Δευτέρα, 30 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Λέανδρος Ι. Σλάβης: «Η απολεσθείσα παράδοση».

Εκδόσεις Ηρόδοτος, Αθήνα 2022. Σελίδες 872.

Το βιβλίο του Λέανδρου Σλάβη έρχεται να καλύψει ένα κενό της ελληνικής εκδοτικής δραστηριότητας: την ανυπαρξία, με βάση τα διαθέσιμα σε εμάς στοιχεία, μιας δοκιμιακής και σφαιρικής αντιμετώπισης της παράδοσης, πέρα από λαογραφικά – φολκλορικά στερεότυπα.

Πρόκειται για το προϊόν μιας πολυετούς μελέτης τόσο της ουσίας της παράδοσης μιας κοινωνικής ομάδας ανεξαρτήτως του μεγέθους της, όσο και της εντός αυτής της ομάδας σχέσης της με άλλες έννοιες (όπως η κουλτούρα, τα έθιμα, ο συρμός κ.ά.), αλλά και τις αλληλεπιδράσεις με διάφορα φιλοσοφικά και κοινωνικά κινήματα (αποδομισμός, πολυπολιτισμικότητα κ.λπ.).

Ο όγκος του έργου με την πληθώρα των παραπομπών και την πλούσια βιβλιογραφία, στις πηγές της οποίας προσέφυγε ο συγγραφέας, πιστοποιεί τόσο την βαθιά μελέτη των διαθέσιμων πηγών όσο και την επισταμένη άντληση των αναγκαίων στοιχείων για την ολοκληρωμένη παρουσίαση του θέματος, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο συγγραφέας αυτού του συγγράμματος, πανεπιστημιακού επιπέδου όπως άφοβα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε, δεν παραθέτει και τις δικές του πρωτότυπες απόψεις όπου απαιτείται ή όπου κρίνει σκόπιμο. Μάλιστα, οι πολυάριθμες παραπομπές σε ξένη βιβλιογραφία πιστοποιούν τη βούληση του συγγραφέα να μην περιοριστεί στο στενό και, αναμφίβολα, περιορισμένης έκτασης διαθέσιμο υλικό στα ελληνικά.

Με αυτά δε τα δεδομένα δεν θα ήταν άστοχο να αποκαλέσουμε το έργο και ως ένα πλήρες εγχειρίδιο χρησιμότατο σε αυτόν που θα ήθελε να μελετήσει επισταμένως την παράδοση από κάθε πλευρά της. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως το έργο έχει γραφεί αποκλειστικά για ειδήμονες. Η εύληπτη γραφή του συγγραφέα και η διάρθρωση του κειμένου καθιστά το έργο προσιτό για κάθε αναγνώστη.

Το έργο, στο πρώτο του και πλέον εκτεταμένο μέρος, εξετάζει την παράδοση ως προς την έννοιά της, την ουσία της και σε σχέση με άλλες έννοιες, όπως είπαμε: την κουλτούρα, τα έθιμα., τον συρμό, τους μύθους κ.λπ. Με αυτή την ευκαιρία ο συγγραφέας επεκτείνεται και στην ουσία αυτών των εννοιών προσφέροντας στον αναγνώστη πλουσιοπάροχα πληροφορίες και για αυτές. Επίσης, εξετάζει και την αλληλεπίδραση της παράδοσης με διάφορα ρεύματα, όπως του αποδομισμού, του φουτουρισμού, του πρωτογονισμού, της πολυπολιτισμικότητας κ.ά., πάντα τεκμηριωμένα ακόμα και με αντικρουόμενες απόψεις από πολλές σκοπιές (κοινωνιολόγων, εθνολόγων-ανθρωπολόγων, γλωσσολόγων, φιλοσόφων, ιστορικών, καλλιτεχνών, πολιτικών…), βοηθώντας τον αναγνώστη να αποκτήσει μία όσο το δυνατόν πληρέστερη και σφαιρική εικόνα για το κάθε επιμέρους θέμα.

Επίσης, παραθέτει, με την απαραίτητη ανάλυση, τις διακρίσεις της παράδοσης: προφορική – γραπτή, γνήσια – επινοημένη, λαϊκή – λόγια ή αστική, την εξελικτική πορεία της μέσα στον χρόνο, τις επιρροές που υφίσταται ακόμα και από πολιτικές θεωρίες. Από όλη αυτή την ανάπτυξη εξάγονται και τα συμπεράσματα του συγγραφέα που συνοψίζονται στο ότι η παράδοση πρέπει να πάψει να είναι αντικείμενο διαμάχης αφενός μεν των φίλων της που θέλουν να την ανυψώσουν σε απαράβατο οδηγό κάθε δραστηριότητας στο εσωτερικό της κοινωνικής ομάδας στην οποία επικρατεί, αφετέρου δε των εχθρών της που την βλέπουν ως τροχοπέδη των επιθυμητών για αυτούς εξελίξεων.

Κατά τον συγγραφέα, ο οποίος αποφεύγει τις ακρότητες και προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις αντικρουόμενες θέσεις νηφάλια, η λύση βρίσκεται στην αντιμετώπιση της παράδοσης ως ενός δυναμικού φαινομένου το οποίο από τη μία πλευρά δεν παγιώνεται σε μία μορφή που είχε σε ένα δεδομένο παρελθόν και από την άλλη δεν εξελίσσεται με διαδοχικές ρήξεις σε σχέση με προηγούμενες φάσεις της, αλλά με σταδιακές εξελίξεις της εκάστοτε προτεραίας μορφής. Χωρίς, βέβαια, να αποσιωπηθούν ορισμένες βίαιες ρήξεις που έλαβαν χώρα στο παρελθόν. Κοντολογίς, κατά την άποψη του συγγραφέα, ενώ δεν είναι εφικτή η διαγραφή μιας παράδοσης, δεν είναι και επιβεβλημένη με οποιονδήποτε τρόπο η εμμονή σε κάποιες μορφές της του παρελθόντος· ως εκ τούτου πρέπει να αντιμετωπίζεται δημιουργικά για να αφομοιώνει τις επιταγές του παρόντος στα δεδομένα του παρελθόντος και να εντάσσεται στο μέλλον ενός λαού. Όπως, λοιπόν, προτείνει (σελ. 441) «υπάρχει τρόπος η αναγκαιότητα επιβίωσης της παράδοσης και η αναγκαιότητα αποφυγής της χρησιμοποίησής της ως τροχοπέδης της εξέλιξης να μην οδηγούν σε αδιέξοδο. Αυτός ο κίνδυνος αίρεται από τη στιγμή που αποδοθεί στην παράδοση η δυναμική της διάσταση. Από τη στιγμή, δηλαδή, που η παράδοση γίνει αποδεκτή ως “η αέναη μεταβίβαση από μία γενιά στην επόμενή της του πολιτιστικού μορφώματος που παρέλαβε από την προηγούμενη εμπλουτισμένου με τη δημιουργική – και όχι παθητική – ένταξη των στοιχείων, των οποίων υπήρξε δέκτης ή δημιουργός, με την απόρριψη των στοιχείων που έπαψαν να έχουν λόγο ύπαρξης και με τη δυναμική εσωτερική ανακατανομή επιρροών και αναδιάταξη της ιεράρχησης των στοιχείων που διατηρούνται”. Όταν, κοντολογίς, το εκάστοτε συνολικό “παραδοτέο” μιας γενιάς στην επόμενή της θα αποτελεί τη σύνθεση του διατηρήσιμου “παραδοσιακού” με το αφομοιώσιμο “νεωτερικό”.».

Μετά από αυτές τις αναλύσεις υπάρχει και ένα δεύτερο μέρος στο βιβλίο, το οποίο αναφέρεται στις ελληνικές παραδόσεις, με άξονα, όμως, τα όσα ισχύουν γενικά. Σε αυτό το δεύτερο μέρος υπογραμμίζεται η, έστω και ατελής, επιρροή του Νεοελληνικού Διαφωτισμού στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας, και αναφέρονται οι αντιστάσεις σε αυτόν, οι τομείς όπου ευδοκίμησε ευκολότερα και οι τομείς όπου αντιμετώπισε τη μεγαλύτερη πολεμική ή αντίσταση, καθώς και οι διάφορες ιδιαιτερότητες της νεοελληνικής περίπτωσης.

Το ότι ίσως ορισμένα σημεία του βιβλίου να απαιτούσαν για ορισμένους μεγαλύτερη ανάπτυξη δεν θα πρέπει να θεωρηθεί ως απόλυτο ελάττωμα του έργου, γιατί ενδέχεται η μεγαλύτερη έκταση του κειμένου που θα συνεπαγόταν να ξεπερνούσε τις αντοχές του μέσου αναγνώστη, για τον οποίο η έκταση της ύλης είναι με τη σημερινή της μορφή ανεκτή.

Παρά τον όγκο του το κείμενο του Λέανδρου Σλάβη δεν κουράζει τον αναγνώστη. Όχι μόνο λόγω της – σε γενικές γραμμές – εύληπτης γραφής του, αλλά και επειδή είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια που επιτρέπουν στην/ον αναγνώστρια/η να μπορεί να συγκεντρωθεί στο εκάστοτε θέμα χωρίς να κουράζεται από την έκταση των ενοτήτων, αλλά και να διακόπτει κατά βούλησιν την ανάγνωση στο τέλος μιας ολοκληρωμένης ενότητας. Σε αυτό συμβάλλει και η διαδοχή των κεφαλαίων η οποία προκύπτει τις περισσότερες φορές από την χωρίς κατά κανόνα χάσματα ροή του κειμένου και όχι από προκαθορισμένο θεματολόγιο. Ας σημειωθεί, με αυτή την ευκαιρία ότι το Α’ Μέρος του βιβλίου αποτελείται από 69 κεφάλαια, το Β’ από 33, τα οποία συμπληρώνονται από τέσσερα κείμενα (προλόγων, επιλόγου και ευχαριστιών), 20 σελίδες ευρετηρίου, 24 σελίδες βιβλιογραφίας, και 680(!) βιβλιογραφικές αναφορές.

Στη διευκόλυνση της ανάγνωσης συμβάλλει και μία αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα του βιβλίου: η, μάλλον σπάνια, επιλογή του συγγραφέα να μην εμπλέκει τις υποσημειώσεις που παρέχουν πληροφοριακό υλικό με τις βιβλιογραφικές παραπομπές. Οι μεν πρώτες παρατίθενται στο τέλος κάθε κεφαλαίου, ενώ οι δεύτερες συνολικά στο τέλος του βιβλίου. Με αυτόν τον τρόπο οι υποσημειώσεις επιτελούν αποτελεσματικότερα την αποστολή τους, καθώς ο αναγνώστης δεν είναι υποχρεωμένος να τις αναζητά μέσα στον όγκο των σαφώς πιο πολυάριθμων βιβλιογραφικών παραπομπών και – όπως συμβαίνει συνηθέστατα – να εγκαταλείπει την προσπάθεια μετά από ένα σημείο. Για τον επιμελή μελετητή του βιβλίου αυτό μάλλον αποτελεί ένα προτέρημα του έργου.

Ας σημειωθεί επίσης και η ιδιαίτερα επιμελημένη έκδοση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Ηρόδοτος» σε εξαιρετικό χαρτί, με λεπτό διαφανές περιτύλιγμα, καθώς και η επιτυχημένη επιλογή της γραμματοσειράς, το μέγεθός της και τα διαστήματα μεταξύ χαρακτήρων και σειρών που καθιστούν το κείμενο ευανάγνωστο. Ωστόσο, ας σημειωθεί ότι κατά τη σύνταξη ή/και τη διόρθωση του κειμένου διέφυγαν κάποια – ελάχιστα ευτυχώς – λάθη, όπως η εσφαλμένη αναγραφή του επιθέτου του καθηγητή Ανδρέα Γιακουμακάτου.

Και λίγα λόγια για τον συγγραφέα. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949 από γονείς με προσφυγικές ρίζες (από Αγχίαλο της Αν Ρωμυλίας και Καλλίπολη της Αν. Θράκης), γεγονός που επηρέασε, όπως ομολογεί, σημαντικά τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Ε.Μ.Π. και σταδιοδρόμησε επαγγελματικά στο χώρο των δημοσίων έργων και, ειδικότερα, των έργων παραχώρησης (Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου, χώροι στάθμευσης PolisPark κ.λπ.). Συμμετείχε ως διδάσκων τόσο σε πανεπιστημιακά όσο και σε ιδιωτικά σεμινάρια. Έχει αρθρογραφήσει σε πολλά έντυπα (Οικονομικός Ταχυδρόμος, Αντί, The Books’ Journal, Νέα Αγχίαλος, Η Πόλη Ζει κ.ά.) και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε πολλές εκδηλώσεις. Ασχολήθηκε για πολλά χρόνια με τον κλασικό αθλητισμό είτε ως κριτής είτε ως στατιστικός. Συμμετείχε, τέλος, στη διοίκηση διαφόρων σωματείων και επιτροπών (Κέντρο Σοσιαλιστικών Μελετών, Εταιρεία Μελέτης Δικαίου Τεχνολογίας & Κατασκευών, Πολιτιστικός Σύλλογος Κυψέλης κ.ά.).