Πάνω από δύο μήνες αφότου οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ξεκίνησαν τον πόλεμο με το Ιράν, ο Λευκός Οίκος και η Τεχεράνη κατέληξαν σε μια συμφωνία-πλαίσιο για να επιφέρουν έναν πιο μακροπρόθεσμο τερματισμό των εχθροπραξιών.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή εκτόξευσε τις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου, καθώς η σύγκρουση οδήγησε στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, μίας εκ των σημαντικότερων οδών μεταφοράς ουσιαστικά μία από τις βασικές οδούς μεταφοράς πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου και άλλων βασικών προϊόντων στον κόσμο, περιορίζοντας τις παγκόσμιες προμήθειες.
Ωστόσο, σύμφωνα με το BBC, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα για τη ναυτιλία μέσω του περάσματος θα χρειαστεί χρόνο, ενώ ο αντίκτυπος του πολέμου θα συνεχίσει να επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία και τους επόμενους μήνες.
Πόσο σύντομα θα ανοίξει το Ορμούζ;
«Αφήστε το πετρέλαιο να ρέει!», δήλωσε ο Ντόναλντ Τραμπ στην ανάρτησή του στο Truth Social, με την οποία ανακοίνωσε την επίτευξη συμφωνίας, η οποία – όπως είπε – θα περιλαμβάνει την επαναλειτουργία των Στενών για την εμπορική ναυτιλία.
Το BBC Verify, ωστόσο, έχει ελέγξει δεδομένα παρακολούθησης των πλοίων, τα οποία δείχνουν ότι τα επίπεδα κυκλοφορίας παραμένουν χαμηλά στο Ορμούζ, παρά την ανακοίνωση Τραμπ.
Σύμφωνα με τον ιστότοπο παρακολούθησης πλοίων MarineTraffic, μόνο δύο πλοία με ενεργούς ιχνηλάτες τοποθεσίας εξήλθαν από την πλωτή οδό από την Κυριακή: ένα πλοίο μεταφοράς χύδην φορτίου και ένα δεξαμενόπλοιο.
Το Ορμούζ έχει κλείσει για το μεγαλύτερο μέρος της ναυτιλιακής κυκλοφορίας από τις 28 Φεβρουαρίου, με μόνο έναν περιορισμένο αριθμό πλοίων φιλικών προς το Ιράν να μπορούν να διέλθουν.
Περίπου 200 πλοία έχουν εγκλωβιστεί στον κόλπο, με τον κίνδυνο θαλάσσιων ναρκών ή επιθέσεων με drones να αυξάνει τον κίνδυνο για τα πληρώματα και να εμποδίζει την ασφαλή διέλευση.
«Εύθραυστη εκεχειρία ή βιώσιμη λύση;»
Ο Νιλ Σίρινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Capital Economics, δήλωσε ότι μένει να δούμε αν η τελευταία συμφωνία «αποτελεί μια εύθραυστη εκεχειρία ή μια βιώσιμη διευθέτηση».
Πρόσθεσε ότι είναι πιθανό «να χρειαστεί λίγος χρόνος προκειμένου να επιστρέψουν οι ροές πετρελαίου μέσω των Στενών στα προ του πολέμου επίπεδα».
«Ακόμα κι αν τα πλοία διέρχονται πλέον με ασφάλεια, τα δεξαμενόπλοια βρίσκονται σε λάθος μέρος, οι εγκαταστάσεις παραγωγής/διύλισης πετρελαίου πρέπει να φτάσουν στην πλήρη χωρητικότητά τους και τα ερωτήματα σχετικά με το κόστος και τη διαθεσιμότητα ασφάλισης των πλοίων που διασχίζουν τα Στενά, θα παραμείνουν», είπε ο Σίρινγκ στο BBC.
Ακόμα και πριν από τη συμφωνία, κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης εκεχειρίας, οι ναυτιλιακές ήταν σε μεγάλο βαθμό απρόθυμες να προσπαθήσουν να μετακινήσουν τα πλοία τους από το Ορμούζ – και τώρα η απομάκρυνση αυτών των πλοίων θα είναι η πρώτη τους προτεραιότητα.
Τι σημαίνει αυτό για τις τιμές πετρελαίου;
Κανονικά, περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου και LNG διέρχονται μέσω των Στενών, και η διακοπή της ναυσιπλοΐας στην περιοχή, οδήγησε σε σημαντική αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Αυτό με τη σειρά του είχε αρνητικές επιπτώσεις στο κόστος της βενζίνης, του ντίζελ και των καυσίμων αεριωθούμενων.
Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η τιμή του αργού πετρελαίου Brent – του παγκόσμιου δείκτη αναφοράς πετρελαίου – σκαρφάλωσε περίπου στα 120 δολάρια το βαρέλι, ενώ πριν ξεσπάσουν οι εχθροπραξίες ήταν λίγο κάτω από τα 70 δολάρια. Μετά την είδηση της συμφωνίας, το Brent έπεσε στα 83,55 δολάρια το βαρέλι.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι το Ορμούζ θα ανοίξει μόλις υπογραφεί και επίσημα η συμφωνία την Παρασκευή, «για λόγους απομάκρυνσης ναρκών».
Ωστόσο, θα μπορούσαν να χρειαστούν «εβδομάδες έως και μήνες» για να απομακρυνθούν όλες οι νάρκες, δήλωσε ένας απόστρατος υποναύαρχος του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ στο πρόγραμμα Today του BBC Radio 4.
Ο ναύαρχος Μαρκ Μοντγκόμερι, ο οποίος είναι και ανώτερος συνεργάτης στο Ίδρυμα για την Υπεράσπιση των Δημοκρατιών, δήλωσε επίσης ότι η επιστροφή των προμηθειών μέσω των Στενών του Ορμούζ στην κανονικότητα, «δεν θα γίνει από τη μια μέρα στην άλλη».
Όπως εκτιμά ο ίδιος, θα χρειαστούν ένας μήνας ή 45 ημέρες για να επιτευχθεί πλήρως η κανονική ισορροπία και τα πλοία να κινούνται ομαλά μέσα και έξω από τα Στενά.
Τι ισχύει για τις τιμές τροφίμων;
Οι παγκόσμιες τιμές τροφίμων θα μπορούσαν επίσης να βελτιωθούν εάν οι προμήθειες λιπασμάτων πλησιάσουν ξανά στα κανονικά επίπεδα. Το κόστος των λιπασμάτων, ένα υποπροϊόν του πετρελαίου, έχει εκτοξευθεί, ασκώντας πίεση στους αγρότες.
Ο Μαουρίτσιο Καρούλι, αναλυτής σε θέματα παγκόσμιας ενέργειας από την Quilter Cheviot, δήλωσε ότι η εκεχειρία «θα πρέπει να βοηθήσει στην άμβλυνση της άμεσης πίεσης στις αγορές λιπασμάτων», αλλά αυτό δεν θα γίνει γρήγορα.
Πρόσθεσε ότι περίπου το ένα τρίτο των εμπορευόμενων λιπασμάτων καθώς και οι μεγάλοι όγκοι φυσικού αερίου που χρησιμοποιούνται για λιπάσματα με βάση το άζωτο, περνούν από το Ορμούζ και ότι οι «ζημιές στις ενεργειακές υποδομές» θα χρειαστούν χρόνο για να επισκευαστούν.
«Επιπλέον, η καλλιεργητική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει σε πολλά μέρη του κόσμου, επομένως η επανέναρξη των παραδόσεων αζωτούχων και φωσφορικών λιπασμάτων θα αργήσει πολύ για τις γεωργικές καλλιέργειες, κάτι που θα επηρεάσει αρνητικά την παγκόσμια παραγωγή», τονίζει ο Καρούλι.
Παράλληλα, τα καύσιμα αεριωθούμενων – ένα άλλο υποπροϊόν του πετρελαίου – που διακινούνται στη Βορειοδυτική Ευρώπη (NWE) έχουν ήδη δει μια μικρή πτώση στην τιμή τους.
Τα καύσιμα αεριωθούμενων NWE έχουν μειωθεί στα 1.033 δολάρια ανά τόνο, σε σύγκριση με 831 δολάρια ανά τόνο πριν από τον πόλεμο και περίπου 1.840 δολάρια στα οποία σκαρφάλωσαν εν μέσω των συγκρούσεων.
Τι άλλο μπορεί να φέρει η συμφωνία;
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει επηρεάσει αρνητικά τις οικονομίες σε όλο τον πλανήτη, καθώς η εκτόξευση του κόστους ενέργειας έχει οδηγήσει σε άνοδο των τιμών καυσίμων και σε αύξηση του πληθωρισμού. Το γεγονός αυτό έχει ασκήσει πίεση στις κεντρικές τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκια προκειμένου να διατηρήσουν τον πληθωρισμό υπό έλεγχο.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την έναρξη του πολέμου, η Τράπεζα της Αγγλίας αναμενόταν να μειώσει τα επιτόκια φέτος. Αλλά αυτές οι προβλέψεις άλλαξαν γρήγορα καθώς το κόστος ενέργειας αυξήθηκε, με την Τράπεζα να αναμένεται να διατηρήσει τα επιτόκια, αν όχι και να τα αυξήσει αργότερα μέσα στο έτος.
Ο Ρας Μολντ, διευθυντής επενδύσεων στην AJ Bell, δήλωσε: «Μόλις την περασμένη εβδομάδα, οι αγορές προέβλεπαν δύο αυξήσεις επιτοκίων έως τις αρχές του 2027».
«Οι πιθανότητες έχουν πλέον μετατοπιστεί σε μία μόνο αύξηση επιτοκίων έως τον Δεκέμβριο και στη συνέχεια πιθανόν σε καμία άλλη αλλαγή τουλάχιστον για το α’ εξάμηνο του 2027», πρόσθεσε.
«Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι οι εταιρείες θα έχουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο να προσλάβουν περισσότερους ανθρώπους, οι καταναλωτές θα είναι πιο πρόθυμοι να ξοδέψουν χρήματα και ότι η αγορά ακινήτων ίσως μπορέσει να ανακάμψει, αφού είχε ψυχρανθεί για τους πωλητές τους τελευταίους μήνες», καταλήγει ο Μολντ.





