Του Βασίλη Σπυρόπουλου
Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, η Ευρώπη εξακολουθεί να βιώνει τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που άλλαξε ριζικά τον γεωπολιτικό χάρτη. Η ρωσική εισβολή το 2022 σηματοδότησε το τέλος μιας εποχής ψευδαισθήσεων για τη μεταψυχροπολεμική ασφάλεια και επανέφερε με βίαιο τρόπο τη λογική των σφαιρών επιρροής. Οι ισορροπίες μετακινήθηκαν, οι αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν, η ενεργειακή κρίση δοκίμασε κοινωνίες και κυβερνήσεις, ενώ η διεθνής διπλωματία πέρασε σε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι σχέσεις της Δύσης με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν, αλλά και οι εσωτερικές αντιφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ στη νέα του θητεία, επαναπροσδιόρισαν τις προτεραιότητές τους, επιδιώκοντας μια πιο ωμή, ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι στη Μόσχα.
Η συνάντηση στην Αλάσκα μεταξύ Τραμπ και Πούτιν αποτέλεσε σημείο καμπής: χωρίς μεγάλες δηλώσεις, αλλά με σαφείς υπαινιγμούς για επαναχάραξη ζωνών επιρροής, έστειλε το μήνυμα ότι ο κόσμος επιστρέφει σε μια λογική μεγάλων δυνάμεων που διαπραγματεύονται πάνω από τα κεφάλια των μικρότερων χωρών.
Κι όμως, στην Ελλάδα η συζήτηση για αυτή τη σύνοδο και τα αποτελέσματά της υπήρξε σχεδόν ανύπαρκτη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν προχώρησε σε ουσιαστική ανάλυση των νέων δεδομένων. Δεν εξήγησε τι σημαίνει για την Ευρώπη – και ειδικά για μια χώρα όπως η Ελλάδα – μια πιθανή άτυπη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας. Δεν ανέδειξε τους κινδύνους που προκύπτουν όταν οι παγκόσμιες ισορροπίες επανακαθορίζονται χωρίς τη συμμετοχή των μικρών και μεσαίων κρατών.
Η απουσία στρατηγικού λόγου είναι ανησυχητική. Διότι αν πράγματι ο πλανήτης «μοιράζεται» ξανά, τότε οι συνέπειες για χώρες με σύνθετα γεωπολιτικά περιβάλλοντα, όπως η Ελλάδα, μπορεί να είναι ανυπολόγιστες. Από τα ελληνοτουρκικά μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια και τη θέση της χώρας στην Ανατολική Μεσόγειο, όλα επηρεάζονται από τις μεγάλες συμφωνίες που κλείνονται αλλού.
Τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία δεν είναι μόνο μια τραγωδία για τον ουκρανικό λαό. Είναι και μια υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν τελείωσε. Και σε έναν κόσμο που ξαναμοιράζεται, η απουσία φωνής και ανάλυσης μπορεί να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη με τη λάθος επιλογή στρατοπέδου.





