων, προσφιλή στις δύο αδελφές κοινωνικές Επιστήμες , Ιστορία και Κοινωνιολογία.

 

Πληθυσμιακή εξέλιξη του ελληνισμού της Αιγύπτου

Κατά τα τέλη του 18ου αιώνα,  ο ελληνισμός της Αιγύπτου   δεν υπέρβαινε τις 2.000, ενώ  στη  δύση  του 19ου αιώνα  οι Έλληνες ήταν  περισσότεροι   των 75.000 και  όλοι οι Ευρωπαίοι της Αιγύπτου πέραν των 110.000. Ο Αντώνης Α. Χαλδαίος  αναφέρει συνολικό αριθμό ομογενών  το 1835 τις  5.000 ,με  εγκατάσταση  κυρίως στην Αλεξάνδρεια.  Στην πρώτη επίσημη αιγυπτιακή απογραφή το 1907,  σε σύνολο 11.287.359 Αιγυπτίων κατοίκων, οι Έλληνες ανέρχονταν σε 132.947, εκ των οποίων οι 62.973 είχαν ελληνική υπηκοότητα, οι 40.000 κατάγονταν  από αλύτρωτες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι 30.000 δεν ήταν αναγνωρισμένης υπηκοότητας. Κατά το 1927 οι Έλληνες ανέρχονταν σε 97.326 και  εξ αυτών οι 48.755 κατοικούσαν στην Αλεξάνδρεια, οι 26.015 στο Καΐρο, οι 13.042 στις πόλεις της Διώρυγας και 12.232 σε   άλλα μέρη της Αιγύπτου. Στην απογραφή του 1937, οι Έλληνες συνολικά ανέρχονταν σε 90.456 και από αυτούς  ελληνική ιθαγένεια διέθεταν  οι 68.559, αιγυπτιακή οι 15.233, ιταλική οι 2.143 και  τουρκική 287. Το 80% των Αιγυπτιωτών κατοικούσαν στην Αλεξάνδρεια, στο Καΐρο, στο Π. Σαϊντ, στην Ισμαηλία και στο Σουέζ.  Ο Α. Κιτροέφ  αναφέρει ότι κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου(1919-1939) οι Έλληνες ήταν πέραν των 150.000, ενώ το 1963 είχαν περιοριστεί στις 27.500, σύμφωνα με τις ελληνικές προξενικές αρχές.  Το 1972 ο αριθμός των Ελλήνων δεν θα υπερέβαινε  τις 15.000. Κατά τον Πέτρο Παπαπολυβίου, το 1946 εκ των 40.000 συνολικά Κυπρίων μεταναστών, περίπου 12.000, σύμφωνα με βρετανικές εκτιμήσεις ,  διαβιούσαν στην Αίγυπτο. Το 1998    αναφέρεται   ότι ο αριθμός τους δεν υπερέβαινε   τους 1.000 που πηγαινοέρχονταν στην Ελλάδα.  

 

                                                  « Δύο ιστορίες ζωής»  

 

Ο Αντώνης Παναγ. Πατσόγλου , τεταρτοετής  φοιτητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου(2025-2026) , παρακολουθούσε με ενδιαφέρον  και ανελλιπώς  το μάθημα , που,  περιελάμβανε , μεταξύ άλλων, πληροφορίες για τον ελληνισμό της Αιγύπτου , της Τανζανίας και άλλων κρατών. Τον Μάρτιο  του 2026 απέστειλε στον γράφοντα το κάτωθι κείμενο με τίτλο « Δύο ιστορίες ζωής».

«Ως παιδί είχα την “ατυχία” να γνωρίσω μόνο μία γιαγιά από τους τέσσερις παππούδες και γιαγιάδες μου. Όμως αυτή η γιαγιά, που έζησε σε τέσσερις πόλεις  και τρεις ηπείρους (Καστελόριζο, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, Τορόντο και ξανά Αθήνα), δεν ήταν η κλασική γιαγιά των παραμυθιών, αλλά ένας ιδιότυπος αφηγητής γεγονότων, ένας ζωντανός “σκληρός δίσκος” μνήμης. Η “γιαγιά των τριών ηπείρων” υπήρξε για μένα μια ανεξάντλητη βάση δεδομένων, από την οποία ήθελα διακαώς να αντλήσω όσα περισσότερα μπορούσα.

Γάμος Μαρίας Καλαφατά και Αντωνίου Λειβησιανού- Αλεξάνδρεια 1937. Πιστοποιητικό γάμου της Μαρίας Καλαφατά και του Αντωνίου Λειβησιανού στα Αραβικά (αριστερά) και επίσημη μετάφραση από το Υπουργείο εξωτερικών στα ελληνικά

Στα παιδικά, αλλά κυρίως στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια, κάθε επίσκεψη στο σπίτι της γιαγιάς περιείχε την  πρόσκληση: “να φτιάξω ένα τσάι να τα πούμε;” · μια πρόσκληση που σχεδόν ποτέ δεν αρνήθηκα · ίσως τότε να είχε ήδη αρχίζει να φωλιάζει μέσα μου το μικρόβιο του κοινωνικού επιστήμονα. Οι ιστορίες της γιαγιάς πολύ συχνά επαναλαμβάνονταν, αλλά το ενδιαφέρον μου παρέμενε αμείωτο καθώς σε κάθε επανάληψη ξεπρόβαλλαν νέα στοιχεία, μικρές λεπτομέρειες που με βοηθούσαν να   συνθέτω  εκ νέου την ιστορία της ζωής της και να κάνω το δικό μου ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο. Από αυτές τις αφηγήσεις ήθελα να μάθω πώς ήταν η ζωή, οι άνθρωποι, ο τρόπος ζωής τους, οι πόλεις, τα κτήρια, τα σχολεία.​

Μαθήτριες τάξης του Αβερώφειου Γυμνασίου (1960)

Η γιαγιά Μαρία είχε ζήσει ελάχιστα και ως αχνή ανάμνηση των  πρώιμων παιδικών χρόνων το Καστελόριζο, ενώ το μεγαλύτερο και δημιουργικότερο κομμάτι της ζωής της το έζησε στην Αλεξάνδρεια. Παρ’ όλα αυτά, οι αφηγήσεις της αφορούσαν περισσότερο στο Καστελόριζο και πολύ λιγότερο στην Αλεξάνδρεια. Οι ιστορίες για το Καστελόριζο ήταν ποτισμένες με νοσταλγία, ενώ σε αυτές για την Αλεξάνδρεια, έδιναν την  εντύπωση πως η  γιαγιά Μαρία , αν και έζησε σαράντα έξι χρόνια στην Αλεξάνδρεια,  δεν έμαθε ποτέ Αραβικά. Όταν ήμουν παιδί θυμάμαι πως με ενθουσιασμό με μάθαινε γαλλικές λέξεις που είχε μάθει εκείνη στο σχολείο, στοιχεία θυμού και απαξίωσης του ντόπιου πληθυσμού. Πάντα μου προκαλούσε εντύπωση ότι μου έλεγε  και ιταλικές που είχε μάθει από τις Ιταλίδες γειτόνισσές της. Όταν όμως της ζητούσα να μου πει έστω μια λέξη στα Αραβικά, η απάντηση ήταν ίδια και με την ίδια αποστροφή: “δεν ξέρω”.

 

Θεατρικός Θίασος του Αβερωφείου Γυμνασίου στην σκηνή της αίθουσας «Ιουλία Σαλβάγου» (1960). Ο Νότης Λαλαϊτης, σειρά καθημένων δεύτερος από δεξιά , Βασίλης Πλατάκης δεύτερος από αριστερά

Η μητέρα μου, Παναγιώτα

Από την άλλη πλευρά, η κόρη της- και μητέρα μου , Παναγιώτα,  η οποία γεννήθηκε και έζησε μέχρι την ηλικία των δεκαεννέα ετών στην Αλεξάνδρεια,  μιλούσε άπταιστα τα Αραβικά-τα οποία είχε μάθει στο σχολείο- ενώ δεν έχανε ποτέ την ευκαιρία να τα χρησιμοποιήσει, όταν συναντούσε στη δουλειά της ή στην καθημερινότητα της ανθρώπους από την Αίγυπτο ή και από άλλες αραβικές χώρες. Η μητέρα μου- σε αντίθεση με τη γιαγιά- πάντα μιλούσε με αγάπη και νοσταλγία για την Αλεξάνδρεια και τους ανθρώπους της ενώ δεν έπαψε να διατηρεί δεσμούς με ό,  τιδήποτε  είχε να κάνει μαζί της  (συλλόγους, φίλους, γνωστούς, συγγενείς).  Όταν μάλιστα της δόθηκε η ευκαιρία επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια.

Εύλογα άρχισε να γεννιέται μέσα μου το  ερώτημα: πώς γίνεται δύο γυναίκες, μάνα και κόρη, με παρόμοια βιώματα, να υιοθετούν τόσο αντίθετες στάσεις για τον ίδιο τόπο; Το ερώτημα  απαντήθηκε σε μια λογική “προσωπικών χαρακτηριστικών” και τέλος αφέθηκε στη λήθη.

Μαθητές και γονείς παρακολουθούν αγώνα καλαθοσφαίρισης μεταξύ Αβερώφειου Γυμνασίου και Σαλβάγειου Σχολής (1960)

Πολλά χρόνια αργότερα, οι διαλέξεις για τον ελληνισμό της Αλεξάνδρειας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στο πλαίσιο των μαθημάτων για τον ελληνισμό της Διασποράς, έφεραν ξανά  τα ξεχασμένα ερωτήματα στην επιφάνεια. Η  “ιστορία ζωής”  της γιαγιάς μου ξαναζωντάνεψε στο μυαλό μου και τότε  σκέφτηκα να  συντάξω μια δεύτερη ιστορία ζωής, της μητέρας μου Παναγιώτας. Βάζοντας δίπλα-δίπλα και παράλληλα τις δύο ιστορίες, ίσως θα μπορούσα να διακρίνω τους λόγους για τους οποίους μάνα και κόρη προσέλαβαν  τα ίδια γεγονότα τόσο διαφορετικά, καταλήγοντας σε αντίθετες κρίσεις.

Με την προτροπή του διδάσκοντος  καθηγητή μου στο Πάντειο, το εγχείρημα τέθηκε σε εφαρμογή. Το φωτογραφικό και έντυπο αρχείο που διατηρούσε η μητέρα μου, αλλά κυρίως η αγάπη και η επιθυμία της να μιλήσει για την Αλεξάνδρεια, άνοιξαν διάπλατα τον δρόμο. Η τεχνολογία –οι εύκολες ηχογραφήσεις και η ψηφιοποίηση των φωτογραφιών  – έκανε τα πράγματα απλούστερα.

Μαθητές και καθηγητές τάξης του Αβερώφειου Γυμνασίου (2.7.61)
Διαβατήριο Μαρίας και Αντωνίου Λειβησιανού. Διακρίνεται η σφραγίδα της ανάληψης των 180 Γερμανικών μάρκων με τα οποία η οικογένεια έφτασε στην Ελλάδα.

Από το Καστελόριζο στην Αλεξάνδρεια

Η Παναγιώτα Λειβησιανού γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1943. Πατέρας της ήταν ο Αντώνιος Λειβησιανός του Κυριάκου, γεννημένος το 1898 στο Καστελόριζο, και μητέρα της η Μαρία Καλαφατά, επίσης γεννημένη στο Καστελόριζο το 1910.

Η οικογένεια του Κυριάκου Λειβησιανού, πατέρα του Αντώνη εγκατέλειψε το νησί λίγα χρόνια πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο Αντώνης φοίτησε στο δημοτικό και στο γυμνάσιο, αποκτώντας άριστη γνώση της αγγλικής και της γαλλικής γλώσσας, αλλά και ιδιαίτερη ικανότητα στη γραπτή και προφορική χρήση της Ελληνικής. Το 1916, με την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, άρχισε να εργάζεται στα καταστήματα Bazaar Μινέρβα, ιδιοκτησίας του Έλληνα επιχειρηματία Κασιμάτη, ως κόπτης υποκαμίσων, θέση στην οποία παρέμεινε έως το 1948, για τριάντα δύο συναπτά έτη.   Στη συνέχεια εργάστηκε, από το 1948 έως τον θάνατό του το 1960, ως βοηθός επόπτη στην αιγυπτιακή εταιρεία παραγωγής κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων El Nasr Wool & Selected Textiles Co.

Η οικογένεια του Νικόλαου Καλαφατά, πατέρα της Μαρίας,  εγκατέλειψε το Καστελόριζο με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν η Μαρία ήταν περίπου έξι ετών. Ο Νικόλαος Καλαφατάς, ήταν ιδιοκτήτης καϊκιού, με το οποίο έκανε χονδρικό εμπόριο κάρβουνου, όμως η κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος έπληξε σοβαρά τη δραστηριότητά του και η οικογένεια μεταναστεύει στην Αλεξάνδρεια. Η Μαρία ολοκλήρωσε το δημοτικό στο Αβερώφειο Παρθεναγωγείο, όπου, πέρα από την ελληνική, απέκτησε και πολύ καλή γνώση της γαλλικής γλώσσας. Στην Αλεξάνδρεια γνώρισε τον Αντώνη και στις 12 Δεκεμβρίου 1937 τελέστηκε ο γάμος τους στον Ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου, χοροστατούντος του ιερέα Παύλου, εφημερίου του ναού. Απέκτησαν τρία παιδιά: τον Κυριάκο, τη Μόσχα και την Παναγιώτα.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι, παρότι και οι δύο είχαν ζήσει στο Καστελόριζο μόνο λίγα από τα πρώτα παιδικά τους χρόνια, τόσο  Αντώνης όσο και η Μαρία διατήρησαν στενούς δεσμούς με τον τόπο καταγωγής τους. Όχι μόνο κράτησαν “σφιχτά” την ταυτότητα του “Καστελοριζιού” σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους, αλλά κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να τη μεταδώσουν και στα παιδιά τους.

 

 

Η ζωή στην Αλεξάνδρεια

Στην Αλεξάνδρεια, η οικογένεια του Αντώνη και της Μαρίας Λειβησιανού κατοικούσε στον τέταρτο όροφο πολυκατοικίας στην οδό Rue Fomate, στη συνοικία Κομ Ελ Ντέκα, πολύ κοντά στην εκκλησία του Αγίου Σάββα και στο σπίτι του Κωνσταντίνου Καβάφη. Στην πολυκατοικία σχεδόν όλοι οι ένοικοι ήταν Έλληνες· ο μόνος Αιγύπτιος ήταν ο θυρωρός (μπαουάπ στα Αραβικά), που ζούσε σε διαμέρισμα του κτηρίου μαζί με την οικογένειά του. Ο θυρωρός και η γυναίκα του είχαν την ευθύνη όχι μόνο για την καθαριότητα και τη συντήρηση της πολυκατοικίας, αλλά αναλάμβαναν και δουλειές του σπιτιού και τα ψώνια των ενοίκων, με μοναδική αμοιβή συνήθως ένα φλιτζάνι τσάι και ένα κομμάτι ψωμί.

Κάθε Κυριακή η οικογένεια εκκλησιαζόταν στον Άγιο Σάββα. Κοντά στον ναό βρισκόταν το εντευκτήριο της Καστελοριζιακής Αδελφότητας, όπου ο Αντώνης πήγαινε πάντα μετά τη λειτουργία για να πιει τον καφέ του, να συναντήσει συμπατριώτες και να μάθει νέα από την πατρίδα. Απέναντι από το εντευκτήριο ήταν η κατοικία της οικογένειας του καθηγητή Μιχάλη Χατζηφώτη( πατέρα του Ιωάννη Χατζηφώτη)   και της συζύγου του Ευαγγελίας Παπίλα –εξαδέλφης του Αντώνη–, τους οποίους η οικογένεια Λειβησιανού επισκεπτόταν συχνά τις Κυριακές.

Η Παναγιώτα Λειβησιανού ολοκλήρωσε το δημοτικό στη Φαμιλιάδειο Σχολή, όπου διδάχθηκε την ελληνική γλώσσα. Τα απογεύματα της Κυριακής, οι κινηματογράφοι  Αμίρ και Μετρό πρόβαλλαν ταινίες κινουμένων σχεδίων και, στο τέλος της προβολής, τα παιδιά έφευγαν κρατώντας δώρα-παιχνίδια, με πιο συνηθισμένο την τόμπολα. Στη συνέχεια η Παναγιώτα φοίτησε στο Αβερώφειο Γυμνάσιο, μικτό σχολείο, όπου οι μαθήτριες και οι μαθητές διδάσκονταν, πέρα από τα Ελληνικά, Αγγλικά, Γαλλικά και Αραβικά.

Το γυμνάσιο μοιραζόταν κοινή αυλή με τη Σαλβάγειο Σχολή· στο θέατρό της, και συγκεκριμένα στην αίθουσα “Ιουλία Σαλβάγου” ο Θεατρικός Θίασος του Αβερωφείου ανέβαζε παραστάσεις. Η Παναγιώτα συμμετείχε στον θίασο μαζί με συμμαθητές που αργότερα διακρίθηκαν στον χώρο του πολιτισμού, όπως ο Νότης Λαλαΐτης  (μέλος του συγκροτήματος των Idols της δεκαετίας του ’60), ο Βασίλης Πλατάκης, ηθοποιός, συγγραφέας και για χρόνια διευθυντής του θεάτρου Μπρόντγουεϊ, αλλά και ο Αρτέμης Βεντούρης, ο γνωστός Ντέμης Ρούσσος. Συμμαθητής της ήταν και ο συγγραφέας  Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης.  Στο πλαίσιο των αθλητικών δραστηριοτήτων, τα δύο σχολεία συγκροτούσαν ομάδες σε ομαδικά αθλήματα, κυρίως στο μπάσκετ, και συχνά οργάνωναν μεταξύ τους αγώνες, που παρακολουθούσαν με ενθουσιασμό μαθητές, φίλοι και συγγενείς.

Οι παρέες μέσα στο σχολείο ήταν κυρίως μεταξύ Ελλήνων, χωρίς όμως αυτό να εμποδίζει τη δημιουργία δεσμών με τον ντόπιο πληθυσμό. Εκτός σχολείου, οι παρέες αποτελούνταν τόσο από Έλληνες και άλλους Ευρωπαίους όσο και από Αιγύπτιους. Τα πρωινά οι μαθητές πήγαιναν στα σχολεία τους με το τραμ· στη διαδρομή γνωρίζονταν, αντάλλασσαν κουβέντες και έτσι χτίζονταν φιλίες που ξεπερνούσαν τα όρια της εθνικής κοινότητας

 

 

  Η απόφαση της αναχώρησης

Η ζωή στην Αλεξάνδρεια για την οικογένεια Λειβησιανού κυλά ήρεμα μέχρι τον Ιανουάριο του 1960, όταν ο Αντώνης Λειβησιανός πεθαίνει και διαταράσσει την οικογενειακή ισορροπία. Από εκείνη τη στιγμή, η διαχείριση της τύχης της οικογένειας περνά στη σύζυγό του, Μαρία. Ο Αντώνης είχε αφήσει σημαντικά ποσά κατατεθειμένα στο όνομά του στην τράπεζα, αρκετά για να συντηρήσουν την οικογένεια για μεγάλο διάστημα. Οι προοπτικές παραμονής στην Αλεξάνδρεια φαίνονται ευοίωνες: τα παιδιά είναι ήδη μεγάλα, η πρωτότοκη κόρη, η Μόσχα, εργάζεται, ενώ ο γιος, ο Κυριάκος, έχει αποφοιτήσει εδώ και χρόνια από τη Σαλβάγειο Σχολή και διαθέτει τα εφόδια για μια επαγγελματική σταδιοδρομία με εξαιρετικές προοπτικές.

Η Μαρία, όμως, βλέποντας το κύμα φυγής προς την Ελλάδα να μεγαλώνει, αποφασίζει ότι η οικογένεια πρέπει να μετοικήσει άμεσα για δύο βασικούς λόγους: πρώτον, για να αποφύγουν τόσο ο γιος της ,Κυριάκος,  όσο και ο μέλλων σύζυγος της Μόσχας, ο Σωτήρης, τη θητεία στον αιγυπτιακό στρατό και, δεύτερον, για να διασφαλίσει ότι οι κόρες της δεν θα παντρευθούν Αιγυπτίους. Προχωρεί  λοιπόν στις διαδικασίες ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών του συζύγου της. Οι λογαριασμοί ανοίγουν, η Μαρία καθίσταται δικαιούχος, αλλά το αιγυπτιακό κράτος παρακρατεί το 50% των καταθέσεων.

Επιπλέον, το κράτος δεν επιτρέπει σε όσους φεύγουν από την Αίγυπτο να πάρουν μαζί τους μεγάλα χρηματικά ποσά. Έτσι, τα χρήματα που απομένουν χρησιμοποιούνται αρχικά για την εξαγορά της στρατιωτικής θητείας των δύο νεαρών ανδρών και στη συνέχεια για την αγορά νυφικού, προίκας και επίπλων, ενόψει του γάμου της Μόσχας με τον Σωτήρη στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρήματα, 180 γερμανικά μάρκα, αναλαμβάνονται από την Bank of Port Said και τα μεταφέρει η Μαρία επάνω της, όταν η οικογένεια αναχωρεί από την Αλεξάνδρεια στις 23 Ιουλίου 1962.

 

 

Αλεξάνδρεια: Μία πόλη-δύο μνήμες

 

Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα για τη ριζικά διαφορετική στάση που κράτησαν απέναντι στην Αλεξάνδρεια οι δύο γυναίκες, η απάντηση βρίσκεται στον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο βίωσαν τη συμμετοχή τους στην ελληνική κοινότητα, αλλά και στη σχέση τους με τον ντόπιο πληθυσμό.

Η γιαγιά Μαρία έζησε εκεί χωρίς να μάθει ποτέ τη γλώσσα του τόπου. Κράτησε σε όλη τη διάρκεια της παραμονής της αποστάσεις από τους Αιγύπτιους, απολαμβάνοντας τα προνόμια της θέσης του “ξένου”, του “κυρίαρχου”. Διατήρησε με συνέπεια την ταυτότητα της Καστελοριζιάς, τα ήθη και τα έθιμα, παρακολουθώντας διαρκώς τα νέα του νησιού. Η εμπειρία του διωγμού και της απώλειας των προνομίων υπήρξε το βασικό φίλτρο μέσα από το οποίο ερμήνευε τα γεγονότα και εξηγείται έτσι η σταθερά αρνητική στάση που κράτησε απέναντι στην Αίγυπτο και ειδικότερα στον ντόπιο πληθυσμό, για όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής της.

Αντίθετα, η μητέρα μου επέλεξε μια στάση εναρμόνισης με την Αλεξάνδρεια και τον ντόπιο πληθυσμό. Έμαθε τη γλώσσα, συναναστράφηκε και συνυπήρξε με τον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως μέσα από τη γειτονιά και την καθημερινότητα. Η ζωή μέσα στο σχολείο, όμως, ήταν αυτή που τη βοήθησε να συγκροτήσει την ταυτότητα της Ελληνίδας, καθώς εκεί η ελληνική γλώσσα, η ιστορία και οι συλλογικές αναφορές της κοινότητας λειτουργούσαν ως σταθερό πλαίσιο. Έτσι, όλα τα χρόνια της παραμονής της στην Αλεξάνδρεια έζησε ισορροπώντας ανάμεσα σε δύο ταυτότητες: της Ελληνίδας από το Καστελόριζο και της Αιγυπτιώτισσας, δύο ταυτότητες τις οποίες συνεχίζει να φέρει μέχρι σήμερα».

Ο γράφων  εκφράζει τις θερμές του ευχαριστίες  στον   Αντώνη Παναγ. Πατσόγλου για το  κείμενό του που αποτελεί βασική συμβολή  στην κατανόηση και ερμηνεία της εθνικής ταυτότητας των Αιγυπτιωτών Ελλήνων.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

– Ιακωβίδης Χρ. Ιωάννης,   Μνήμες Κωνσταντινούπολης, Αιγύπτου, Μικράς Ασίας και Πόντου. Η εγκατάσταση στην Ελλάδα (κυρίως β΄ ήμισυ 20ου αιώνα),  πρόλογος: καθηγητής Νεοκλής Σαρρής, Αθήνα : Τσουκάτος,   2010.

– Του ιδίου,  Κωνσταντινουπολίτες Αιγυπτιώτες , Μικρασιάτες και  Πόντιοι  στην Ελλάδα ( ιδίως κατά το β΄ήμισυ του 20ου αιώνα) . Πριν και μετά την άφιξη. Ταυτότητα και Ένταξη , Πρόλογος  : καθηγητής  Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης  , εκδόσεις Ι. Σιδέρης , Αθήνα  2011, σελ. 74.

-Καμαλάκης, Θ. Σπυρίδων,  Η ευεργετική προσφορά του Αιγυπτιώτη ελληνισμού. Αιγυπτιώτες εθνικοί ευεργέτες, Αθήνα: Αγγελάκης, 2011.

– Καραμπελιάς Γεράσιμος, Κοινωνιολογία του ελληνισμού της Διασποράς, σημειώσεις , Τμήμα Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου ,Αθήνα  2000.

 

– Καραμπελιάς Ν. Γεράσιμος – Ιακωβίδης  Χρ. Ιωάννης,  Ελληνισμός της  Διασποράς. Ελλαδικές και κυπριακές κοινότητες στην αφρικανική ήπειρο, πρόλογος , Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2021,σελ. 37-38.

– Κιτροέφ Αλέξανδρος, « Βόρεια Αφρική- Μέση Ανατολή(Αίγυπτος)»,στο Οι δρόμοι των Ελλήνων, συλλογικό έργο, επιμέλεια: Κώστας Λουκέρης –Κυριακή Πετράκη,  εκδόσεις Polaris, Αθήνα  2009 ,σελ.191.

 

-Νικηταρίδης Νίκος, Το ελληνικό Κάιρο, Αθήνα: Αγγελάκης, 2022.

– Νταλαχάνης  Άγγελος, Ακυβέρνητη παροικία. Οι Έλληνες  στην Αίγυπτο από την κατάργηση των προνομίων στην έξοδο (1937-1962) , Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2016.

-Παπαπολυβίου  Πέτρος, « Κύπριοι της Αιγύπτου» , 19  Φεβρουαρίου 2011 , στο Ψηφίδες Ιστορίας. Σημειώματα για την ιστορία της Κύπρου στην εφημερίδα « Ο Φιλελεύθερος», 2006-2016, Λευκωσία: Ρίζες,  2017,σελ. 174.

-Σουλογιάννης Θ. Ευθύμιος,   Η θέση των Ελλήνων στην Αίγυπτο, Αθήνα: Δήμος Αθηναίων – Πολιτισμικός Οργανισμός, 1999, σελ. 50 , 51  και 53-55.

-Χαλδαίος Α. Αντώνης, Η ελληνική παρουσία  στο Σουδάν (19ος-21ος αι.), Αθήνα 2017,  σελ.27.

–     Χασιώτης Κ. Ιωάννης  , «Εισαγωγή», στο  Οι Έλληνες στη Διασπορά 15ος-21ος αι. , επιμέλεια : Ιωάννης Κ. Χασιώτης , Όλγα Κατσιαρδή- Hering, Ευρυδίκη Α. Αμπατζή , ΄Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2006  , σελ.23-24 και 27.

-Χατζηφώτης Μ. Ιωάννης, Αλεξάνδρεια. Οι δύο αιώνες του Νεότερου Ελληνισμού (19ος – 20ος ), Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 1999, σελ.63-65.