Θα στείλει η Ευρώπη ναρκαλιευτικά σκάφη για να συμβάλει στο ασφαλές άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ;
Η απόφαση αναμένεται να ληφθεί απόψε στη σύνοδο κορυφής που φιλοξενεί ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν με τη συμμετοχή του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, της Ιταλίδας πρωθυπουργού, Τζόρτζια Μελόνι και του Βρετανού Κιρ Στάρμερ.
Τη σύνοδο αναμένεται να παρακολουθήσουν διαδικτυακά και αρκετοί ηγέτες από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Το θέμα αυτό συζητήθηκε επίσης χθες στη σύνοδο κορυφής ανωτάτων αξιωματικών των τεσσάρων χωρών, που πραγματοποιήθηκε επίσης, στο Παρίσι.
«Η διάσκεψη επικεντρώνεται σε μια πιθανή ευρωπαϊκή αποστολή στο Στενό του Ορμούζ για επιχειρήσεις αποναρκοθέτησης», τονίζουν Ευρωπαίοι διπλωμάτες.
«Αυτό θα γίνει ωστόσο, μόνο αν υπάρξει μια σταθερή και βιώσιμη εκεχειρία με ο Ιράν», προσθέτουν. Αλλωστε, το Ιράν απειλεί ότι «οποιαδήποτε κίνηση ή παρέμβαση στο Ορμούζ θα περιέπλεκε μόνο την κατάσταση », όπως τόνισε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκάεϊ . «Η ασφάλεια του Στενού είναι εγγυημένη εδώ και δεκαετίες και με τη βοήθεια των περιφερειακών κρατών, το Ιράν είναι ικανό να εγγυηθεί την ελεύθερη ναυσιπλοία , υπό την προϋπόθεση ότι θα σταματήσουν οι παρεμβάσεις και ο τρέχων πόλεμος».
Πιέζουν οι ΗΠΑ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν πάντως και απαιτούν επειγόντως από την Ευρώπη να αναλάβει δράση για την προστασία της ναυσιπλοίας. Ο Αμερικανός υπουργός Πολέμου, Πιτ Χέγκσεθ μάλιστα κατηγόρησε τους συμμάχους ότι «μιλούν πολύ και δεν κάνουν τίποτα». Όπως είπε χαρακτηριστικά , το Ορμούζ «είναι μια πλωτή οδός που το αμερικανικό εμπόριο δεν χρησιμοποιεί και τόσο πολύ. Δεν εξαρτόμαστε από την ενέργεια από το Στενό του Ορμούζ, αλλά η Ασία εξαρτάται, όπως και η Ευρώπη και μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου»
Σύμφωνα με τον Γερμανό ειδικό σε θέματα ασφαλείας Μόριτζ Μπράκε, η αποστολή ευρωπαϊκών ναυτικών δυνάμεων «είναι σημαντικά πιο περίπλοκο από ό,τι φαίνεται αρχικά». Ο Μπράκε, διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας NEX Maris και συμβουλεύει τη γερμανική κυβέρνηση, πρόσθεσε πώς «με βάση το μέγεθος της προσπάθειας που έχει καταβάλει εκεί το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ τις τελευταίες εβδομάδες, τότε η Γαλλία, η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία θα πρέπει ουσιαστικά να αναπτύξουν ολόκληρο το πολεμικό τους ναυτικό εκεί, για να επιτύχουν ένα παρόμοιο επίπεδο επιχειρησιακής δυνατότητας».
Η γερμανική πρόταση
Ο Γερμανός καγκελάριος Μερτς σκοπεύει πάντως να κάνει μια συγκεκριμένη προσφορά σχετικά με τη συμμετοχή των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων: «Το ναυτικό θα παράσχει ναρκαλιευτικά, ένα πλοίο ανεφοδιασμού και εναέρια αναγνώριση μετά το τέλος των εχθροπραξιών και εφόσον πληρούνται οι όροι ασφαλείας», μετέδωσε το Γερμανικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Σύμφωνα με τον Μπράκε ωστόσο, τα ναρκαλιευτικά θα πρέπει να προστατεύονται με πολεμικά σκάφη από πιθανές ιρανικές επιθέσεις, κάτι που θα αύξανε σημαντικά την απαιτούμενη προσπάθεια.
«Τα εμπορικά πλοία χρειάζονται πραγματικά διαβεβαιώσεις ότι κανείς δεν θα ανοίξει πυρ εναντίον τους, τουλάχιστον αν πρόκειται να περνούν από το Στενό σε καιρό ειρήνης».
Σε κάθε περίπτωση, η λογική πίσω από τη χρήση των θαλάσσιων μεταφορών πρέπει να αλλάξει εντελώς. «Πρέπει να απομακρυνθούμε από τη λογική ότι η ευθύνη για τη διέλευση βαρύνει τους καπετάνιους των εμπορικών πλοίων. Η κύρια ευθύνη τους είναι να προστατεύουν τη ζωή του πληρώματός τους», τονίζει ο Γερμανός ειδικός.
Σύγκριση με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
Για να δείξει το ανθρώπινο κόστος του θαλάσσιου εμπορίου υπό συνθήκες πολέμου, ο Μπράκε έκανε μια σύγκριση με τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκείνη την εποχή, ο ρυθμός βύθισης των εμπορικών πλοίων που προμήθευαν τους Συμμάχους σε ορισμένες διαδρομές έφτανε τα δύο τρίτα. Μόνο το ένα τρίτο των εμπορικών σκαφών έφτανε στον προορισμό του.
«Οι κίνδυνοι ήταν εξαιρετικά υψηλοί», λέει ο Γερμανός ειδικός. Ωστόσο, τα πλοία που έφταναν στον προορισμό τους ,«έκαναν τη διαφορά στη νίκη».
«Το πρόβλημα είναι ότι τα χρήματα δεν λύνουν το πρόβλημα», λέει ο Μπράκε. «Επειδή δεν μπορώ να αγοράσω ανθρώπινες ζωές με χρήματα και να τις επαναφέρω. Ο κίνδυνος για τα πολιτικά πληρώματα είναι πολύ υψηλός. Και εφόσον πρόκειται για πολίτες, δεν μπορείς απλώς να τους στείλεις σε αυτόν τον κίνδυνο».
Διπλά μέτρα και σταθμά από την ΕΕ
Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μιλώντας σε Διάσκεψη των Πρέσβεων της ΕΕ, 10 ημέρες μετά την έναρξη του πολέμου σημείωσε πάντως ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να παίζει τον ρόλο του «φύλακα της παλιάς παγκόσμιας τάξης» Ωστόσο, η έλλειψη αντίδρασης των αξιωματούχων της ΕΕ και της ίδιας της φον ντερ Λάιεν στις επιθέσεις κατά του Ιράν, δείχνει ότι οι Βρυξέλλες χρησιμοποιούν διπλά μέτρα και σταθμά.
Οι επικεφαλής των θεσμικών οργάνων της ΕΕ περιορίστηκαν απλά να καταδικάσουν αυστηρά την ιρανική αντίδραση, αλλά απέφυγαν να σχολιάσουν την αρχική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Στην ομιλία της στη διάσκεψη, η φον ντερ Λάιεν απέφυγε ακόμη και οποιαδήποτε αναφορά στην στρατιωτική επιχείρηση, προτιμώντας αντ’ αυτού να καταφύγει στη συνήθη αναφορά στην «κατάσταση στη Μέση Ανατολή»
Ομοίως, στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής των 27 στις 19 Μαρτίου, δεν γίνεται καμία αναφορά στην αρχική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ενώ καταδικάζεται αυστηρά την ιρανική απάντηση.
«Ο διαχωρισμός επιτιθέμενου και αμυνόμενου, που είναι τόσο αγαπητός στους ηγέτες της ΕΕ όταν συζητούν τον πόλεμο στην Ουκρανία, σπάνια ισχύει για τη Μέση Ανατολή, και ακόμη λιγότερο για το Ιράν», τονίζουν πικρόχολα Ευρωπαίοι στρατιωτικοί αναλυτές στη «Ν» και προσθέτουν: «Η μη καταδίκη μιας επίθεσης επειδή στρέφεται εναντίον ενός καθεστώτος ισοδυναμεί με την επιθυμία να καθοριστεί, κατά την κρίση των Βρυξελλών, ποιες χώρες μπορούν να επωφεληθούν από το διεθνές δίκαιο και ποιες όχι, και ποιες χώρες μπορούν να το καταπατήσουν και ποιες όχι».





