Σάββατο, 2 Μαΐου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η Καισαριανή δεν είναι σκηνικό συμφιλίωσης με τη λήθη

Νίκου Μαρκάτου, Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη

Νίκος ΜΑΡΚΑΤΟΣ | ΕΚΛΟΓΕΣ ΙΟΥΛΗΣ 2019 | ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
Η ματαίωση της εκδήλωσης του Friedrich-Ebert-Stiftung δεν ήταν “λογοκρισία”. Ήταν μια αναγκαία πράξη ιστορικής αυτοπροστασίας απέναντι στην αποστείρωση της μνήμης των 200 κομμουνιστών που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944.

Η Καθημερινή είδε στη ματαίωση της εκδήλωσης του Friedrich-Ebert-Stiftung για τις φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής ένα επεισόδιο «φίμωσης του διαλόγου» και ένα ακόμη σύμπτωμα δήθεν αδυναμίας μας να συνομιλήσουμε με την Ιστορία. Η πραγματικότητα είναι ακριβώς αντίστροφη. Η ματαίωση αυτής της εκδήλωσης δεν ήταν επίθεση στη μνήμη. Ήταν υπεράσπισή της. Δεν ήταν πράξη σκοταδισμού. Ήταν πράξη ιστορικής ευπρέπειας. Διότι η μνήμη των 200 δεν είναι αδέσποτο πολιτιστικό υλικό, διαθέσιμο προς επιμελημένη παρουσίαση από οποιονδήποτε φορέα, με οποιαδήποτε πολιτική καταγωγή, υπό οποιοδήποτε διπλωματικό ή ιδρυματικό περιτύλιγμα.

Οι 200 της Καισαριανής (οι συνολικά εκτελεσθέντες εκεί υπερβαίνουν τους 750) δεν ήταν αφηρημένα «θύματα του πολέμου». Δεν ήταν μια ουδέτερη ομάδα Ελλήνων που παρασύρθηκε από τη θύελλα της Ιστορίας. Ήταν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, κομμουνιστές, πολιτικοί κρατούμενοι, αγωνιστές που είχαν ήδη διωχθεί, φυλακιστεί και εξοριστεί από το ελληνικό αστικό κράτος και τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, πριν παραδοθούν στους κατακτητές. Την 1η Μαΐου 1944 οδηγήθηκαν από το Χαϊδάρι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και εκτελέστηκαν από τους Ναζί ως αντίποινα. Εκτελέστηκαν σε ομάδες, με το όνομα και την ιδιότητά τους, όχι ως αόριστη «εθνική ύλη», αλλά ως πολιτικοί αντίπαλοι του φασισμού και της κοινωνικής βαρβαρότητας, ενώ δίπλα χαχάνιζαν με χαρά οι δικοί μας τσολιάδες.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η μνήμη της Καισαριανής δεν «ανήκει σε όλους» με τον τρόπο που το εννοούν οι κομψές στήλες της αστικής μετριοπάθειας και οι αίθουσες δεξιώσεων. Ανήκει πρώτα στους νεκρούς της. Ανήκει στις οικογένειές τους, στους συντρόφους τους, στους ανθρώπους που κράτησαν ζωντανή τη μνήμη τους όταν το μετεμφυλιακό κράτος ήθελε να τους θάψει δεύτερη φορά — αυτή τη φορά όχι στο χώμα, αλλά στη σιωπή. Φυσικά και η Ιστορία είναι δημόσιο αγαθό. Αλλά δημόσιο αγαθό δεν σημαίνει ιστορική λεηλασία. Δεν σημαίνει ότι αφαιρούμε από τους νεκρούς την πολιτική τους ταυτότητα για να χωρέσουν σε μια εύπεπτη τελετή «εθνικής συμφιλίωσης».

Το πρόβλημα με την εκδήλωση δεν ήταν ότι θα μιλούσαν Γερμανοί. Ούτε ότι θα υπήρχε γερμανική θεσμική παρουσία. Η ειλικρινής γερμανική μνήμη, η αντιφασιστική αυτοκριτική, η αναμέτρηση με τα εγκλήματα του ναζισμού είναι αναγκαίες. Το πρόβλημα ήταν ποιος οργανισμός αναλάμβανε τον ρόλο του επιμελητή της μνήμης και τι ιστορικό φορτίο φέρει το όνομά του. Το Friedrich-Ebert-Stiftung δεν είναι ένα ουδέτερο πολιτιστικό σωματείο. Είναι ίδρυμα συνδεδεμένο με τη γερμανική σοσιαλδημοκρατική παράδοση, φέρει το όνομα του Friedrich Ebert, του ηγέτη που, μαζί με τον Gustav Noske, συνδέθηκε με την αιματηρή καταστολή της Γερμανικής Επανάστασης του 1918–1919 και τη συντριβή της επαναστατικής αριστεράς με τη βοήθεια στρατιωτικών και παραστρατιωτικών δυνάμεων. Η συνεργασία της τότε σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης με τις δυνάμεις του παλιού στρατού και τα Freikorps αποτελεί κεντρικό, βαρύ κεφάλαιο της γερμανικής ιστορίας.

Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ηθικό και ιστορικό ζήτημα πρώτης τάξεως. Διότι οι 200 της Καισαριανής ήταν άνθρωποι της ίδιας μεγάλης ιστορικής όχθης με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Καρλ Λίμπκνεχτ, τον Τέλμαν, τους εργάτες και αγωνιστές που πλήρωσαν με αίμα την απόφαση των κυρίαρχων δυνάμεων να τσακίσουν το επαναστατικό εργατικό κίνημα στην Ευρώπη. Όταν λοιπόν ένα ίδρυμα που φέρει το όνομα του Εμπερτ εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της μνήμης 200 κομμουνιστών εκτελεσμένων από τους Ναζί, η αντίδραση δεν είναι «ιεροσυλία» της μνήμης. Είναι ακριβώς η υπεράσπιση της μνήμης από την ιεροσυλία.

Η Καθημερινή μιλά για «φύλακες» της μνήμης με ειρωνεία. Αλλά ας το πούμε καθαρά: ναι, υπάρχουν φύλακες της μνήμης. Και ευτυχώς που υπάρχουν. Χωρίς αυτούς, οι εκτελεσμένοι θα είχαν μετατραπεί σε «θύματα ολοκληρωτισμών», οι κομμουνιστές σε «πατριώτες χωρίς κόμμα», οι αγωνιστές σε ακίνδυνες μορφές μουσειακής ευλάβειας. Η αστική δημόσια ιστορία αγαπά τους νεκρούς όταν τους έχει πρώτα αφοπλίσει. Τους τιμά όταν δεν μιλούν. Τους στεφανώνει όταν δεν ενοχλούν. Τους αναγνωρίζει όταν έχει αφαιρέσει από το πρόσωπό τους το βλέμμα της σύγκρουσης.

Ας είμαστε λοιπόν σαφείς. Η ματαίωση της εκδήλωσης ήταν δικαιολογημένη όχι επειδή πρέπει να φοβόμαστε τη συζήτηση, αλλά επειδή η συγκεκριμένη συζήτηση, με το συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο, κινδύνευε να μετατρέψει την Καισαριανή σε σκηνικό πολιτιστικής εξομάλυνσης. Όταν η μνήμη γίνεται «event», όταν ο τόπος εκτέλεσης γίνεται ευκαιρία συμβολικής διαχείρισης, όταν η πολιτική ταυτότητα των νεκρών μπαίνει σε υποσημείωση για να χωρέσει στο λεξιλόγιο της «εθνικής μνήμης», τότε η άρνηση δεν είναι μισαλλοδοξία. Είναι αξιοπρέπεια.

Τιμούμε τους 200 όχι με αποστειρωμένες τελετές, αλλά λέγοντας την αλήθεια ολόκληρη. Ήταν κομμουνιστές. Ήταν αντιφασίστες. Ήταν άνθρωποι που δεν λύγισαν μπροστά στη φυλακή, την εξορία, τον κατακτητή και το εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν ζήτησαν να γίνουν κοινόχρηστο μνημειακό υλικό. Ζήτησαν, με τη ζωή και τον θάνατό τους, να μη σκύψει ο άνθρωπος το κεφάλι.

Η Καισαριανή δεν είναι αίθουσα δεξιώσεων της λήθης. Είναι τόπος θυσίας. Και μπροστά στους 200 δεν αρμόζει η διπλωματική κομψότητα της αποϊδεολογικοποίησης. Αρμόζει σιωπή, σεβασμός και αλήθεια.

Και η αλήθεια είναι αυτή: οι 200 δεν πέθαναν για να τους θυμόμαστε όλοι όπως μας βολεύει. Πέθαναν όρθιοι. Και όρθια πρέπει να μείνει και η μνήμη τους.

Η ματαίωση της εκδήλωσης του Friedrich-Ebert-Stiftung δεν ήταν φίμωση. Ήταν υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας απέναντι στην αποστείρωση της θυσίας των 200 (750) κομμουνιστών της Καισαριανής.