Του Κώστα Παππά
Η κοινή επιστολή των δέκα πρώην κορυφαίων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν μια ακόμη εσωκομματική γκρίνια. Δεν ήταν μια συμβολική διαφοροποίηση ούτε μια νοσταλγική αναφορά στις «παλιές καλές ημέρες» της παράταξης. Ήταν πολιτική προκήρυξη. Ένα προσκλητήριο αποστασίας απέναντι στο «επιτελικό κράτος» του Κυριάκου Μητσοτάκη και, ταυτόχρονα, ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι ο Αντώνης Σαμαράς βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν πατήσει το κουμπί της δημιουργίας νέου κόμματος.
Η χρονική συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Παραμονή του συνεδρίου της ΝΔ, την ώρα που το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να εμφανίσει εικόνα κυριαρχίας και εσωτερικής σταθερότητας, ένα οργανωμένο κομμάτι της «γαλάζιας» ιστορίας βγαίνει δημόσια και καταγγέλλει πως «η παράταξη έχασε την ψυχή της». Η φράση δεν επιλέχθηκε αυθαίρετα. Είναι η ίδια πολιτική γραμμή που εδώ και μήνες χαράζει ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος από την Καλαμάτα μέχρι τη Βουλή επιμένει να περιγράφει τη σημερινή ΝΔ ως ένα «ασπόνδυλο» κόμμα εξουσίας, αποκομμένο από τις κοινωνικές, πατριωτικές και λαϊκές του ρίζες.
Το πιο ανησυχητικό για το Μαξίμου δεν είναι οι υπογραφές αυτές καθαυτές. Είναι ότι πίσω από τα πρόσωπα διακρίνεται μηχανισμός. Πρόκειται για στελέχη που γνωρίζουν τον κομματικό χάρτη, έχουν διαδρομή στη βάση της παράταξης και παραμένουν σε ανοιχτή γραμμή με τον πρώην πρωθυπουργό. Ο Θανάσης Σκορδάς, πρόσωπο του στενού σαμαρικού πυρήνα, θεωρείται ήδη από πολλούς πιθανός οργανωτικός εγκέφαλος ενός νέου πολιτικού φορέα. Και όταν πρώην γραμματείς οργανωτικού, υπουργοί και κομματικά στελέχη αρχίζουν να κινούνται συντονισμένα, τότε η συζήτηση παύει να είναι θεωρητική.
Το πολιτικό πρόβλημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι βαθύτερο από μια προσωπική κόντρα με τον Σαμαρά. Η κυβέρνηση δείχνει να χάνει επαφή με ένα κρίσιμο ακροατήριο της παραδοσιακής δεξιάς βάσης: ψηφοφόρους που αισθάνονται ιδεολογικά άστεγοι, αποξενωμένοι από τον υπερσυγκεντρωτισμό του «επιτελικού κράτους» και ενοχλημένοι από τη μετατόπιση της ΝΔ προς έναν τεχνοκρατικό κεντρισμό χωρίς ιδεολογικό φορτίο.
Η οργισμένη αντίδραση του Παύλου Μαρινάκη πρόδωσε ακριβώς αυτόν τον φόβο. Διότι όταν μια κυβέρνηση αισθάνεται πραγματικά ισχυρή, δεν εκνευρίζεται από επιστολές. Το γεγονός ότι το Μαξίμου απάντησε με τέτοια ένταση αποδεικνύει πως αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο: όχι απλώς μιας εσωκομματικής διαφοροποίησης, αλλά μιας πολιτικής διάσπασης με εκλογικές συνέπειες.
Και ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το ερώτημα στους διαδρόμους της κεντροδεξιάς δεν είναι αν θα γίνει κόμμα Σαμαρά. Είναι πότε.





