Tου Rakesh Ratti Kapoor

«Και κατά το έτος αυτό (977/1569-70), ολοκληρώθηκε η κατασκευή του τάφου του αείμνηστου αυτοκράτορα, ο οποίος είναι ευφραντικός για την καρδιά και παραδείσιος. Βρίσκεται στο Δελχί, στις όχθες του ποταμού Τζαμούνα, και χρειάστηκαν στον Μιράκ Μιρζά Γκιας οκτώ ή εννέα χρόνια για να τον κατασκευάσει. Οι μεγαλοπρεπείς του αναλογίες είναι τέτοιες ώστε το βλέμμα του θεατή που τον αντικρίζει μένει μόνο με θαυμασμό.» – Μπανταούνι
Ο Τάφος του Χουμαγιούν είναι ένα εμβληματικό μνημείο του Δελχί. Η ομορφιά του, που υπαγορεύεται από τον σχεδιασμό και την αρχιτεκτονική του, τον τοποθετεί σε ένα επίπεδο που δεν είχε εμφανιστεί ποτέ πριν. Ο Τάφος αποτέλεσε πρότυπο για ένα από τα ωραιότερα μνημεία που ακολούθησαν, το Ταζ Μαχάλ.
Η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1562 από τη σύζυγό του Μπέγκα Μπεγκούμ και αποτελεί τον τελευταίο τόπο ανάπαυσης του Παντισάχ Μιρζά Νασίρ-ουντ-ντιν Μπαΐγκ Μουχάμαντ Χαν, γνωστού περισσότερο με το βασιλικό του όνομα, Χουμαγιούν. Η Μπέγκα Μπεγκούμ, κόρη του Γιαντγκάρ Μπεγκ και πρώτη εξαδέλφη του Χουμαγιούν, ήταν μορφωμένη και γνώριζε καλά την ιατρική. Ο γάμος της με τον Χουμαγιούν πραγματοποιήθηκε το 1527. Σε όλη της τη ζωή, παρέμεινε στο πλευρό του ως η κύρια και αγαπημένη σύζυγός του, απολαμβάνοντας μια εξαιρετικά θερμή και στενή σχέση μαζί του.
Ο Χουμαγιούν ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Μπαμπούρ, ιδρυτή της Δυναστείας των Μογγόλων στην Ινδία. Κληρονόμησε τον θρόνο από τον πατέρα του σε ηλικία είκοσι τριών ετών, όταν ο Μπαμπούρ αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η εξουσία του Χουμαγιούν αμφισβητήθηκε και ίσιος αυτοεξορίστηκε. Έμεινε εκτός εξουσίας και έζησε ως νομάδας για περίπου δεκαπέντε χρόνια. Αργότερα, με τη συνδρομή των φυλών Σίντι και Μπαλόχ και περαιτέρω υποστήριξη από τον Σαχ Ταχμάσπ της Σαφαβιδικής Αυτοκρατορίας στην Περσία, ο Χουμαγιούν εξάλειψε κάθε εμπόδιο που στεκόταν ανάμεσα σε αυτόν και τον θρόνο της Ινδίας. Στις 23 Ιουλίου 1555 μ.Χ., κάθισε ξανά στον θρόνο της Ινδίας. Όμως η μοίρα τού επιφύλασσε ένα θανάσιμο πλήγμα. Στις 24 Ιανουαρίου 1556 μ.Χ., γλίστρησε στα σκαλιά της βιβλιοθήκης του και πέθανε τρεις ημέρες αργότερα, σε ηλικία πενήντα ενός ετών.
Ο Χουμαγιούν πέθανε χωρίς να έχει οικοδομήσει τάφο για τον εαυτό του, κάτι που αποτελούσε τιμουριδική παράδοση. Η Μπέγκα Μπεγκούμ, επηρεασμένη από τα ταξίδια της και τον πολιτισμό που αποκόμισε κατά τη μόρφωσή της στο Χορασάν, το πολιτιστικό κέντρο της τότε Περσίας, αποφάσισε να προσφέρει στον σύζυγό της έναν τελικό τόπο ταφής. Επέλεξε μια τοποθεσία που θεωρούνταν «ιερή γη», κοντά στο Τσίλα Νιζαμουντίν Αουλίγια, όπου έζησε και τάφηκε ο σούφι άγιος του πρώιμου 14ου αιώνα, Νιζαμουντίν Αουλίγια. Στη συνέχεια αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της στη δημιουργία ενός μνημειώδους αριστουργήματος-μαυσωλείου για τον σύζυγό της.
Διόρισε τον Μιράκ Μιρζά Γκιας, έναν Πέρση αρχιτέκτονα από την κοινότητα των «σανγκταρός» (λιθοξόων), για να κατασκευάσει ένα ταφικό οικοδόμημα αντάξιο της ιδιότητας ενός βασιλιά. Μετά τον θάνατό του, ο γιος του, Σαγιέντ Μουχάμαντ Ιμπν Μιράκ, ολοκλήρωσε το σχέδιο του πατέρα του το 1571 μ.Χ. Ο Άκμπαρ, γιος και διάδοχος του Χουμαγιούν, έδειξε επίσης έντονο ενδιαφέρον για το έργο και η κλίμακα του σχεδίου έγινε ακόμη πιο μεγαλειώδης.
Ο Μιράκ χρησιμοποίησε όλες τις γνώσεις, την εμπειρία, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα που διέθετε για να μετατρέψει το όνειρο της Χάτζι Μπεγκούμ και του Άκμπαρ σε πραγματικότητα. Δημιούργησε ένα οικοδόμημα που έφερε το στίγμα ενός δασκάλου, του οποίου η τέχνη μπορούσε να φτάσει στα υψηλότερα πρότυπα και να ανταποκριθεί σε κάθε πρόκληση. Αναβάθμισε ουσιαστικά κάθε τομέα σχεδιασμού και κατασκευής μέσω βελτιώσεων, εφευρέσεων και φαντασίας. Ο σχεδιασμός του οικοδομήματος, το μέγεθος, η κλίμακα και η τοποθεσία του, η επιλογή των υλικών και οι συνδυασμοί τους, τα έργα τέχνης και οι διακοσμήσεις, όλα ωθήθηκαν σε ένα επίπεδο μέχρι τότε άγνωστο. Το τελικό του δημιούργημα θα γινόταν μια δήλωση για τον Χουμαγιούν, τη Χάτζι Μπεγκούμ, τον Άκμπαρ, τη Δυναστεία των Μογγόλων και επίσης για την Αρχιτεκτονική. Θα καθοδηγούσε την αυτοκρατορική ταφική αρχιτεκτονική προς την κορύφωσή της, το Ταζ Μαχάλ, το πιο εμβληματικό σύμβολο της εποχής των Μογγόλων.
Ο Μιράκ ανέπτυξε μια πρωτοποριακή μεθοδολογία προκειμένου να αναδημιουργήσει τη Τζάννατ (τον Παραδεισένιο Κήπο του Κορανίου) με τον πιο δημιουργικό τρόπο. Είναι κυρίως η φυσική και η κηποτεχνική όψη της Τζάννατ που ο Μιράκ αναδημιούργησε σε κλίμακα και βαθμό που δεν είχε επιχειρηθεί ποτέ πριν. Για να πετύχει αυτόν τον στόχο, χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων στοιχείων, φαντασία, ερμηνεία, υπολογισμούς, γεωμετρία, τριγωνομετρία, διάταξη, σχήματα, αρχιτεκτονική, οικοδομικά υλικά, κανάλια, σιντριβάνια, χλωρίδα, νερό, ουρανό, γνώσεις ανθρώπινης φυσιολογίας και, βέβαια, βαθιά κατανόηση των θρησκευτικών στοιχείων του Ισλάμ.
Στο έδαφος:
- Αναζήτησε ένα τετράγωνο οικόπεδο, το οποίο θα υποδιαιρούσε σε εννέα μικρότερα τετράγωνα. Θα κατασκεύαζε τον τάφο του Χουμαγιούν στο κεντρικό τετράγωνο. Τα οκτώ υποτετράγωνα γύρω από τον τάφο συμβόλιζαν τα οκτώ διαφορετικά επίπεδα του μουσουλμανικού παραδείσου, της Τζάννατ.
- Για πρώτη φορά εισήγαγε μια υψηλή τετράγωνη πλατφόρμα ανάμεσα στη βάση και στο κτίριο του τάφου, ανυψώνοντας έτσι το επίπεδό του.
- Εργάστηκε στο μήκος της τετράγωνης πλατφόρμας σε σχέση με την απόσταση από την πύλη εισόδου έως τον τάφο του Χουμαγιούν. Αυτή η αναλογία αποδείχθηκε ελαφρώς μικρότερη από τη γωνία όρασης του ανθρώπινου ματιού, η οποία είναι 48,6 μοίρες. Δημιουργώντας μια υψηλή πλατφόρμα που τοποθετείται αρμονικά μέσα στο οπτικό πεδίο του ανθρώπινου ματιού, απέκρυψε την οπτική πρόσβαση στο τοπίο πίσω και στα πλάγια της κατασκευής. Το τοπίο που έκρυβε ήταν ο ορίζοντας, ο οποίος τον 16ο αιώνα θεωρούνταν το άκρο της γης, με την κόλαση από κάτω και τους ουρανούς από πάνω. Κρύβοντας τον ορίζοντα, βρήκε έναν ευφυή τρόπο να μεταφέρει τον θεατή από τη γη στον ουρανό, όπου, με τη βοήθεια πράσινων δέντρων, λιμνών, υδάτινων καναλιών και σιντριβανιών, αναδημιούργησε τον Ισλαμικό Παράδεισο στη γη, τη Τζάννατ.
Οι λοξές γωνίες της πλατφόρμας απαλύνουν τις σκληρές γωνιώδεις ακμές και βοηθούν το βλέμμα μας να γλιστρά και να ακολουθεί τα περιγράμματα της κατασκευής, παρόμοια με τον τρόπο που τυλίγεται ένα κείμενο γύρω από μια εικόνα. Αυτή η τεχνική ενισχύει την εμπειρία της θέασης του μνημείου, συμβάλλει στην πιο αποτελεσματική αφομοίωσή του και προσθέτει στην ομορφιά της δομής.
Η ανακάλυψη της «χαμένης συνταγής» του Τάφου του Χουμαγιούν επιτρέπει να συναχθεί με ασφάλεια ότι είναι το προϊόν ενός μοναδικού συνδυασμού παραγόντων. Από τη μία πλευρά υπήρχε ένας σχεδιαστής, ο οποίος, εξοπλισμένος με πλήρη κατανόηση όλων των κλάδων των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας των κατασκευών, κατάφερε να συλλάβει μια ιδέα που ανταποκρινόταν στην πολιτική βούληση. Από την άλλη πλευρά, οι εργάτες του μετέτρεψαν όλες τις ιδέες του σε φυσική πραγματικότητα. Η ανάλυση του σχεδιασμού και της αρχιτεκτονικής του Τάφου του Χουμαγιούν αποκαλύπτει εξαιρετικά ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία συνδυάστηκαν με τέτοια δεξιοτεχνία ώστε η αρχιτεκτονική να ανυψωθεί σε μορφή τέχνης συναισθηματικής, ευφορικής και βαθιά συγκινητικής για την ψυχή, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως βάλσαμο για αυτήν. Η επιτυχία ενός τέτοιου δημιουργήματος, ως προς τη γοητεία και την ομορφιά του, ήταν τόσο μεγάλη και η σύλληψή του τόσο μαγευτική και κοντά στην ισλαμική καρδιά, ώστε έγινε το πρότυπο σχεδόν για όλους τους μετέπειτα μογγολικούς τάφους και όχι μόνο. Και, το σημαντικότερο, ο Τάφος του Χουμαγιούν και κάθε παρόμοια κατασκευή (το Ταζ Μαχάλ, ο Ναός του Λωτού, η Αλάμπρα στη Γρανάδα της Ισπανίας, για να αναφέρουμε μερικά) έχουν καταστεί σύμβολα ομορφιάς για ολόκληρη την ανθρωπότητα και απόλαυση για την ψυχή.
Ο Rakesh Ratti Kapoor είναι επαγγελματίας διερμηνέας Γαλλικών-Αγγλικών, καθώς και ένθερμος μελετητής της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της φωτογραφίας. Τα μνημεία αποτελούν την τάξη και τον χώρο εργασίας του.





