Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν: Διπλωματική ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί

Του Κώστα Παππά

Η επικείμενη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν την επόμενη εβδομάδα συγκεντρώνει έντονο πολιτικό και διπλωματικό ενδιαφέρον, σε μια περίοδο όπου οι ελληνοτουρκικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από εύθραυστη ηρεμία, αλλά και βαθιές, διαχρονικές διαφωνίες. Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει θεαματική πρόοδος, αλλά αν μπορεί να διατηρηθεί το κανάλι επικοινωνίας ανοιχτό και να αποφευχθούν νέες εντάσεις.

Τις τελευταίες ημέρες, ο ελληνικός και διεθνής Τύπος κάνει λόγο για μια συνάντηση «χαμηλών προσδοκιών αλλά υψηλής σημασίας». Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι στόχος της Αθήνας είναι η συνέχιση του διαλόγου στη βάση του διεθνούς δικαίου και η διατήρηση ενός σταθερού πλαισίου συζητήσεων, χωρίς αιφνιδιασμούς στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο. Από την άλλη πλευρά, η Άγκυρα εμφανίζεται να επιδιώκει έναν πιο ευρύ διάλογο, επαναφέροντας γνωστές τουρκικές θέσεις που η ελληνική πλευρά απορρίπτει.

Σύμφωνα με όσα γίνονατια γνωστά τις  τελευταίες μέρες, η συνάντηση δεν αναμένεται να οδηγήσει σε άμεσες συμφωνίες για τα μεγάλα και «βαριά» ζητήματα, όπως η υφαλοκρηπίδα και οι θαλάσσιες ζώνες. Ωστόσο, θεωρείται πιθανό να δοθεί έμφαση σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, στη συνεργασία σε θέματα χαμηλής πολιτικής, όπως το μεταναστευτικό, αλλά και στη διατήρηση ήπιου κλίματος ενόψει μιας γεμάτης γεωπολιτικά προκλήσεις περιόδου.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Ουάσιγκτον, που επιδιώκει σταθερότητα στο νοτιοανατολικό άκρο του ΝΑΤΟ, φέρεται να ενθαρρύνει τη συνέχιση του διαλόγου και να λειτουργεί ως έμμεσος εγγυητής αποκλιμάκωσης. Χωρίς να παρεμβαίνει άμεσα, η αμερικανική διπλωματία παρακολουθεί στενά, γνωρίζοντας ότι μια ελληνοτουρκική κρίση θα αποδυνάμωνε τη συνοχή της Συμμαχίας σε μια κρίσιμη συγκυρία.

Τελικά, η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν ίσως δεν παράξει ειδήσεις εντυπωσιακές, αλλά μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη ακριβώς γι’ αυτό: για να κρατήσει ανοιχτό τον δρόμο της διπλωματίας και να απομακρύνει, έστω προσωρινά, τον κίνδυνο μιας νέας έντασης.