Ο συγγραφέας επιχειρεί μέσα από τους τρεις αυτούς τόμους που έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις Ζήτρος να εμβαθύνει στις έννοιες με τις οποίες καταπιάνεται με επιμονή ο Αριστοτέλης στο έργο του Μετά τα Φυσικά. Πιο συγκεκριμένα έχουν επιλεγεί τα συγκεκριμένα βιβλία Α έλαττον, Β, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Μ, Ν καθώς αποτελούν μια ενότητα όσον αφορά το κύριο ζήτημα που απασχολεί τον Αριστοτέλη, το ζήτημα των πρώτων αρχών των πραγμάτων, μέσα από το οποίο φαίνεται αφενός η συνέχειά του σε σχέση με τον Πλάτωνα αλλά και η έντονη κριτική του προς αυτόν.
Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία των ιδεών όπως αυτή παρουσιάζεται στους πλατωνικούς διαλόγους οι ιδέες ή είδη είναι οι αρχές όλων των πραγμάτων, πρότυπα με βάση τα οποία υπάρχουν και γίνονται αντιληπτά τα αισθητά μέσω της διαδικασίας του μετέχειν. Πέραν όμως των διαλόγων υπάρχει και ένας άλλος Πλάτων που έχει καταγραφεί περιστασιακά από διάφορους σχολιαστές με θεωρίες που περιγράφονται υπό τον γενικό όρο άγραφα δόγματα (unwritten doctrines). Ο κύριος σχολιαστής αυτών είναι ο Αριστοτέλης ο οποίος γνωρίζει από πρώτο χέρι, ως ένας από τους σπουδαιότερους μαθητές του, άγνωστες κατά τα άλλα θεωρίες του Πλάτωνα περί των αριθμών και γενικότερα των μαθηματικών πραγμάτων και στις οποίες απαντά με επιθετικό τρόπο στα Μετά τα Φυσικά.
Στα βιβλία Μ και Ν εξετάζει ο Αριστοτέλης κατά πόσο μπορούν πράγματι να θεωρηθούν οι πλατωνικές ιδέες από τη μια και οι πλατωνικοί ειδητικοί αριθμοί όπως και οι πυθαγόρειοι αριθμοί από την άλλη ως αρχές των πραγμάτων. Σε όλη την έκταση των Μεταφυσικών, αλλά κυρίως στα βιβλία Μ και Ν, μελετά ο Αριστοτέλης εξαντλητικά το ζήτημα της φύσης των ειδών και της δυνατότητας ή μη να αποτελέσουν αυτά τις αναζητούμενες αρχές των πραγμάτων. Η ένστασή του για τις χωριστές πλατωνικές ουσίες είτε υπό τη μορφή των ιδεών είτε υπό τη μορφή των αριθμών είναι σαφής. Αλλά και η πυθαγορική θεώρηση των αριθμών ως αρχών από τις οποίες συγκροτούνται τα πράγματα οδηγεί επίσης κατ’ αυτόν σε άτοπα. Αυτό που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι η σύνθεση των αισθητών από είδος και ύλη.

Παρά την εμμονή του Αριστοτέλη στο παράλογο του διαχωρισμού των ειδών από τα αισθητά, εντούτοις θεωρεί εύλογη την χωριστή φύση των ουσιών ως ουσιών. Επίσης ιδιαίτερη εντύπωση κάνει η αναφορά του ότι ορθά οι πλατωνικοί χωρίζουν τα είδη από τα καθ’ έκαστα, αν θεωρήσουμε τα είδη ως ουσίες. Ο εύλογος λοιπόν αλλά ταυτόχρονα προβληματικός χαρακτήρας των χωριστών ουσιών από τα αισθητά θα μπορούσε να οδηγήσει σε δύο πιθανές λύσεις: είτε ότι αυτές είναι τα «καθόλου» ως γνωσιακές αρχές μη διαχωρισμένες από τα αισθητά είτε ότι αυτές είναι κάποια χωριστά είδη. Στην πρώτη περίπτωση εξασφαλίζεται η λειτουργικότητα των «καθόλου» ως γνωσιακών αρχών, έχοντας όμως απωλέσει την «ουσιακότητά» τους καθώς συνυπάρχουν και εξαρτώνται από τα μεταβαλλόμενα αισθητά. Στη δεύτερη περίπτωση ενώ έχουν διατηρήσει την «ουσιακότητά» τους, έχουν αποσυνδεθεί από τα ίδια τα αισθητά των οποίων υποτίθεται ότι αποτελούν ουσίες, καθώς η απόπειρα σύνδεσής τους μέσω της διαδικασίας του μετέχειν φαίνεται κατά τον Αριστοτέλη μια κενολογία.
Εκεί όμως που διαφοροποιείται ριζικά ο Αριστοτέλης σε σχέση με το παρελθόν είναι η επίθεσή του στην οντολογική φύση των αριθμών. Έτσι τίθεται –όσον αφορά τους αριθμούς– εκτός της πυθαγορικο-πλατωνικής γραμμής, όπου οι αριθμοί (ιδίως το ένα και η δυάδα) έχουν μια οντολογική διάσταση μακράν της απλής διαχειριστικής τους χρησιμότητας. Ο Αριστοτέλης απομυθοποιεί τους αριθμούς, εκτός από το ένα ως αρχή, και τους μετατρέπει σε ένα χρήσιμο λογιστικό εργαλείο, χωρίς καμία διάσταση οντολογικής υπόστασης ή ενεργού αιτίου. Αυτή η θέση του παίζει τεράστιο ρόλο και δημιουργεί δυσκολίες στην αποδοχή του από τους νεοπλατωνικούς, οι οποίοι είτε έχουν πυθαγόρειες καταβολές, είτε σέβονται την αρχαία αυτή διδασκαλία. Επίσης, διαφοροποιείται από την πλατωνική θεωρία της παραγωγής των πάντων από το ένα και την αόριστο δυάδα, ένα από τα άγραφα πλατωνικά δόγματα. Η μη αποδοχή του Αριστοτέλη για τα μαθηματικά ως ουσιαστικού εργαλείου ερμηνείας του κόσμου διαπερνά στη συνέχεια όλη τη μεσαιωνική σχολαστική σκέψη, όπου οι Δυτικοί μοναχοί σχολιάζουν και ξανασχολιάζουν τα έργα Λογικής του Αριστοτέλη, ενώ τα μαθηματικά υφίστανται απόλυτη καθίζηση καθ’ όλη την περίοδο, επανερχόμενα μέσω ινδικών και αραβικών επιδράσεων στον Ύστερο Μεσαίωνα και σε μεγαλύτερη έκταση κατά την Αναγέννηση. Είναι αξιοσημείωτο ότι λόγω της απουσίας στη μεσαιωνική Δύση του έργου του Αριστοτέλη του σχετικού με τις εμπειρικές φυσικές επιστήμες και της πρόσληψης μόνο του Οργάνου και των πολυπληθών και όλο αυξανόμενων σχολίων του, ο Αριστοτέλης συνδέθηκε κατά την Αναγέννηση με την εμμονή και τη συντήρηση, την αδυναμία δηλαδή παραγωγής καινοτομικού λόγου. Πράγματι η αριστοτελική φιλοσοφία και το γεωκεντρικό μοντέλο επείχαν θέση δόγματος και μαζί με τον Γαληνό αντιπροσώπευαν ένα «κομμάτι της αρχαιότητας» που είχε έρθει επιτέλους η ώρα να εγκαταλειφθεί, ακόμη και με βίαιους σημειολογικά τρόπους, όπως το κάψιμο των βιβλίων του Αριστοτέλη και του Γαληνού από τον Παράκελσο και τους νεωτεριστές εμπειριστές οπαδούς του. Τα γεγονότα βέβαια αυτά οφείλονταν στην παρεξηγημένη και εξαιρετικά περιορισμένη επαφή με το συνολικό έργο του Αριστοτέλη κατά τον Μεσαίωνα. Συνεξεταζόμενος όμως ο Αριστοτέλης με τον Πλάτωνα έχει πλέον αποκατασταθεί ως ένας αναγκαίος πόλος της αρχαίας φιλοσοφίας. Έγινε δηλαδή κατανοητό ότι δεν είναι μόνο ο ιδρυτής της τυπικής λογικής αλλά και ο εισηγητής της επαγωγικής εμπειρικής μεθόδου, αποδίδοντας ιδιαίτερη αξία στα αισθητά, τα οποία συγκροτούν ένα κόσμο ανοιχτό σε διαρκή έρευνα, τα χαρακτηριστικά του οποίου όπως η κίνηση, η γένεση και η φθορά μελετώνται επισταμένα από αυτόν.

Το βιβλίο Β΄ θέτει 17 προβλήματα που δημιουργούνται σαν μεγάλες απορίες γύρω από την φύση των πραγμάτων αλλά και την ίδια την αξία των αποδεικτικών αρχών. Η προσέγγιση του Αριστοτέλη είναι πολύτιμη καθώς καταγράφει τις βαθύτερες απορίες που τον απασχολούν διακαώς, προκαλώντας του μια αγωνία, η οποία μάλλον δεν λύνεται μέχρι το τέλος της ζωής του. Μας δείχνει πέραν της φιλοσοφικής αξίας του εγχειρήματος και την απορία ως στάση ζωής, ανεξάρτητα από την πιθανή του έκβαση. Η απορία είναι αποτέλεσμα του θαυμασμού που εκκινεί από τα αισθητά και τον κάνει να αναζητεί κάποιες εξηγητικές αρχές των πάντων.
Ο συνδετικός ιστός των βιβλίων Α-έλαττον, Β΄, Ι΄ και Κ’ (Κεφ.1-2) έχει ως εξής. Στο βιβλίο Α΄ είχε τεθεί η βάση της αναζήτησης που θα ακολουθηθεί σε όλη την έκταση του έργου, αναζήτηση δηλαδή των αρχών και των πρώτων αιτίων. Τα αίτια και τα αιτιατά συγκροτούν μια αλυσίδα όπου το κάθε αιτιατό γίνεται αιτία για το επόμενο. Κινούμενοι από κάτω προς τα επάνω οδηγούμαστε στο πρώτο αίτιο υπό τον όρο ότι η αλυσίδα αυτή δεν είναι άπειρη και αυτό αποτελεί το βασικό αντικείμενο του Α-έλαττον. Το βιβλίο αυτό καταλήγει στο ερώτημα κατά πόσο είναι μία ή πολλές επιστήμες που έχουν αντικείμενο τα διάφορα αίτια. Αυτό είναι και το πρώτο από τα 17 απορητικά προβλήματα του βιβλίου Β΄, στο οποίο ένα από τα προβλήματα, το Πρόβλημα 13 –το οποίο, όπως λέει, είναι το σημαντικότερο– είναι η φύση του ενός ως ταυτόσημου με το ον και κατά πόσο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως η ουσία των όντων, αντίληψη που ήταν κυρίαρχη στους πυθαγόρειους και τους πλατωνικούς. Αυτό ακριβώς, δηλαδή η φύση του ενός, είναι το αντικείμενο του Βιβλίου Ι΄. Τέλος το Βιβλίο Κ΄ είναι μία σύνθεση διαφόρων συμπληρωματικών σχολίων επί διαφόρων βιβλίων, μεταξύ των οποίων και του βιβλίου Β΄ των Μεταφυσικών (Κεφάλαια 1-2).
Αν τα Μετά τα Φυσικά είναι το πλέον δυσπρόσιτο έργο του Αριστοτέλη, το Βιβλίο Ζ΄ είναι το πλέον δυσπρόσιτο από τα 14 Βιβλία του συνολικού έργου. Το αντικείμενο του Βιβλίου Ζ΄ είναι η ουσία και αποτελεί κατά κάποιο τρόπο τον πυρήνα του συνολικού έργου, καθώς τα Μετά τα Φυσικά έχουν ως αντικείμενο τις αιτίες ή αρχές των πραγμάτων, και μια από αυτές τις αίτιες είναι και το «τί ἦν εἶναι» (δηλαδή η ουσία καθ’ αυτήν). Με αυτό μας λέει ο Αριστοτέλης δεν ασχολήθηκε κανείς, ενώ το συνδέουν ασαφώς οι θεωρητικοί των ειδών (δηλαδή οι πλατωνικοί) με τα είδη και το ένα, καθώς κατ’ αυτούς τα είδη αποδίδουν την ουσία στα αισθητά και το ένα στα είδη. Φαίνεται δηλαδή η ουσία να προέρχεται από τα είδη και ακόμη βαθύτερα από το ένα, μια θέση την οποία θα διατηρήσει και ο Αριστοτέλης όσον αφορά τα είδη, καθώς το «τί ἦν εἶναι» συνδέεται άρρηκτα με το αριστοτελικό είδος σε όλη την έκταση του Βιβλίου Ζ΄. Η ρηξικέλευθη κίνηση που κάνει ο Αριστοτέλης στο Βιβλίο Ζ΄ είναι, όπως σωστά επισημαίνει ο καθηγητής Cohen, το ερώτημά του «ποια είναι η ουσία ενός πράγματος» καθώς μέχρι τότε –κυρίως στις Κατηγορίες– αναρωτιόταν ποια πράγματα είναι ουσίες. Η ουσία λοιπόν μπορεί να νοηθεί είτε ως αίτιο ενός πράγματος είτε ως ένα πράγμα-ουσία του οποίου αναζητούνται οι αρχές, τα αίτια και τα στοιχεία του.
Στο βιβλίο Η΄ συμπληρώνει ο Αριστοτέλης την έρευνα περί του είδους και της ύλης και το πώς αυτά συνδυάζονται για την εμφάνιση του αισθητού καθ’ έκαστον, κάτι που είχε ήδη ξεκινήσει στα κεφάλαια 7-9 του Βιβλίου Ζ΄ τα οποία αποτελούν μια παρένθεση στη νοηματική ροή του Βιβλίου. Τέλος το βιβλίο Θ΄ έχει ως αντικείμενο το εν δυνάμει και το εν ενεργεία ως δύο καταστάσεις του είναι απαραίτητες για την βαθύτερη κατανόηση της γένεσης μιας ατομικής αισθητής ουσίας η οποία εμφανίζεται σαν το πέρασμα από το εν δυνάμει στο εν ενεργεία.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη φορά που παραδίδεται στην ελληνική βιβλιογραφία πέραν της μετάφρασης μια αναλυτική εισαγωγή και εκτεταμένα σχόλια εδάφιο προς εδάφιο σημαντικών αντικειμένων των Μεταφυσικών του Αριστοτέλη, και πιο συγκεκριμένα για τα ζητήματα των κύριων ανοικτών φιλοσοφικών προβλημάτων (Βιβλίο Β), της σημασίας του ενός (Βιβλίο Ι), της έννοιας της ουσίας (Βιβλίο Ζ), της σύνθεσης των αισθητών πραγμάτων από είδος και ύλη (Βιβλίο Η), των δύο καταστάσεων εν δυνάμει και εν ενεργεία (Βιβλίο Θ) και της ανάλυσης των ειδών και των αριθμών ως απώτατων αρχών των πραγμάτων (Βιβλία Μ και Ν). Μέχρι τώρα οι αναλυτές και σχολιαστές αναλώνονται σε μια επαναλαμβανόμενη παρουσίαση του Βιβλίου Α (ως Εισαγωγής στα Μετά τα Φυσικά) και του Βιβλίου Λ (ως της θεολογίας του Αριστοτέλη που περιγράφει τον θεό ως κινούν ακίνητο και νόηση νοήσεως). Ελπίζουμε ότι αυτό το εκδοτικό άνοιγμα θα αποτελέσει ένα έναυσμα για τη μετάφραση και τον αναλυτικό σχολιασμό και άλλων μη δημοφιλών αλλά πολύτιμων έργων της αριστοτελικής διανόησης.





