Tου Κώστα Παππά
Την οριστική παραμονή στο αρχείο της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών σηματοδοτεί η απόφαση της εισαγγελικής αρχής, η οποία έκρινε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για επανεξέταση της δικογραφίας. Παρά το αίτημα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για νέα έρευνα, ακόμη και για το ενδεχόμενο κατασκοπείας, ο αρμόδιος εισαγγελικός λειτουργός κατέληξε ότι δεν έχουν προκύψει «ουσιώδη νέα στοιχεία», όπως απαιτεί ο νόμος.
Κεντρικό σημείο της κρίσης αποτέλεσε το κατά πόσο τα δεδομένα που εισφέρθηκαν στη δίκη συνιστούν νέα πραγματικά περιστατικά. Σύμφωνα με την εισαγγελική διάταξη, μαρτυρικές καταθέσεις και δημοσιογραφικές πληροφορίες που επικαλέστηκε το δικαστήριο είχαν ήδη αξιολογηθεί στο πλαίσιο της αρχικής έρευνας. Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο, καθώς δεν ανατρέπουν τα πορίσματα του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι ακόμη και τα νεότερα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δεν κατέστησαν δυνατή την ταυτοποίηση κρίσιμων προσώπων, όπως του χρήστη προπληρωμένης κάρτας μέσω της οποίας εστάλησαν τα επίμαχα μηνύματα. Η αδυναμία αυτή, κατά την εισαγγελική κρίση, επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για ανατροπή των προηγούμενων συμπερασμάτων.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο τέλεσης κατασκοπείας, η εισαγγελική αρχή εμφανίζεται κατηγορηματική: δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κρατικού απορρήτου που να περιήλθε σε γνώση τρίτων. Παρότι στόχοι του λογισμικού Predator φέρονται να ήταν υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, όπως υπουργοί και ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, δεν προέκυψε ότι αποκτήθηκαν συγκεκριμένα απόρρητα στοιχεία. Οι σχετικές εκτιμήσεις του δικαστηρίου χαρακτηρίζονται «υποθετικές» και «επισφαλείς».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αξιολόγηση για πιθανή παράνομη διακίνηση λογισμικού παρακολούθησης μετά το 2022. Οι μαρτυρίες που προσκομίστηκαν κρίθηκαν ανεπαρκείς, καθώς δεν τεκμηριώνουν συνέχιση σχετικής δραστηριότητας από τις εμπλεκόμενες εταιρείες στο επίμαχο χρονικό διάστημα.
Καταληκτικά, η εισαγγελική διάταξη επικαλείται το λεγόμενο «οιονεί δεδικασμένο», υπογραμμίζοντας ότι η επανεξέταση αρχειοθετημένης υπόθεσης επιτρέπεται μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Η αποφυγή ενός «ατέρμονου κύκλου ερευνών», όπως επισημαίνεται, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τη διασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης.





